RSS

Tag Archives: φορολογική προσφυγή

Επιστροφή δώρων σε συντάξεις και μισθούς

ΔΙΑΚΟΨΤΕ ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ ΣΕ ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ!!!

Αφορά όλους τους συνταξιούχους ΙΚΑ, ΓΛΚ,ΟΑΕΕ, ΝΑΤ και ειδικά Μισθολόγια όπως Ένστολοι.

Σπεύστε έως τέλος 2018 για την επιστροφή των Δώρων σε Κύριες και Επικουρικές Συντάξεις.

Οι συνταξιούχοι έχουν την δυνατότητα να προσέλθουν άμεσα  και να αιτηθούν προς τα οικεία ταμεία τους την επιστροφή των περικοπών σε κύριες και επικουρικές συντάξεις  μέχρι και ΠΕΝΤΕ έτη αναδρομικά. Επικοινωνήστε με το γραφείο μας ώστε να σας καθοδηγήσουμε για την συμπλήρωση της αίτησης.

Το περιεχόμενο της αίτησης θα πρέπει να αναγράφει ότι ζητάτε άμεσα την διακοπή των μειώσεων που επιβλήθηκαν με τους μνημονιακούς νόμους 4051 και 4093/12 τόσο στη κύρια όσο και στην επικουρική  σύνταξη, ενώ παράλληλα να αιτηθείτε την αναδρομική επιστροφή των ποσών που ω παρακρατήθηκαν από 11/06/2015. Η αίτηση βασίζεται στις αποφάσεις 2287 και 2290/2015 του Συμβουλίου της Επικράτειας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για να διεκδικηθούν τα αναδρομικά ποσά  για μία πενταετία και να μην χάνονται στο μεταξύ τα δικαιώματα, η αίτηση θα πρέπει να έχει υποβληθεί έως το τέλος του τρέχοντος έτος.

Η  επιστροφή των περικοπών ΑΦΟΡΑ σε όσους συνταξιούχους  θα προσφύγουν δικαστικώς, ακόμη και εάν εφαρμοστεί ο νόμος Κατρούγκαλου από 01/01/2019.

Το  Δικηγορικό μας γραφείο μας έχει ήδη σχεδιάσει την ομαδική αγωγή που απαιτείται για την διεκδίκηση των χρημάτων σας.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ΑΠΟΣΤΕΙΛΟΥΜΕ ΑΜΕΣΑ ΤΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ

 Για περισσότερες πληροφορίες και προσωπικό ραντεβού με εξειδικευμένο δικηγόρο με σκοπό την διεκδίκηση των περικοπών των συντάξεων σας  επικοινωνήστε στα τηλ 210 8811903, 6932455478.

 

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , ,

Παραγραφή προθεσμίας Δημοσίου για έλεγχο φορολογικών δηλώσεων

Με την πρόσφατη υπ’ αριθμ. 111/2018 γνωμοδότησή του, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους διακρίνει την μη υποβολή δήλωσης εισοδήματος από την υποβολή εκπρόθεσμης δήλωσης, κρίνοντας ότι η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρου βάσει της φορολογικής δήλωσης που υποβλήθηκε εκπρόθεσμα θα έπρεπε να είναι πενταετής (ή υπό περιστάσεις, οκταετής) κι όχι δεκαπενταετής, όπως υπολογιζόταν μέχρι σήμερα, λόγω της υπ’ αριθμ. 173/2006 γνωμοδότησης της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Οικονομικών που εξίσωνε τις δύο περιπτώσεις.

Η εν λόγω πρόσφατη γνωμοδότηση συμπορεύεται με το πνεύμα των υπ’ αριθμ. 1738/2017, 2934/2017 και 2935/2017 αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, βάσει των οποίων αυστηροποιήθηκε το πλαίσιο εφαρμογής της πενταετίας στις παραγραφές των φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου από πλημμελείς φορολογικές δηλώσεις, βάζοντας φρένο στις καταχρηστικές μεθόδους υπολογισμού προθεσμιών παραγραφής μέσω διαδοχικών παρατάσεων εκ μέρους της Διοίκησης.

Διαπιστώνει επομένως το Ν.Σ.Κ. ότι σήμερα, με τη «στροφή» που πραγματοποίησε το Σ.τ.Ε. στη νομολογία του, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εξίσωση μη υποβολής φορολογικής δήλωσης εισοδημάτων με την εκπρόθεσμη υποβολή της, όπως ερμηνευόταν από το 2006 η (πράγματι ασαφής) διάταξη του αρθρ. 84 παρ. 5 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος -ο οποίος ισχύει για τις χρήσεις μέχρι το 2013- και εισήγαγε εξαιρετικά την δεκαπενταετή προθεσμία παραγραφής στην περίπτωση της μη υποβολής, χωρίς όμως να κάνει μνεία στην περίπτωση της εκπρόθεσμης υποβολής. Η νέα γνωμοδότηση θεωρεί ότι η απουσία ρητής σχετικής αναφοράς είναι κρίσιμη και με κανέναν ερμηνευτικό τρόπο δεν είναι δυνατό να επεκταθεί κατ’ αναλογία η εξαιρετική περίπτωση της δεκαπενταετίας και στις περιπτώσεις εκπρόθεσμης υποβολής.

Μάλιστα, γινόταν δεκτό ότι σε περίπτωση υποβολής των φορολογικών δηλώσεων κατά την διάρκεια του τελευταίου έτους πριν από την ημερομηνία λήξης του χρόνου παραγραφής, το δικαίωμα του Δημοσίου λάμβανε μια τριετή παράταση, δηλαδή θα παραγραφόταν μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της δήλωσης.

Αναφέρει λοιπόν, η ως άνω γνωμοδότηση, ότι η τριετής παράταση δεν μπορεί να αφορά την δεκαπενταετή παραγραφή, αλλά μόνον την πενταετή, καθώς το γράμμα του νόμου κάνει λόγο για έναρξή της από τη «λήξη του έτους υποβολής της δήλωσης», η οποία λήξη αφορά μόνον την πενταετή παραγραφή. Διαφορετικά, λόγος θα γινόταν για έναρξη από «την ημέρα επίδοσης της δήλωσης», όπως θα ήταν αναμενόμενο αν η τριετία αφορούσε την 15ετή παραγραφή.

Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι πλέον υφίστανται δύο διαφορετικές γνωμοδοτήσεις με αντίθετο περιεχόμενο, η ίδια η υπ’ αριθμ. 111/2018 γνωμοδότηση καταλήγει πως το ζήτημα θα πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για την οριστική διευθέτηση του θέματος. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται πως διανοίγεται η δυνατότητα να προσαρμοστεί η ερμηνεία των Κ.Φ.Ε. στην πρόσφατη νομολογία του Σ.τ.Ε. και να περιοριστεί η δεκαπενταετής παραγραφή μόνο στην περίπτωση μη υποβολής φορολογικής δήλωσης, και μάλιστα χωρίς δυνατότητα παράτασης για περαιτέρω τριετία.

Για περισσότερες πληροφορίες για φορολογικά, οικονομικά και σχετικά ποινικά ζητήματα  και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , ,

ΑΑΔΕ φορολ. έλεγχοι και περιουσιολόγιο

Στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Σχεδίου της ΑΑΔΕ για το 2018, το οποίο απεικονίζει τους ετήσιους στόχους και τα έργα  για την αύξηση της αποδοτικότητάς της, την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης των πολιτών και τη μεγιστοποίηση των Δημοσίων Εσόδων, έχει τεθεί το ζήτημα της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου μέσω της ολοκλήρωσης της δημιουργίας του ηλεκτρονικού περιουσιολόγιου.

Το Επιχειρησιακό Σχέδιο της ΑΑΔΕ γενικώς περιλαμβάνει κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο διεξαγωγής των φορολογικών και τελωνειακών ελέγχων και την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών με επιβολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης (κατασχέσεις, δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων κα). Μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται προβλέψεις για έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών και  ακόμη, σχέδια για έλεγχο και τραπεζικών θυρίδων των φορολογουμένων.

Το ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο ουσιαστικά θα αποτελεί ένα πληροφοριακό σύστημα όπου θα γίνεται η καταγραφή του συνόλου της ακίνητης και κινητής περιουσίας των φυσικών και νομικών προσώπων και οντοτήτων, και ο χαρακτήρας του θα είναι «εργαλειακός» για την ΑΑΔΕ, αφού θα χρησιμοποιείται αφ’ ενός για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των φορολογουμένων κι αφ’ ετέρου για τη διαμόρφωση μίας δικαιότερης και αποτελεσματικότερης κατανομής φορολογικών βαρών στους πολίτες, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες των τελευταίων. Θα είναι μάλιστα ευκολότερος ο εντοπισμός και η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, μέσω του ελέγχου των προσαυξήσεων των περιουσιών των φορολογουμένων, και δη της αιτιολόγησης που αυτοί θα προσφέρουν.

Αντιστοίχως, στο ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο θα έχουν πρόσβαση και οι πολίτες, ώστε να δύνανται να ελέγξουν την ακρίβεια και την πληρότητα των πληροφοριών της φορολογικής διοίκησης. Για να υπάρχει πληρότητα των στοιχείων που συνθέτουν την περιουσιακή κατάσταση και τα εισοδήματα του φορολογουμένου, θα υπάρξει στενή συνεργασία με το Πληροφοριακό Σύστημα Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας «ΕΡΓΑΝΗ»,το Κτηματολόγιο και το πληροφοριακό σύστημα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ώστε να υπάρχει εικόνα και της άυλης περιουσίας του φορολογουμένου).

Ενόψει της αναγκαιότητας του ηλεκτρονικού περιουσιολογίου ως εργαλείο της ΑΑΔΕ στη διαδικασία πάταξης της φοροδιαφυγής, η ΑΑΔΕ έχει θέσει την ολοκλήρωσή του στους άμεσους στόχους της, υπολογίζοντας την περάτωσή του έως το 2020. Υπάρχουν ήδη οι απαραίτητοι πόροι για την ολοκλήρωση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ενώ χρηματοδότηση θα ληφθεί και από το ΕΣΠΑ.

Για περισσότερες πληροφορίες και προσωπικό ραντεβού με εξειδικευμένο δικηγόρο με σκοπό τη ρύθμιση οφειλών και την αποφυγή κατασχέσεων,  πλειστηριασμών και πτωχεύσεων επικοινωνείστε στα τηλ 210 8811903, 6932455478.

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Προσωρινή εκτέλεση εις βάρος Δημοσίου

Σε μία πολύ ενδιαφέρουσα απόφασή του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας έκρινε αντισυνταγματική κι αντίθετη προς το ευρωπαϊκό δίκαιο την απαγόρευση προσωρινής εκτέλεσης σε βάρος του Δημοσίου που ορίζει το αρθρ. 909 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η περίπτωση αφορούσε ανεξόφλητα τιμολόγια Δημοσίου Νοσοκομείου έναντι προμηθευτή του, ο οποίος κίνησε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του πρώτου.

Η υπ’ αριθμ. 28/2018 απόφαση στο σκεπτικό της ξεκίνησε προσδιορίζοντας τις διαφορές που ανακύπτουν μεν από συμβάσεις με το Δημόσιο, αλλά υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια: αρχικά εξετάζεται αν οι συμβάσεις πληρούν τα στοιχεία των διοικητικών συμβάσεων (να δημιουργούνται διοικητικές διαφορές ουσίας, να καταρτίζονται από το Δημόσιο ή από Ν.Π.Δ.Δ., να παρεκκλίνει το περιεχόμενό τους από το κοινό δίκαιο και να είναι το Δημόσιο σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου του), διότι, αν λείπει έστω ένα στοιχείο, η σύμβαση θεωρείται ιδιωτική και οι διαφορές βάσει αυτής υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Στα πολιτικά δικαστήρια, επιπροσθέτως, υπάγονται οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό που έχουν υπόβαθρο άκυρη, μη διοικητική, σύμφωνα με τα ανωτέρω, σύμβαση. Περαιτέρω, σύμβαση που συνάπτει ένα Ν.Π.Δ.Δ., όπως το Δημόσιο Νοσοκομείο, είτε κατόπιν διαγωνισμού είτε με απευθείας ανάθεση κατόπιν πρόχειρου διαγωνισμού είτε και χωρίς διαγωνισμό, πρέπει να περιβάλλεται από το συστατικό τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η μη τήρηση του οποίου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Η ακυρότητα μπορεί να προταθεί και από αυτόν που γνώριζε ότι απαιτείται τύπος και παρά ταύτα προέβη στη σύναψη της σχετικής σύμβασης, αλλά και από το Δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως. Στις περιπτώσεις αυτές τα μέρη δύνανται να προβάλλουν αξιώσεις στηριζόμενες μόνο στον αδικαιολόγητο πλουτισμό κι όχι στην άκυρη σύμβαση.

Όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας που επιβάλλεται στα Ν.Π.Δ.Δ., σύμφωνα με το αρθρ. 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, το οποίο εφαρμόζεται και στο Νοσοκομείο, ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν η ίδια η σύμβαση ή κάποιος ειδικός νόμος προβλέπει κάτι διαφορετικό. Για τη γένεση της υποχρέωσης καταβολής των τόκων υπερημερίας αρκεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής. Ειδικός νόμος εν προκειμένω αποτελεί το π.δ. 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ε.Ε. για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, κι επομένως κατισχύει του ν.δ. 496/1974. Σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 166/2003, σε περίπτωση νοσηλευτικού ιδρύματος Ν.Π.Δ.Δ. στο οποίο παραδόθηκαν αγαθά ή υπηρεσίες έναντι αμοιβής, την οποία καθυστερεί, αυτό καθίσταται υπερήμερο και οφείλει τόκους υπερημερίας εξήντα ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή υπηρεσιών. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση, η τοκογονία δεν αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.

Τέλος, αναφορικά με την απαγόρευση της προσωρινής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου, την οποία ορίζει το αρθρ. 909 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι αυτή πρέπει να θεωρηθεί κατηργημένη, διότι αντιφάσκει τόσο προς το αρθρ. 2 παρ. 3 του Ν. 2462/1997 (Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), αλλά και προς το αρθρ. 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., του αρθρ. 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής και του αρθρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Αυτό σημαίνει ότι η απαγόρευση της προσωρινής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου θεωρείται πλέον αντισυνταγματική κι αντίθετη και με το ευρωπαϊκό δίκαιο κι ως εκ τούτου δεν μπορεί να εγερθεί νομίμως από το Δημόσιο – και συγκεκριμένα εν προκειμένω, από το εναγόμενο Δημόσιο Νοσοκομείο.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στους πλειστηριασμούς, στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 01/06/2018 σε Διοικητικό

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , ,

Παραγραφή φορολογικών υποθέσεων

Οι υπ’ αριθμ. 1738/2017 και 2932/2017 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) έχουν ανανεώσει το ενδιαφέρον των φορολογουμένων για το ζήτημα της παραγραφής των φορολογικών τους υποθέσεων, καθώς οι ως άνω αποφάσεις έθεσαν όρια -και μάλιστα συνταγματικής περιωπής- στις φορολογικές αρχές ώστε να αποφεύγονται οι μέχρι πρόσφατα ακολουθούμενες καταχρηστικές πρακτικές που επέκτειναν αυθαίρετα τα όρια των παραγραφών.

Το περιεχόμενο της πρόσφατης νομολογίας του ΣτΕ ουσιαστικά ήταν ότι οι διαδοχικές παρατάσεις του χρόνου παραγραφής κατέληγαν καταχρηστικές, όταν αυτές έφταναν πρακτικά στην κατάλυση του κανόνα της πενταετίας. Τυπική προϋπόθεση για την επιμήκυνση αποτελεί διάταξη, η οποία θα πρέπει να θεσπίζεται το αργότερο εντός του επόμενου έτους από αυτό στο οποίο ανάγεται η φορολογική υποχρέωση, εν αντιθέσει με την όλως καταχρηστική παράταση του χρόνου παραγραφής λίγο πριν τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας. Ως αποτέλεσμα, στις υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος έχουν παραγραφεί σήμερα οι χρήσεις έως το 2011, ενώ στο τέλος του χρόνου θα παραγραφεί η χρήση του 2012.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στις ακόλουθες δύο ειδικές περιπτώσεις, όπου επικρατεί ακόμη κάποια σύγχυση:

Όσον αφορά τη μη υποβολή φορολογικής δήλωσης: ο τότε ισχύων Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος προέβλεπε ότι η παραγραφή είναι δεκαπενταετής, πλην των περιπτώσεων όπου αυτή υποβαλλόταν το τελευταίο έτος πριν από την παραγραφή, οπότε επερχόταν επέκταση της παραγραφής για τρία πλέον έτη. Παρά το γράμμα όμως του νόμου, οι φορολογικές αρχές, βασιζόμενες σε μία γνωμοδότηση του ΝΣΚ (υπ’αριθμ. 173/2006), παρέτειναν την παραγραφή σε δεκαπέντε έτη όχι μόνον στις περιπτώσεις μη υποβολής, αλλά και στις περιπτώσεις εκπρόθεσμης υποβολής, πράγμα ανακόλουθο με τη διατύπωση του νόμου και σαφώς αντισυνταγματικό.

Όσον αφορά το φορολογικό πιστοποιητικό: στη σχετική υπ’ αριθμ. 1490/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (πλέον αμετάκλητη), κρίθηκε ότι για τις εταιρείες που έχουν λάβει έκθεση φορολογικής συμμόρφωσης από τους ορκωτούς ελεγκτές ανεπιφύλακτα για τη χρήση 2011, υπάρχει προθεσμία 18 μηνών για τον έλεγχό τους από τις φορολογικές αρχές που αρχίζει από την υποβολή του πιστοποιητικού – πλην περιπτώσεων ανακάλυψης νέων στοιχείων ή ειδικά προβλεπόμενων ενδείξεων παραβάσεων. Παρά τη σχετική απόφαση, η διοίκηση προέβαινε σε σειρά ελέγχων, αγνοώντας τον τεθέντα δεκαοκτάμηνο χρόνο παραγραφής. Η παράνομη αυτή συμπεριφορά αναγνωρίστηκε ήδη από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, η οποία, επικαλούμενη την ως άνω απόφαση, έκανε αποδεκτή ενδικοφανή προσφυγή εταιρείας, λόγω της παρέλευσης του σχετικού δεκαοκτάμηνου και της συνακόλουθης παραγραφής της χρήσης του 2011. Κατ’ αναλογία τα ως άνω εφαρμόζονται και στη χρήση του 2012.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 20/04/2018 σε Φορολογικό

 

Ετικέτες: , , , , , , , ,

Χωριστές δηλώσεις εφορίας για τους συζύγους

Σύμφωνα με την πρόσφατη, υπ’ αριθμ. 330/2018 απόφαση του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), η υποβολή κοινής φορολογικής δήλωσης των συζύγων μόνον από το σύζυγο προϋποθέτει την κοινή συναίνεση και των δύο, ελλείψει της οποίας οι φορολογικές υποχρεώσεις και οι βεβαιώσεις φόρων είναι χωριστές κι αυτοτελείς.

Όπως σημειώνει το Σ.τ.Ε. στην απόφασή του, ήδη ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.) προβλέπει ότι κάθε σύζυγος χωριστά είναι υπόχρεος για το φόρο, τα τέλη και τις εισφορές του εισοδήματός του, με κατ’ αρχήν όμως διαδικαστικώς υπόχρεο για την υποβολή αυτής τον σύζυγο, ενώ ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.) προβλέπει πως η βεβαίωση του φόρου γίνεται σε κάθε σύζυγο ξεχωριστά. Παρά ταύτα, υπό την ισχύ του ν. 4172/2013, η οφειλή για φόρο, τέλη και εισφορές που αναλογούν στα εισοδήματα των συζύγων, εξακολουθεί να βεβαιώνεται στο όνομα μόνο του συζύγου. Δηλαδή, βεβαιώνεται και καταχωρίζεται ως εισπρακτέο ή επιστρεπτέο το άθροισμα των οφειλών των δύο συζύγων στο όνομα του συζύγου.

Ο Κ.Φ.Ε. έχει διατηρήσει για το σύζυγο την υποχρέωση να υποβάλει τη δήλωση και της συζύγου του, μολονότι δεν είναι υπόχρεος για το φόρο, τα τέλη και τις εισφορές που αναλογούν στο εισόδημά της. Η διατήρηση της υποχρέωσης αυτής, όμως, δεν προβλέπεται ούτε στον Κ.Φ.Ε. ούτε στον Κ.Φ.Δ. ρητώς. Από την άλλη, οι τεχνικής φύσεως λόγοι που είχαν εκτεθεί στην αιτιολογική έκθεση του ν. 1473/1984 κι αφορούσαν το μεγάλο όγκο των δηλώσεων και τη συνεπαγόμενη καθυστέρηση στην εκκαθάριση τους, με την αλματώδη αύξηση της τεχνολογίας έχουν προ πολλού εκλείψει. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, η εξέταση του οικογενειακού εισοδήματος συνολικά από τις φορολογικές αρχές δεν προϋποθέτει αναγκαστικά την κοινή υποβολή. Όσο για το ενδεχόμενο μη υποβολής δήλωσης από τον ένα σύζυγο ή ελέγχου του ενός, ο κίνδυνος υφίσταται και στην περίπτωση που ο ένας σύζυγος, αν και υπόχρεος σε κοινή δήλωση, δεν δηλώνει τα εισοδήματά του ή υποβάλλεται σε έλεγχο για αυτά. Είναι άλλωστε επιταγή της ορθής κι αποτελεσματικής εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας να προσαρμόζεται αυτή με γνώμονα την καλύτερη εξυπηρέτηση του συστήματος φορολόγησης.

Ενόψει των ανωτέρω, το Σ.τ.Ε. κρίνει ότι δεν υφίσταται γενικώς κάποιος λόγος, πόσο μάλλον προφανής λόγος δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος να δικαιολογεί την υποχρεωτική υποβολή κοινής δήλωσης φόρου εισοδήματος των συζύγων κι επομένως, με γνώμονα το Σύνταγμα, αλλά και την ΕΣΔΑ, καταλήγει ότι ο σύζυγος υποβάλλει κοινή δήλωση και για το εισόδημα της συζύγου εφόσον συναινούν και οι δύο σύζυγοι, ενώ ελλείψει τέτοιας συναίνεσης, οι σύζυγοι διατηρούν το δικαίωμά τους να υποβάλλουν αυτοτελώς δηλώσεις φόρου εισοδήματος.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , ,

Φορολογικοί έλεγχοι-Παραγραφή

Με νέα απόφασή του και, συγκεκριμένα, την υπ’ αριθμ. 172/2018 του Β΄ Τμήματός του, το Συμβούλιο της Επικρατείας επανέρχεται στο ζήτημα των παραγραφών των φορολογικών ελέγχων, συνεχίζοντας τη θέσπιση ορίων στις ανεξέλεγκτες παρατάσεις της παραγραφής αυτών από τη Φορολογική Διοίκηση με το πρόσχημα των «νέων» συμπληρωματικών στοιχείων, αποκλείοντας από την κατηγορία αυτή τόσο τις ανώνυμες καταγγελίες όσο και τις πληροφοριακές εκθέσεις ελέγχου του ΣΔΟΕ.

Η απόφαση αυτή αποτελεί παρακολούθημα της υπ’ αριθμ. 1738/2017 της Ολομέλειας του ΣτΕ, με την οποία τέθηκε για πρώτη φορά «φρένο» στις αλλεπάλληλες παρατάσεις της πενταετούς παραγραφής των φορολογικών ελέγχων και την επέκτασή τους σε δεκαετείς.

Επαναλαμβάνεται, κατ’ αρχήν, το γεγονός ότι κατά κανόνα ο φορολογικός έλεγχος πρέπει να διενεργείται εντός της πενταετίας, η παράταση της οποίας δικαιολογείται μόνον από την περιέλευση στα χέρια της διοίκησης των λεγόμενων «συμπληρωματικών» στοιχείων. Η Φορολογική, όμως, Διοίκηση, τα τελευταία χρόνια έκανε μία αρκετά διευρυμένη, έως καταχρηστική, ερμηνεία του τί ακριβώς συνιστά «συμπληρωματικό» στοιχείο. Με την παρούσα κρίνεται ότι ανώνυμες καταγγελίες στις αρμόδιες αρχές για φοροδιαφυγή δεν αποτελούν τέτοιου είδους στοιχεία, ούτε όμως και οι «πληροφοριακές εκθέσεις ελέγχου φορολογίας εισοδήματος» του ΣΔΟΕ, που αποτελούν προπαρασκευαστικές πράξεις, στην πραγματικότητα, του ελέγχου.

Η υπόθεση αφορούσε Δικηγόρο Αθηνών, κατά του οποίου έγινε ανώνυμη καταγγελία ότι φοροδιέφευγε και στη βάση της οποίας οι φορολογικές αρχές, ενώ η πενταετία είχε παρέλθει, διέταξαν άρση απορρήτου στους λογαριασμούς του και έλεγχό τους, θεωρώντας ότι αυτή η ανώνυμη καταγγελία αποτελούσε συμπληρωματικό στοιχείο που επιτρέπει στην αρμόδια φορολογική αρχή την παράταση της πενταετίας και τον εκ νέου καθορισμό φόρου. Σε αυτή τη λογική το ΣτΕ αντιτάχθηκε, καθώς έκρινε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των συμπληρωματικών στοιχείων.

Η υπ’ αριθμ. 172/2018 απόφαση του Β΄ Τμήματος του ΣτΕ κινείται στην ίδια λογική και πλαίσιο με την υπ’ αριθμ. 1738/2017 απόφαση της Ολομελείας του ιδίου: επιδιώκεται ακριβώς ο μετριασμός κι η οριοθέτηση των περιπτώσεων όπου πράγματι γίνεται λόγος για συμπληρωματικά στοιχεία και είναι επιτρεπτή η παράταση του χρόνου παραγραφής, ο οποίος περιορισμός είναι σήμερα αναγκαίος, καθώς τα τελευταία χρόνια, με τις διευρυμένες ερμηνείες της διοίκησης, φαίνεται ότι ο κανόνας ήταν η δεκαετία και η εξαίρεση η πενταετία για τις παραγραφές των φορολογικών ελέγχων. Προκύπτει πλέον, όμως, ότι αυτή η στάση δεν είναι πλέον αποδεκτή από το ελληνικό νομικό (και όχι μόνο) κόσμο, κι επομένως, έστω περιπτωσιολογικά, συρρικνώνεται σταδιακά, όπως θα έπρεπε, η ευχέρεια χαρακτηρισμού δεδομένων ως συμπληρωματικά στοιχεία από τη Φορολογική Διοίκηση.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Παραγραφή φορολογικών υποθέσεων

Νέα εγκύκλιος ερμηνευτική της παραγραφής 

Σε προηγούμενο άρθρο είχε γίνει αναφορά σε ζήτημα που στην παρούσα χρονική συγκυρία έχει τραβήξει την προσοχή όχι μόνον των Ελλήνων νομικών, αλλά και του συνόλου των Ελλήνων πολιτών, ως προς τις παραγραφές των φορολογικών χρήσεων, ιδίως μετά τις υπ’ αριθμ. 2934 και 2935/2017 αποφάσεις του ΣτΕ. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην έννοια των συμπληρωματικών στοιχείων (κατά το άρθρο 68 παρ. 2, περ. α΄ του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος) και στο κατά πόσο αυτά μπορούν να θεωρηθούν «νέα» ή «παλαιά», ώστε εν συνεχεία να κριθεί αν ο εξεταζόμενος φορολογικός έλεγχος έχει παραγραφεί ή όχι. Σε περαιτέρω διευκρινίσεις του ζητήματος αυτού προβαίνει η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων με εγκύκλιό της και, συγκεκριμένα την υπ’ αριθμ. 1194/5.12.2017 πολυγραφημένη εγκύκλιο (ΠΟΛ.).

Η εγκύκλιος αναγνωρίζει το πρώτον ότι, κατά την πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ, επιτρέπεται η έκδοση πράξης καταλογισμού φόρου (και πρόσθετου) εντός δεκαετίας (αντί πενταετίας) από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης, εάν περιέλθουν στη γνώση της Διοίκησης συμπληρωματικά στοιχεία, που αφορούν μη δηλωθέντα αλλά φορολογητέα εισοδήματα, τα οποία η Διοίκηση δικαιολογημένα αγνοούσε κατά την αρχική πενταετία. Το ΣτΕ όμως έθεσε ένα όριο στην αυθαίρετη κρίση της Διοίκησης περί «νέων» συμπληρωματικών στοιχείων, κρίνοντας ότι «νέα» δεν θεωρούνται τα στοιχεία που εντός της πενταετίας περιήλθαν στη γνώση της φορολογικής αρχής αλλά είτε αγνοήθηκαν  είτε δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη, ούτε και  αυτά για τα οποία η φορολογική αρχή όφειλε να είχε λάβει γνώση  αλλά δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια, λαμβάνοντας τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου κι έρευνας. Τέτοια τακτικά μέτρα είναι ο έλεγχος των δηλώσεων εισοδημάτων και του υπολοίπου κινήσεων τραπεζικών λογαριασμών. Αυτά τα στοιχεία, επομένως, δεν μπορούν να θεωρηθούν συμπληρωματικά στοιχεία, ώστε να επιμηκυνθεί ο χρόνος παραγραφής.

Αντίθετα, πληροφορίες που περιέρχονται στη γνώση της φορολογικής αρχής από την αλλοδαπή, όπως χρηματοοικονομικά προϊόντα, κινητές αξίες, τραπεζικές κινήσεις κ.α., συνιστούν συμπληρωματικά στοιχεία, εφόσον η Διοίκηση α) δεν θα μπορούσε να έχει δικαιολογημένα υπόψη της κατά την αρχική πενταετία και β) να διαπιστωθεί από τον έλεγχο μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη. Αυτό σημαίνει όμως ότι πληροφορία από την αλλοδαπή η οποία περιέρχεται σε γνώση της φορολογικής αρχής μέσω της επεξεργασίας του ημεδαπού τραπεζικού λογαριασμού (επί παραδείγματι αν ο τραπεζικός λογαριασμός της αλλοδαπής τροφοδοτείται από ημεδαπούς λογαριασμούς ή το ανάστροφο, μέσω εμβάσματος), δεν είναι συμπληρωματικό στοιχείο και δεν μπορεί να παραταθεί η πενταετία εξ αυτού του λόγου.

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία έτη η πενταετής προθεσμία ελέγχου παρατεινόταν ανεξέλεγκτα και αυθαίρετα από τη Φορολογική Διοίκηση, που αδιάκριτα έκρινε ως συμπληρωματικά στοιχεία πληροφορίες που περιέρχονταν στη γνώση της από ελέγχους που όφειλε να είχε κάνει εντός πενταετίας, αλλά είτε τους διενεργούσε πλημμελώς είτε παρέλειπε να τους κάνει εμπρόθεσμα. Η εν λόγω εγκύκλιος, που επιβεβαιώνει την πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ, επισημαίνει ουσιαστικά ότι δεν είναι «νέα» τα στοιχεία που η Διοίκηση όφειλε να είχε ήδη λάβει υπόψη αλλά είτε αμέλησε να κάνει τους απαιτούμενους ελέγχους είτε, ενώ είχε κάνει τον έλεγχο, εκτίμησε πλημμελώς τις πληροφορίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις επέρχεται παραγραφή κανονικά εντός της πενταετίας κι δεν υπάρχει παράταση σε δεκαετία για επιβολή πράξης καταλογισμού φόρου.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , ,

Φορολογικές παραγραφές

Παραγραφή για την έρευνα εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων

Στον απόηχο της υπ’ αριθμ. 2934/2017 του ΣτΕ, έχει ανοίξει μεγάλος διάλογος, ανάλογος του όγκου των ενδιαφερομένων, ώστε να διευκρινιστεί το ζήτημα των φορολογικών παραγραφών. Μολονότι η αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας της πρακτικής των φορολογικών αρχών για τη χρήση των λογαριασμών ως υποτιθέμενων «νέων στοιχείων» φαίνεται να οδηγεί στο αρχείο σωρεία υποθέσεων, η προσπάθεια ανάλυσης της απόφασης έχει οδηγήσει σε πλήθος παρερμηνειών ως προς το καθεστώς των παραγραφών φορολογικών χρήσεων.

Αρχικά, πρέπει να διευκρινιστούν τα ζητήματα που θέτει η εν λόγω απόφαση. Το πρώτον, για όσους φορολογούμενους έχουν ήδη προσδιοριστεί τα οφειλόμενα ποσά, που έχουν λάβει, δηλαδή, τα «φύλλα ελέγχου», μεταξύ των ετών 2013-2016, αν οι λογαριασμοί , στη βάση των οποίων τεκμηριώθηκε η παράβαση,  θεωρηθούν «παλαιό στοιχείο», τότε θα επέλθει παραγραφή για υποθέσεις που αφορούν το οικονομικό έτος 2011 και τα προηγούμενα. Αν όμως θεωρηθούν «νέο στοιχείο», τότε δεν θα επέλθει παραγραφή. Δεύτερον, όσοι δεν έχουν ακόμη λάβει «φύλλα ελέγχου», αλλά βρίσκονται υπό καθεστώς εντολής ελέγχου, για τις χρήσεις 2005 και νωρίτερα, ανεξαρτήτως στοιχείων «παλαιών» και «νέων», επέρχεται παραγραφή. Τέλος, όσοι δεν έχουν ελεγχθεί με οποιονδήποτε τρόπο, και πάλι οι χρήσεις του 2005 και νωρίτερα παραγράφονται, ενώ, ως προς τις μεταγενέστερες θα τεθεί και πάλι το ζήτημα «παλαιών» και «νέων» στοιχείων. Προϋπόθεση, όμως, της εφαρμογής της απόφασης είναι η έκδοση Υπουργικής Απόφασης, ώστε να συμμορφωθεί η διοίκηση με την απόφαση του ΣτΕ.

Έπειτα, έχει μεγάλη σημασία να εξακριβωθεί το παρόν καθεστώς ως προς τις παραγραφές των φορολογικών χρήσεων και να διευκρινιστεί ότι ούτε έχει τεθεί κάποιο οριζόντιο καθεστώς πενταετών παραγραφών ούτε, όμως, υπάρχει αυθαίρετα η δυνατότητα της διοίκησης να εξετάζει πάσης φύσεως απόφασης εντός και εικοσαετίας.

Συγκεκριμένα, οι «παθολογικές» περιπτώσεις έχουν ως εξής: όταν ο φορολογούμενος δεν υποβάλλει καθόλου φορολογική δήλωση, τότε η διοίκηση έχει το δικαίωμα να ελέγξει και να προσδιορίσει το ποσό της οφειλής εντός 15ετίας. Αν πρόκειται για εικονικά ή πλαστά φορολογικά στοιχεία, ο έλεγχος αυτός μπορεί να λάβει χώρα εντός 10ετίας. Τέλος, εκκρεμεί στο ΣτΕ η περίπτωση της μεγάλης φοροδιαφυγής, η οποία αφορά δηλώσεις εισοδήματος εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και πάνω ή δηλώσεις Φ.Π.Α. πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και πάνω. Για το ζήτημα αν για αυτές τις περιπτώσεις θα ισχύει εικοσαετής παραγραφή, μέλλει να αποφανθεί το ΣτΕ.

Γενικώς, είναι σημαντικό να μην αφήνεται κανείς στις πρόχειρες ειδησεογραφικές εκτιμήσεις αποφάσεων με τέτοιο νομικό περιεχόμενο, ανεξαρτήτως του εάν έχει μεγάλο ενδιαφέρον για το υπό συζήτηση θέμα, καθώς κινδυνεύει να παρασυρθεί από τις ανακρίβειες, έστω και καλοπροαίρετες, ανθρώπων χωρίς εξειδίκευση στη νομική ανάλυση τέτοιων κειμένων. Αντίθετα, συνιστάται στους πολίτες να απευθύνονται σε εξειδικευμένα και πεπειραμένα δικηγορικά γραφεία, ώστε να λαμβάνουν ακριβείς απαντήσεις στα ζητήματα που τους αφορούν και όπου μπορούν να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους (π.χ. κατά κάποιας εκπρόθεσμης πράξης προσδιορισμού φόρου), με τον καταλληλότερο και πιο υπεύθυνο τρόπο.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Παραγραφή φόρου κληρονομιάς. Απόφαση ΣΤΕ

Απόφαση επί Ενδικοφανούς Προσφυγής του Γραφείου μας:

Με την υπ’ αριθμ. 5703/3-11-2017 απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, γίνεται δεκτό το αίτημα της ενδικοφανούς προσφυγής που ασκήσαμε εκ μέρους της εντολέα μας ώστε να αναγνωριστεί ότι η μετά 17 έτη από τη δήλωση κληρονομιάς Οριστική Πράξη Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Κληρονομιάς από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. είχε υποπέσει σε παραγραφή και ήταν ως εκ τούτου άκυρη.

Με την υπ’ αριθμ. 8/20-3-2017 Οριστική Πράξη Διορθωτικού Προσδιορισμού Φόρου Κληρονομιάς του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ελευσίνας, επιβλήθηκε  στην προσφεύγουσα κύριος φόρος κληρονομιάς ποσού περί τις 20.000 ευρώ, πλέον ποσού περί τις 25.000 ευρώ ως πρόσθετος φόρος λόγω ανακριβούς δήλωσης. Μετά από 17 χρόνια!!! δηλαδή το έτος γέννησης της φορολογικής υποχρέωσης του εν λόγω φόρου ήταν το 2000, οπότε απεβίωσε ο πατέρας της προσφεύγουσας και κατατέθηκε η δήλωση του φόρου αποδοχής κληρονομιάς από την κόρη.

Κατά της πράξης αυτής κατατέθηκε ενδικοφανής προσφυγή εκ μέρους της εντολέα μας, η οποία προέβαλε πως το δικαίωμα του δημοσίου για επιβολή φόρου είχε παραγραφεί, καθώς είχαν παρέλθει 17 έτη από το έτος γέννησης της φορολογικής υποχρέωσης, ότι είχε γίνει καταχρηστικώς η εκτίμηση και ο υπολογισμός της αξίας της ακίνητης περιουσίας, βάσει των οποίων ορίστηκε ένας τόσο υψηλός φόρος, καθώς και τα συνταγματικά της δικαιώματα, κυρίως δε την αρχή της αναλογικότητας και της νομιμότητας.

Η Α.Α.Δ.Ε., στην κρίση της ως άνω ενδικοφανούς προσφυγής, έλαβε υπ’ όψιν αρχικά τις διατάξεις του Ν. 2961/2001 ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου γέννησης της φορολογικής υποχρέωσης, ως προς τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων, των αντικειμένων χρήσης και των κινητών που περιλαμβάνονται στα στοιχεία της κληρονομιάς, καθώς και για την προθεσμία υποβολής της σχετικής δήλωσης και τη δυνατότητα υποβολής εκπρόθεσμης υποβολής. Σημαντικό ρόλο δε για την κρίση της Α.Α.Δ.Ε. είχε η υπ’ αριθμ. 1738/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε., κατά την οποία «1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο φόρος. 2. Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που επεκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.» και η οποία θέτει το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας των παρατάσεων του δικαιώματος του Δημοσίου για κοινοποίηση πράξεων προσδιορισμού φόρων, ως αντικείμενη στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος.

Άλλωστε, ήδη με την υπ’ αριθμ. 3174/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε. είχε τεθεί το ζήτημα του άρθρου 78 παρ. 1 και του περιεχομένου του, όσον αφορά συγκεκριμένα την πρόβλεψη ότι με την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος παραγράφεται η αξίωση του Δημοσίου για τη βεβαίωση κι επιβολή συγκεκριμένου φόρου. Πρόκειται για τη λεγόμενη φορολογική ενοχή, ουσιαστικό στοιχείο της οποίας είναι να καθορίζεται εκ των προτέρων η διάρκεια της παραγραφής, ενώ η μεταβολή της, με την πρόβλεψη επιμηκύνσεως, είναι δυνατή μόνον υπό τις προϋποθέσεις του αρ. 78 του Συντάγματος. Η διάταξη, δηλαδή, θα πρέπει να θεσπίζεται το αργότερο εντός του έτους που έπεται εκείνου στο οποίο ανάγεται η φορολογική υποχρέωση. Συνεπώς, διάταξη σχετικού νόμου για παράταση του χρόνου παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων που ανάγονται σε ημερολογιακό έτος προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμο αυτού έτος είναι ανίσχυρες, καθώς αντίκεινται στην αρχή του κράτους δικαίου και στην αρχή της ασφάλειας δικαίου.

Από αυτά, συνάγεται ότι η διάταξη που ισχύει είναι αυτή του αρ. 102 του ν. 2961/2001, το οποίο ορίζει ότι «για ανακριβή δήλωση, [η παραγραφή επέρχεται] μετά την πάροδο δεκαετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο υποβλήθηκε η δήλωση, κι επομένως στην κρινόμενη περίπτωση, η δεκαετία εξέπνευσε την 31.12.2012, οπότε και η προσφεύγουσα είχε καταθέσει την δήλωση για το φόρο κληρονομιάς, με τις μετέπειτα παρατάσεις να κρίνονται αντισυνταγματικές. Πρόκειται για μία σημαντική απόφαση, η οποία δείχνει τη σύμπνοιά της με την πρόσφατη νομολογία του Σ.τ.Ε. και η οποία αποσκοπεί στην παρεμπόδιση των καταχρηστικών και αντισυνταγματικών πρακτικών των εφοριών μέχρι και σήμερα να παρατείνουν σε βάθος χρόνων, πολύ μετά την εξάντληση των νομίμων ορίων, τους φορολογικούς ελέγχους, καθώς και την αντισυνταγματικότητα των νόμων που τους δίνουν το απαιτούμενο «πάτημα» για να προβούν στις ενέργειες αυτές.

Είναι χαρακτηριστικό, δυστυχώς, της νοοτροπίας αυτής το ότι η εν λόγω πράξη επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα 15 χρόνια μετά την κατάθεση της δήλωσης για το φόρο κληρονομιάς, 5 χρόνια δηλαδή μετά από την εκπνοή της νόμιμης προθεσμίας! Κατά δε των ανυποψίαστων και μη ενεργούντων καταλλήλως φορολογουμένων επίκειται κατάσχεση και πλειστηριασμός ακινήτων.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , ,