RSS

Tag Archives: lawyer

Υπερχρεωμένα: Διαγραφή χρέους 100% σε 25χρονο και διάσωση ακίνητης περιουσίας

Απόφαση του Δικηγορικού μας Γραφείου:

Η υπ’ αριθμ. 52/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Φλώρινας αποτελεί ένα πολύ σημαντικό βήμα στην ελληνική νομολογία όσον αφορά το νόμο για τα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά (γνωστό και ως νόμο «Κατσέλη»). Εμφορούμενη από συνταγματικές αρχές, απαλλάσσει πλήρως νεαρό δανειολήπτη από τις οφειλές του, ύψους 80.000 ευρώ περίπου και διασώζει όλη την ακίνητη περιουσία του!

 

Ο αιτών, ηλικίας σήμερα 25 ετών, κατοικεί με τη μητέρα του σε διαμέρισμα επί του οποίου ο ίδιος έχει ποσοστό συγκυριότητας 25%, με το υπόλοιπο ποσοστό να μοιράζεται μεταξύ της μητέρας του και των δύο αδελφών του. Ο νεαρός ήδη από την ηλικία των 17 ετών είχε βρεθεί αντιμέτωπος με σοβαρά προβλήματα υγείας, λόγω των οποίων διαγνώσθηκε με 80% αναπηρία κι ως εκ τούτου είναι χρόνια άνεργος, με μόνο του εισόδημα ένα διμηνιαίο προνοιακό επίδομα ύψους περί τα 620 ευρώ. Το δε εισόδημα της μητέρα του είναι επίσης περιορισμένο και επί του παρόντος προσωρινό, αφού εργάζεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Το ιστορικό της υπερχρέωσης του αιτούντος, όπως δέχθηκε το δικαστήριο, ξεκίνησε ήδη από την παιδική ηλικία του, οπότε ο πατέρας του σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα, αφήνοντας την οικογένειά του σε ιδιαίτερα προβληματική κατάσταση, συναισθηματική και οικονομική. Η μικρή επιχείρηση, την οποία διατηρούσε μέχρι τότε εκείνος ουσιαστικά, έπρεπε να υποστηριχθεί από όλα τα μέλη της οικογένειας και για το σκοπό αυτό λήφθηκε στεγαστικό δάνειο, στο οποίο, κατόπιν πιέσεως από την πιστώτρια τράπεζα, έπρεπε, εκτός της μητέρας, να συμβληθούν και τα ανήλικα τέκνα! Με την κατοπινή μάλιστα διάγνωση της προσβολής της υγείας του και τα συνακόλουθα ιατρικά έξοδα, ο αιτών και η οικογένειά του αφ’ ενός επιβαρύνθηκαν οικονομικά και ψυχολογικά, αφ’ ετέρου ο πρώτος περιήλθε σε σωματική αδυναμία να εργαστεί, λόγω της αναπηρίας του αυτής. Η περιέλευσή του, επομένως, καταλήγει το δικαστήριο, σε αδυναμία πληρωμών, δεν θα μπορούσε να είναι δόλια.

Το Ειρηνοδικείο, προέβη σε μία πολύ δίκαιη και αξιόλογη κρίση, συνεκτιμώντας τα ως άνω, θεωρώντας πως, με την κατάσταση της υγείας του να μην του επιτρέπει να βρει εργασία κι άρα να καθιστά αδύνατη την αποπληρωμή των χρεών του, αλλά και δεδομένης της συνταγματικής επιταγής της αξιοπρεπούς διαβίωσης, δεν θα έπρεπε να προκριθούν τα περιουσιακά δικαιώματα έναντι της αξίας του ανθρώπου. Επομένως έγινε κούρεμα 100%, αφού  κρίθηκε ότι η μόνη αποδεκτή ρύθμιση που μπορεί να γίνει είναι αυτή των μηδενικών καταβολών και για την αποπληρωμή των οφειλών του και για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας του, αλλά και της λοιπής ακίνητής του περιουσίας, που περιλαμβάνει ποσοστά εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ορισμένων αγροτεμαχίων. Πρόκειται, δηλαδή, για ολοσχερή διαγραφή των οφειλών του, που ανέρχονταν στις 80.000 ευρώ!

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο για διάσωση κατοικίας – περιουσίας κι αποφυγή πλειστηριασμού στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

 

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Συναινετικό διαζύγιο σε Συμβολαιογράφο

Ο πολύ-αναμενόμενος νόμος που θα καθιερώσει τη δυνατότητα λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο μέσω συμβολαιογραφικής πράξης αντί της δικαστικής μεθόδου, κατέστη επισήμως νόμος του Ελληνικού κράτους στα τέλη του προηγούμενου έτους. Συγκεκριμένα, ο Ν. 4509/2017 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α΄ 201/22.12.2017 κι αποσκοπεί, με τις νέες ρυθμίσεις που εισφέρει, να επιτρέψει στους διαδίκους μία ευκολότερη και ταχύτερη διαδικασία συναινετικού διαζυγίου. Κατωτέρω θα επιδιωχθεί μία συνοπτική επισκόπηση των (τελικών) σχετικών διατάξεων του νόμου.

Τροποποιείται, το πρώτον, το άρθρο 1438 του Αστικού Κώδικα, ώστε πέραν της δυνατότητας λύσης του γάμου με διαζύγιο που απαγγέλλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, να προστεθεί η δυνατότητα να λυθεί «με συμφωνία μεταξύ των συζύγων», η οποία συμφωνία  περαιτέρω εξειδικεύεται στο άρθρο 1441, όπου άλλωστε το 1438 παραπέμπει. Η συμφωνία αυτή ουσιαστικά περιγράφει το συναινετικό τρόπο λύσης του γάμου. Στην παρούσα του μορφή, το άρθρο 1441, όπως αντικαταστάθηκε από τον Ν. 4509/2017, ορίζει πως οι σύζυγοι μπορούν να λύσουν το γάμο τους με έγγραφη συμφωνία, η οποία συντάσσεται παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων των συζύγων και περιλαμβάνει, εφ’ όσον υπάρχουν ανήλικα τέκνα, και συμφωνία για την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή αυτών.

Η ουσιαστική διαφοροποίηση έγκειται στην πρόβλεψη της υποβολής της έγγραφης συμφωνίας των συζύγων και των ειδικών πληρεξουσίων προς τους δικηγόρους τους σε συμβολαιογράφο κι όχι στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο. Η κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης, η οποία βεβαιώνει τη λύση του γάμου κι επικυρώνει τις συμφωνίες των συζύγων, πρέπει να απέχει τουλάχιστον 10 ημέρες από τη σύνταξη των ως άνω συμφωνιών, υπογράφεται δε είτε από τους συζύγους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή από τους τελευταίους μόνον. Η λύση του γάμου επέρχεται με την κατάθεση του αντιγράφου της πράξης στο ληξιαρχείο. Εάν ο γάμος ήταν θρησκευτικός, η πνευματική του λύση είναι υποχρεωτική και γίνεται κατά τον προβλεπόμενο από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος τρόπο.

Σημειώνεται ότι η ρύθμιση αυτή δεν περιλαμβάνει όσες αιτήσεις συναινετικού διαζυγίου είχαν κατατεθεί με το προηγούμενο νομικό καθεστώς, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι οποίες θα εκδικαστούν κανονικά σύμφωνα με τη διαδικασία που ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσής τους. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι οι διάδικοι σύζυγοι, εφόσον το επιθυμούν, δεν έχουν το δικαίωμα να αποσύρουν την κατατεθείσα στο δικαστήριο αίτηση, ώστε να προχωρήσουν, εκ νέου, με τη νέα διαδικασία, ενώπιον συμβολαιογράφου.

Είναι πολύ σημαντικό, πάντως, εν κατακλείδι, να σημειωθεί ότι η συμμετοχή πληρεξούσιων δικηγόρων είναι υποχρεωτικού χαρακτήρα, τόσο κατά τη σύνταξη της συμφωνίας λύσης του γάμου, όσο και κατά την υπογραφή τη  συμβολαιογραφικής πράξης. Επομένως, οι ενδιαφερόμενοι το πρώτον θα πρέπει να απευθύνονται στους δικηγόρους τους κι έπειτα σε συμβολαιογράφο, κι όχι αποκλειστικά στον τελευταίο, για την έκδοση του συναινετικού τους διαζυγίου.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , ,

ΑΠ: Άκυρος ο γάμος ομόφυλων

Μεγάλη αίσθηση έχει προκαλέσει στην ελληνική κοινή γνώμη η πρόσφατη και υπ’ αριθμ. 1428/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κρίνει ως ανυπόστατο τον πολιτικό γάμο μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου (ομοφύλων), επικυρώνοντας την προηγούμενη σχετική απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Η απόφαση θίγει ένα νομικό ζήτημα θετικού δικαίου, αποκτά όμως προεκτάσεις κοινωνικού και δικαιοπολιτικού ενδιαφέροντος, κι ως εκ τούτου χρήζει αναλυτικότερης εξέτασης.

Το πρώτον, ο Άρειος Πάγος έθεσε το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. για το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωή των προσώπων, προστασία η οποία όμως κάμπτεται υπέρ της εθνικής ασφάλειας, της οικονομικής ευημερίας της χώρας και της τάξης καθώς και για την προστασία της υγείας και της ηθικής, δηλαδή επιτρέπεται παρέμβαση δημόσιας αρχής για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Ενόψει αυτού, η άσκηση αγωγής αναγνωρίσεως του ανυπόστατου του γάμου εκ μέρους του εισαγγελέα είναι επιτρεπτή, καθώς αποτελεί μέτρο αναγκαίο για την προστασία της ηθικής και την ομαλή διαμόρφωση και λειτουργία των οικογενειακών σχέσεων. Πολύ περισσότερο, αμφισβητείται εκ προοιμίου το κατά πόσο πρόκειται πράγματι για επέμβαση στην «οικογενειακή ζωή» των αναιρεσείοντων.

Στη συνέχεια, γίνεται μνεία του άρθρου 1372 εδ. γ΄ του Αστικού Κώδικα, κατά το οποίο, αν τελέστηκε γάμος χωρίς να τηρηθεί καθόλου ένας από τους τύπους του 1367, είναι ανυπόσταστος. Το ζήτημα με τον (πολιτικό εν προκειμένω) γάμο είναι το εάν οι «μελλόνυμφοι» μπορούν να είναι πρόσωπα του ιδίου φύλου. Καθώς η λέξη «μελλόνυμφοι» του άρθρου 1367 δεν προσφέρει λύση στο ζήτημα, πρέπει να προσφύγει κανείς στο σκοπό του νόμου και τη βούληση του νομοθέτη (κι όχι μόνον του εθνικού). Η ΕΣΔΑ, στο άρθρο 12, επίσης δεν προσφέρει σαφή λύση, επομένως καθίσταται προφανές ότι ο «ευρωπαίος» νομοθέτης παραπέμπει στις εθνικές έννομες τάξεις για να συγκεκριμενοποιηθούν οι όροι και οι προϋποθέσεις. Ούτε όμως και το Διεθνές Σύμφωνο της Νέας Υόρκης για τα Ανθρώπινα και Πολιτικά Δικαιώματα, στο άρθρο 23, προσδιορίζει το ζήτημα, αφήνοντάς το εμμέσως να κριθεί από τις πρωτοβουλίες του εκάστοτε εθνικού νομοθέτη.

Ο Άρειος Πάγος καταλήγει πως ο Έλληνας νομοθέτης, κατά το χρόνο σύνταξης του Αστικού Κώδικα, έκρινε αυτονόητα ανύπαρκτο το ενδεχόμενο σύναψης γάμου μεταξύ ομοφύλων, ενώ τόσο παλαιότεροι όσο και νεώτεροι μελετητές του Α.Κ. συμφωνούν ότι «…γάμος εστί ένωσις ανδρός και γυναικός…» (Μοδεστίνος, Ρωμαίος νομοδιδάσκαλος, 3ος αιώνας μ.Χ.). Επομένως, μολονότι ο Α.Κ. δεν το προσδιορίζει ρητώς, η διαφορά του φύλου αναφέρεται ως στοιχείο του υποστατού του γάμου. Άλλωστε, η νομοθετική βούληση για αντιμετώπιση του ζητήματος έχει εκφραστεί ρητώς με τον ν. 4356/2015 που προβλέπει τη δυνατότητα ελεύθερής ένωσης των ομοφύλων με σύμφωνο συμβίωσης κι όχι γάμου, συμφώνως προς τις ηθικές και κοινωνικές παραδόσεις του ελληνικού λαού.

Ούτε όμως το άρθρο 4 παρ. 1 για την αρχή της ισότητας και το άρθρο 5 παρ. 1 για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας προσφέρει έρεισμα για την αντίθετη άποψη, γιατί η πρώτη διάταξη εμποδίζει το νομοθέτη να λάβει μέτρα που εισάγουν μία αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή ενιαία μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων, στη βάση όμως προϋφιστάμενου καθεστώτος, το οποίο στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε, ενώ η δεύτερη προστατεύει την ευρεία έννοια της προσωπικότητας (π.χ. τη σεξουαλική ελευθερία), χωρίς όμως να δίνει δικαίωμα σε τυποποίηση νομικής περιωπής σχέσεων για τις οποίες ο νομοθέτης δεν έχει προβλέψει θεσμικό πλαίσιο.

Έτσι, ο Άρειος Πάγος καταλήγει ότι, στο κρατούν νομικό καθεστώς στην Ελλάδα δεν νοείται πολιτικός γάμος μεταξύ ομοφύλων, ενώ το ζήτημα, εάν υφίσταται ανάγκη σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, στα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, είναι τα τελευταία έτη στη χώρα μας υπό ευρεία επιστημονική, αλλά και κοινωνική, συζήτηση. Τέλος, παρά το γεγονός ότι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο έχει νομολογία που τάσσεται υπέρ της διεύρυνσης της έννοιας της οικογένειας και μεταξύ των ομοφύλων, το ίδιο δεν έχει αποφανθεί για τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματωθεί αυτή η διεύρυνση – αν λόγου χάρη αρκεί το σύμφωνο συμβίωσης.

Η απόφαση κινείται ερμηνεύοντας το θετικό δίκαιο της χώρας, χωρίς να εξετάζει όμως το δικαιοπολιτικό ζήτημα της αναγκαιότητας νομοθετικής ρύθμισης που θα επέκτεινε το δικαίωμα του γάμου και στους ομοφύλους. Άλλωστε, δεν είναι νοητό η δικαστική εξουσία να προβεί σε τέτοιου είδους πρωτοβουλίες ή να εκφράσει σχετική γνώμη, καθώς έργο της είναι η εφαρμογή του ισχύοντος νομικού καθεστώτος και όχι η τροποποίηση αυτού (το οποίο είναι έργο της νομοθετικής εξουσίας).

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , ,

Απόφαση Εφετείου για υπερχρεωμένα δικαιώνει απόλυτα τον δανειολήπτη-εντολέα

Απόρριψη εφέσεως της τράπεζας κατά δανειολήπτη υπερχρεωμένου

Απόφαση Έφεσης σε υπόθεση Υπερχρεωμένων του Γραφείου μας:

Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά απορρίπτει την έφεση αντίδικου πιστωτικού ιδρύματος που στράφηκε κατά πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, το οποίο έκανε δεκτή την υπαγωγή του εντολέα μας στα προστατευτικά πλαίσια του Ν. 3869/2017, κρίνοντας ως αβάσιμους και τους τέσσερις προβαλλόμενους λόγους.

 

Με την υπ’ αριθμ. 9038/2017 απόφαση  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίπτεται η έφεση που άσκησε η Ε.Τ.Ε. κατά της 482/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία έφεση ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που έκανε δεκτή την αίτηση υπαγωγής του δανειολήπτη και εντολέα μας στα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά. Το Δικαστήριο απέρριψε ένα προς ένα τα αιτήματα της Τράπεζας, όπως θα δειχθεί κατωτέρω, κρίνοντάς τα όλα αβάσιμα.

Ως πρώτο λόγο, η εκκαλούσα τράπεζα προέβαλε ότι η υπεύθυνη δήλωση που προσκόμισε ο αιτών κι αφορά στην ορθότητα και πληρότητα της περιουσιακής του κατάστασης δεν ανέφερε με σαφήνεια αν ο ίδιος είχε προβεί σε μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων την τελευταία τριετία πριν από την κατάθεση της αίτησης υπαγωγής του στο ν. Κατσέλη κι, ως εκ τούτου, η αίτηση του αιτούντος θα έπρεπε να κριθεί ως απαράδεκτη, καθώς η δήλωση αυτή είναι τυπικά απαιτούμενη για το παραδεκτό της αίτησης. Το Δικαστήριο, όμως, αντέλεξε, καθώς έκρινε ότι η απουσία μίας τέτοιας δήλωσης περί μη μεταβίβασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων συνίστατο στην ακριβώς απουσία μεταβιβάσεων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων. Η υπεύθυνη δήλωση αυτή είναι μεν τυπικό στοιχείο για την αίτηση, οι πλημμέλειές της όμως δεν δύνανται να οδηγήσουν την αίτηση σε απόρριψη ως απαράδεκτη.

Ως δεύτερο λόγο, η πιστώτρια προέβαλε την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου στην οποία προέβη το δικαστήριο του πρώτου βαθμού, μην απορρίπτοντας την αίτηση ως αόριστη. Το Μ.Π.Α., όμως, προβαίνοντας το ίδιο σε επισκόπηση της αίτησης, τη θεώρησε αρκούντως ορισμένη, καθώς περιέχονται όλα τα ουσιώδη στοιχεία (ήτοι η κατάσταση περιουσίας και εισοδημάτων του αιτούντος, οι απαιτήσεις κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του κλπ). Επομένως, και αυτός ο λόγος, που παραδοσιακά και σχεδόν αδιακρίτως προβάλλεται από τις εκκαλούσες πιστώτριες σε αντίστοιχες περιπτώσεις, χωρίς απαραίτητα ιδιαίτερη αιτιολόγηση, κρίθηκε αβάσιμος.

Ως τρίτος λόγος για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης προβλήθηκε το γεγονός ότι η άσκηση της αίτησης υπαγωγής στα προστατευτικά πλαίσια του νόμου για τα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά έγινε με τρόπο καταχρηστικό (αρ. 281 ΑΚ). Αντίθετα, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι η αίτηση ασκήθηκε στα πλαίσια των δικαιωμάτων του οφειλέτη, χωρίς υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματός του. Σκοπός δε του νομοθέτη με τον ν. 3869/2010 είναι η επανένταξη του οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή και η επανάκτηση της οικονομικής του ελευθερίας, που δεν εντοπίζεται όμως μόνον σε ακραίες κι έκτακτες περιπτώσεις αδυναμίας ανταπόκρισης στις δανειακές του υποχρεώσεις, αλλά κι όταν οδηγήθηκε εκεί και από αστοχία εκτιμήσεων ή ατυχούς οικονομικού προγραμματισμού.

Ως τέταρτο και τελευταίο λόγο, η Ε.Τ.Ε. προέβαλε το γεγονός ότι το Ειρηνοδικείο Κρωπίας εκτίμησε πλημμελώς το αποδεικτικό υλικό, καθώς θα έπρεπε να είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αδυναμία του οφειλέτη να ανταποκριθεί στις πληρωμές του ήταν πρόσκαιρη κι όχι μόνιμη, καθώς ο τελευταίος, σε ηλικία 40 ετών κατά τη συζήτηση, είχε μεγάλες δυνατότητες εξεύρεσης εργασίας και αποκατάστασης της εισοδηματικής του κατάστασης. Το Μ.Π.Α. απέρριψε και αυτόν το λόγο ως αβάσιμο, επικαλούμενο τόσο το αποδεικτικό υλικό όσο και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία καταδεικνύουν με πάσα βεβαιότητα ότι η ανεργία τα τελευταία χρόνια πλήττει όλο και περισσότερο τους νέους ανθρώπους στην Ελλάδα, πολύ δε περισσότερο έναν άνθρωπο ηλικίας περί τα 40 έτη χωρίς, ιδιαίτερα προσόντα (γνώση ηλεκτρονικών υπολογιστών ή εξειδικευμένες γραμματικές ή επιστημονικές γνώσεις).

Έτσι, έγινε δεκτό ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς έκρινε και έκανε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αίτηση του δανειολήπτη κι εντολέα μας, εφήρμοσε ορθώς τις σχετικές νομικές διατάξεις και εκτίμησε προσηκόντως το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό. Κατά συνέπεια το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την έφεση της Ε.Τ.Ε., κρατώντας σε πλήρη ισχύ την πρωτόδικη και θετική για τον εντολέα μας απόφαση του Ειρηνοδικείου.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο για διάσωση κατοικίας – περιουσίας κι αποφυγή πλειστηριασμού στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

ΣΤΕ: άκυρη η παράταση των φορολογικών ελέγχων άνω της 5ετίας

Εκατοντάδες χιλιάδες εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις φαίνεται πως οδεύουν στο αρχείο, καθώς με νέα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και συγκεκριμένα την υπ’ αριθμ. 2934/2017, τίθεται τέλος σε φορολογικούς ελέγχους που τεχνηέντως παρατείνονταν από τις φορολογικές αρχές πέραν του ευλόγου χρόνου, κρατώντας τους φορολογούμενους σε διαρκή αγωνία κι αναμονή, ένα είδος «φορολογικής ομηρίας» σε βάθος χρόνου.

Το τέχνασμα το οποίο επικαλούνταν μέχρι τώρα οι φορολογικές αρχές για να παρατείνουν διαρκώς το χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του Ελληνικού Δημοσίου ήταν η ανεύρεση «νέων στοιχείων», ήτοι αδήλωτων εισοδημάτων που εντοπίζονταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς των φορολογουμένων σε ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα. Αυτήν την τακτική ακριβώς κρίνει η εν λόγω απόφαση, θεωρώντας ότι οι προ του 2012 καταθέσεις των φορολογουμένων σε ελληνικές τράπεζες δεν δύνανται να ληφθούν υπ’ όψιν από τις φορολογικές αρχές ώστε να υπερβεί η παραγραφή την πενταετία, παραγράφοντας κατά συνέπεια τους φορολογικούς ελέγχους μέχρι το 2011, αφού τα στοιχεία αυτά θα μπορούσαν νωρίτερα να τα έχουν διασταυρώσει!!!.

Αναλυτικότερα, το ΣτΕ κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά, τα οποία κατά την κρίσιμη πενταετία είτε είχαν τεθεί στη διάθεση της Δ.Ο.Υ. και αγνοήθηκαν είτε δεν είχαν ληφθεί προσηκόντως υπ’ όψιν από αυτήν είτε όφειλε να τα είχε λάβει υπ’ όψιν, σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν «συμπληρωματικά στοιχεία». Διαφορετικά,  η ύπαρξη της πενταετούς παραγραφής θα έχανε την ουσία της, καθώς κατά κανόνα όλοι οι φορολογούμενοι τηρούν έστω και έναν λογαριασμό σε πιστωτικά ιδρύματα προς διευκόλυνση των συναλλαγών τους. Ως εκ τούτου, αν αυτοί οι λογαριασμοί κρίνονταν «νέα στοιχεία», τότε δεν θα είχε κανένα νόημα η έννοια της πενταετούς παραγραφής και η δεκαετία θα έμενε ως η μοναδική περίπτωση παραγραφής. Επιπροσθέτως, ο διπλασιασμός αυτός του χρόνου παραγραφής αποδεικνύει αφερεγγυότητα των φορολογικών αρχών, όπως δέχεται η απόφαση, παρεμποδίζει την άμυνα και ως εκ τούτου και την οικονομική ανάπτυξη κι εξέλιξη των φορολογουμένων, ενώ υπερβαίνει και τα μέτρα του αναγκαίου και εύλογου για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Άλλωστε, τα στοιχεία των λογαριασμών αυτών η διοίκηση θα μπορούσε να τα έχει στη διάθεσή της εδώ και πολλά χρόνια, μέσω της χρήσης βασικών και τακτικών τεχνολογικών μέσων.

Κατά συνέπεια των ανωτέρω, τίθεται και ζήτημα πρόσκρουσης με τις προϋποθέσεις του αρ. 78 παρ. 2 του Συντάγματος για τη μεταβολή της διάρκειας της παραγραφής με πρόβλεψη επιμηκύνσεως, διότι διατάξεις που παρατείνουν το χρόνο παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων που ανάγονται σε έτος προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου είναι ανίσχυρες, καθώς αντιβαίνουν στις αρχές του κράτους δικαίου και της ασφάλειας δικαίου. Ζήτημα συνταγματικής περιωπής θέτει η εξέταση της συμφωνίας αυτής της πρακτικής με την αρχή της αναλογικότητας (αρ. 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος): περισσότερο μάλλον ενθαρρύνεται η απραξία της φορολογικής διοίκησης με την παράταση της παραγραφής παρά εξυπηρετείται η διευκόλυνση της διαδικασίας ελέγχου, λόγω και της ύπαρξης των σύγχρονων ηλεκτρονικών και άλλων μεθόδων ελέγχου.

Το Δημόσιο συμφέρον, κατά το ΣτΕ, απαιτεί την ταχύτερη κατά το δυνατόν εκκαθάριση των υποχρεώσεων των φορολογουμένων, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να προγραμματίζουν την οικονομική τους δραστηριότητα, το οποίο προϋποθέτει να γνωρίζουν τις οφειλές τους εγκαίρως. Αντίθετα, επιζήμια για το Δημόσιο συμφέρον αποδεικνύεται η συσσώρευση οφειλών πολλών ετών και η έκδοση σχετικών καταλογιστικών πράξεων διά μιας. Προς τούτο, η διοίκηση θα πρέπει να τηρεί το ισχύον καθεστώς και να μην επικεντρώνεται σε υποθέσεις του παρελθόντος, καθώς έτσι διατρέχει τον κίνδυνο να μην είναι σε θέση να ασκήσει εγκαίρως τον απαιτούμενο έλεγχο για τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις των πολιτών, το οποίο απαιτεί να εκδίδονται πράξεις σε χρόνο που θα επιτρέπουν στους τελευταίους τη συμμόρφωση και θα τους αποτρέπουν από την επανάληψη ομοίων πράξεων.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , ,

Επιχειρηματικά χρέη

Εξωδικαστικός μηχανισμός: Αποτυχία ή διαπραγμάτευση;

Σύμφωνα με τις στατιστικές, πάνω από 7.000 επιχειρήσεις έχουν αποτύχει μέχρι στιγμής να ενταχθούν στον νόμο 4469/17 για τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό Ρύθμισης Επιχειρηματικών Χρεών. Οι υψηλές προσδοκίες κι απαιτήσεις που είχαν τεθεί για το νόμο φαίνεται να διαψεύδονται για μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων, με κύρια αίτια αφ’ ενός τις πολύ απαιτητικές προϋποθέσεις που πρέπει ο αιτών να πληροί ήδη για τα πρώτα στάδια της ένταξης στο νόμο κι αφ’ ετέρου, την γενική δυσκαμψία του ίδιου του νόμου, η οποία εκφράζεται από την αδυναμία του αιτούντος να επανέλθει με νέα αίτηση κατόπιν απόρριψης, ακόμη κι αν η απόρριψη αυτή γίνεται για τυπικούς λόγους ή και για σφάλμα εκ παραδρομής.

Για το μεγάλο αριθμό όμως των οφειλετών επιχειρηματιών που έμειναν εκτός ρύθμισης, δεν έχει απολεσθεί κάθε ελπίδα ρύθμισης των οφειλών τους έναντι των πιστωτριών τους. Δεδομένου ότι η αδυναμία ρύθμισης μεγάλου μέρους των κόκκινων δανείων που συνεπάγεται η αυστηρότητα του Εξωδικαστικού Μηχανισμού έχει ως αποτέλεσμα τη ζημία τόσο του κράτους όσο και των πιστωτριών καθαυτών, έχει παρουσιαστεί τον τελευταίο καιρό το φαινόμενο οι τράπεζες να έχουν τη διάθεση να προβούν σε μία διαπραγμάτευση, όχι τυπική και μηχανιστική, όπως επιβάλλει ο νόμος, αλλά πιο άμεση, με τους οφειλέτες τους, ώστε να επιτύχουν μία ρύθμιση της οφειλής και την εξόφληση έστω ποσοστού της τελευταίας, το οποίο είναι πιο συμφέρον από τις κοστοβόρες και χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες.

Η διαδικασία των διαπραγματεύσεων που λαμβάνει χώρα εν προκειμένω ομοιάζει με την επιβαλλόμενη στα πλαίσια του Εξωδικαστικού Μηχανισμού, χωρίς να έχει όμως, ως προαπαιτούμενο τις αυστηρές προϋποθέσεις του νόμου. Η διαδικασία αυτή μπορεί να εκκινήσει είτε με πρωτοβουλία των ίδιων των τραπεζών είτε με πρωτοβουλία των οφειλετών, καθώς, όπως προελέχθη, υπάρχει μία γενική διάθεση ανεύρεσης συμβιβαστικών λύσεων, οι οποίες κατά κανόνα ευνοούν τα συμφέροντα και των δύο. Πρόκειται για μία «κλασική» περίπτωση όπου ο ρόλος του διαμεσολαβητή-διαπραγματευτή μπορεί να αναδειχθεί ως κομβικός και νευραλγικός για την επίτευξη μίας αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας. Ούτως ή άλλως, δεν είναι σκόπιμο οι οφειλέτες να προσέρχονται σε τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις χωρίς νομική συμπαράσταση, καθώς θα έχουν απέναντί τους όχι απλώς έναν αντισυμβαλλόμενο, αλλά ουσιαστικά τον τραπεζικό μηχανισμό, έναντι του οποίου, εκ των πραγμάτων, είναι τα αδύναμα μέρη. Πολύ περισσότερο, ο διαμεσολαβητής θα είναι σε θέση να διαγνώσει τα αμοιβαία συμφέροντα και να καθοδηγήσει τον ενδιαφερόμενο κατά τις διαπραγματεύσεις τους.

Η αλήθεια είναι ότι αυτή η κατάσταση έχει προκύψει από την αναγκαιότητα. Όχι μόνον ο τραπεζικός μηχανισμός ή το σύνολο των οφειλετών, αλλά ολόκληρο το οικονομικό σύστημα της χώρας, ολόκληρη η κοινωνία στην πραγματικότητα, προσδοκούσε ότι ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Επιχειρηματικών Χρεών θα έδινε μία άλλη οικονομική ανάσα όχι σε κάθε μέρος ξεχωριστά, αλλά σε ολόκληρη τη χώρα. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, μεγάλοι χαμένοι αυτής της υπόθεσης είναι και τα τραπεζικά ιδρύματα, τα οποία χάνουν την ευκαιρία να δουν τις οφειλές προς αυτά να αποπληρώνονται, έστω στα πλαίσια ρυθμίσεων, λόγω ενός απαράδεκτα στρυφνού και τυπολατρικού συστήματος, παρά την αντίστοιχη διάθεση από τους οφειλέτες. Πρόκειται, λοιπόν, για «σημείο» των καιρών: αντίστοιχη διάθεση από τις πιστώτριες τράπεζες δεν προϋπήρχε και αν δεν το επέβαλαν οι συνθήκες, πιθανώς δεν θα εμφανιζόταν ποτέ. Είναι μία ευκαιρία για τις χιλιάδες των επιχειρήσεων που δεν πέτυχαν τα επιθυμητά αποτελέσματα στην προσπάθεια ένταξής τους στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό να επανέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, χωρίς πλατφόρμες, χωρίς τυπικές απαιτήσεις, μόνο με ειλικρινή διαπραγματευτική διάθεση.

Η παρουσία, όμως, ενός ικανού διαπραγματευτή-διαμεσολαβητή ή έστω ενός νομικού παραστάτη πλησίον του οφειλέτη δεν παύει να είναι απολύτως αναγκαία. Ένας ανίδεος οφειλέτης είναι ευάλωτος, αφού, εύλογο είναι σε κάθε περίπτωση ότι η αντισυμβαλλόμενη τράπεζα κυρίως θα επιδιώξει να προασπίσει τα δικά της συμφέροντα κι όχι του οφειλέτη. Η στάθμιση των συμφερόντων, η διατήρηση της ισορροπίας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και η καθοδήγηση των μερών σε μία πραγματικά επωφελή συμφωνία είναι ακριβώς το έργο του διαμεσολαβητή, αφού η διαδικασία της διαπραγμάτευσης, για να καταλήξει αμοιβαίως συμφέρουσα, πρέπει να γίνεται επί ίσοις όροις, κάτι το οποίο αντικειμενικά δεν μπορεί να γίνει όταν ο οφειλέτης έρχεται μόνος αντιμέτωπος με τον σύνθετο, πολύπλοκο και τεχνοκρατικό πιστωτικό μηχανισμό των τραπεζών.

Για περισσότερες πληροφορίες και προσωπικό ραντεβού με εξειδικευμένο δικηγόρο με σκοπό τη ρύθμιση οφειλών και την αποφυγή πλειστηριασμών και πτωχεύσεων επικοινωνείστε στα τηλ 210 8811903, 6932455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Κατασχέσεις κοινών τραπεζικών λογαριασμών

Τον τελευταίο καιρό έχει παρατηρηθεί, κατόπιν σωρείας καταγγελιών από καταναλωτές στην ΕΚΠΟΙΖΩ, το φαινόμενο να πραγματοποιούνται κατασχέσεις σε κοινούς λογαριασμούς, στους οποίους ένας από τους συνδικαιούχους είναι οφειλέτης του Δημοσίου, ακόμη κι αν στο λογαριασμό αυτόν έχουν κατατεθεί μισθοί, συντάξεις και δηλωμένες ως ακατάσχετες καταθέσεις από άλλο συνδικαιούχο.

Λόγος τον οποίο επικαλείται το Δημόσιο, κατά τις ως άνω καταγγελίες, είναι ότι τα ποσά τα οποία κατάσχουν από τους κοινούς λογαριασμούς τεκμαίρεται ότι ανήκουν κατ’ ίσα μέρη στους δικαιούχους, άρα μόνο ένα μέρος του λογαριασμού προστατεύεται, ακόμη κι αν ο άλλος συνδικαιούχος δεν έχει οφειλές στο Δημόσιο. Ούτε αυτό το όριο, όμως, καθώς φαίνεται, στην πραγματικότητα δεν γίνεται σεβαστό από το Δημόσιο, αφού έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο να γίνεται κατάσχεση ολόκληρου του ποσού του λογαριασμού. Την παράνομη αυτή πρακτική, όπως διαφαίνεται από τις σχετικές ερωτήσεις που απάντησε η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), το Δημόσιο την έχει υιοθετήσει, βασιζόμενο στο άρθρο 3 του Ν. 5638/1932 που ορίζει ότι μπορεί να γίνει κατάσχεση της κατάθεσης σε λογαριασμό, ο οποίος τεκμαίρεται αμάχητα ότι ανήκει σε όλους τους δικαιούχους, κατά ίσα μέρη.

Στην πραγματικότητα, οι μισθοί και οι συντάξεις θεωρούνται ακατάσχετες, όπως ορίζει το άρθρο 31 παρ. 1 περ. ε του Κ.Ε.Δ.Ε. Επίσης, οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να δηλώσουν κάποιον λογαριασμό, ατομικό ή κοινό, για να τηρούν ποσά έως 1.250 ευρώ, ακατάσχετα. Ο λογαριασμός αυτός, βεβαίως, θα είναι ένας και μοναδικός και σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, ανά άτομο και αυτά τα ορίζει η παράγραφος 2 του ως άνω άρθρου – εκτός βέβαια αν υφίσταται ορισμένος λογαριασμός για τη μισθοδοσία ή τη σύνταξη, οπότε αυτός μόνο θεωρείται ακατάσχετος.

Η –ηθελημένη- παρερμηνεία που γίνεται από το Δημόσιο, εν προκειμένω, παραγνωρίζει την έννοια του ακατασχέτου, θέτοντας ως μόνο κριτήριο το «κατά ίσα μέρη» του νόμου 5638/1932, κατάσχοντας έτσι χωρίς διάκριση ποσά από κοινούς λογαριασμού, υποτίθεται έως το ήμισυ των κατατεθειμένων στο λογαριασμοί (αν και αποδεικνύεται εμπράκτως αυτό δεν ισχύει). Όμως, το ακατάσχετο του ποσού των 1.250 ευρώ είτε για συντάξεις είτε για μισθοδοσία δεν παύει να υφίσταται ούτε περιορίζεται από το «ίσο μέρος» που ανήκει στο συνδικαιούχο. Αυτό σημαίνει ότι σε έναν λογαριασμό που ο ένας από τους δύο συνδικαιούχους οφείλει στο Δημόσιο κι ο άλλος όχι, εφ’ όσον έχει δηλωθεί από τον άλλο το ακατάσχετο των καταθέσεών του, θα προστατεύεται εξ ολοκλήρου το ακατάσχετο, ακόμη κι αν υπερβαίνει το 50% του συνολικού ποσού, ασχέτως του τεκμηρίου.

Η πρακτική που περιγράφεται ανωτέρω είναι σαφώς παράνομη. Η έννοια του ακατασχέτου δεν επιδέχεται εξαιρέσεις και σίγουρα δεν είναι νομικό επιχείρημα το γεγονός ότι ο λογαριασμός τεκμαίρεται ότι μοιράζεται κατά «ίσα μέρη». Ένας κοινός λογαριασμός που έχει δηλωθεί ως ακατάσχετος και περιέχει συνολικά 1.250 ευρώ, ακόμη κι αν κάποιος από τους συνδικαιούχους έχουν οφειλές προς Δημόσιο, θα προστατεύεται εξ ολοκλήρου, δηλαδή το Δημόσιο δεν επιτρέπεται να κατασχέσει ούτε ένα ευρώ. Στην πράξη, όμως, το Δημόσιο θεωρεί ότι έχει δικαίωμα μέχρι το 50% του λογαριασμού, ενώ έχει σημειωθεί και το φαινόμενο να κατάσχεται και ολόκληρο το ποσό.

Αυτή η πρακτική που η Α.Α.Δ.Ε. δεν φαίνεται να απορρίπτει, αφ’ ενός εγείρει ενστάσεις νομιμότητας, αλλά και μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη για τους συμπολίτες μας, αφού καταστρατηγείται η έννοια του «ακατασχέτου» που σκοπός του είναι να διατηρηθεί ένα επίπεδο ζωής για τον δικαιούχο, κι άρα είναι ζωτικής αξίας για τον ίδιο.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , ,