RSS

Tag Archives: κακούργημα

Ποινικά νέα- Κατηγορούμενος-αθωότητα

Τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση νομοσχέδιο με πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο αποσκοπεί στην ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενίσχυση του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στην εθνική ποινική νομοθεσία, τόσο την ουσιαστική όσο και τη δικονομική. Οι προτεινόμενες διατάξεις θα αφορούν φυσικά πρόσωπα που θεωρούνται ύποπτα ή κατηγορούμενα στο πλαίσιο κινηθείσας ποινικής διαδικασίας, καθ’ όλη μάλιστα τη διάρκειά της.

Οι πλέον ενδιαφέρουσες τροποποιήσεις που εισηγείται το νομοσχέδιο είναι οι ακόλουθες:

  1. Προσθήκη νέου άρθρου 27Α στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατά το οποίο: «Οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρις ότου αποδειχτεί νομίμως η ενοχή τους με την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης.» Θα πρόκειται δηλαδή για ρητή τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας στον Κ.Π.Δ., ενώ μέχρι τώρα απέρρεε ως (θεμελιώδης) αρχή κι ερμηνευτικά στις διάχυτες διατάξεις της ποινικής δικονομίας.
  2. Προσθήκη παραγράφου στο άρθρο 87 του Ποινικού Κώδικα, η οποία θα επιτρέπει στο δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατ’ αίτηση του κατηγορουμένου, την αφαίρεση τμήματος της επιβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής, για το λόγο της αποκατάστασης της βλάβης του κατηγορουμένου εξαιτίας προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας με δηλώσεις δημοσίων αρχών σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πριν την έκδοση απόφασης, με τις οποίες είτε το κοινό παροτρύνεται να πιστέψει στην ενοχή του κατηγορουμένου είτε γίνεται εκτίμηση που προδικάζει τη δικαστική κρίση. Σχετική θα είναι η προσθήκη παραγράφου στο άρθρο 371 του Κ.Π.Δ., η οποία θα παραπέμπει στην ως άνω διάταξη και θα επιτρέπει, στο ενδεχόμενο παράλειψης αφαίρεσης χρόνου στην καταδικαστική απόφαση, να το πράξει το δικαστήριο μεταγενέστερα, κατόπιν αίτησης του καταδίκου ή του εισαγγελέα.
  3. Προσθήκη νέου άρθρου 331Α στον Κ.Π.Δ., κατά το οποίο: «Κατά την κύρια διαδικασία γίνεται καθετί που μπορεί να βοηθήσει την εξακρίβωση της αλήθειας, εξετάζεται και βεβαιώνεται αυτεπαγγέλτως όχι μόνον η ενοχή, αλλά και η αθωότητα του κατηγορουμένου, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής». Αλλαγή που αφορά την αρχή της ηθικής απόδειξης προτείνεται με την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου 177 του Κ.Π.Δ, σύμφωνα με την οποία το περιεχόμενο της διάταξης θα προβλέπει ότι: «Οι δικαστές δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν νομικούς κανόνες αποδείξεων, πρέπει όμως να αποφασίζουν κατά την πεποίθησή τους, ακολουθώντας τη φωνή της συνείδησής τους και οδηγούμενοι από την απροσωπόληπτη κρίση που προκύπτει από τις συζητήσεις και που αφορά την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων, την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξία των άλλων αποδείξεων. Εξετάζεται αυτεπαγγέλτως κάθε αποδεικτικό μέσο που θεμελιώνει όχι μόνον την ενοχή, αλλά και την αθωότητα του κατηγορουμένου, καθώς και την προσωπικότητά του ή άλλα στοιχεία που επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής. Ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ του. Οι δικαστές είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια».
  4. Τέλος, με διάταξη του άρθρου 155 παράγραφος 1 θα προστίθεται εδάφιο σύμφωνα με το οποίο: «Η πραγματική αναζήτηση της κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου, εφόσον δεν έχει δηλωθεί κατά το άρθρο 273, γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο, τουλάχιστον με βάση τη διεύθυνση που έχει δηλώσει στην τελευταία φορολογική του δήλωση και τα σχετικά στοιχεία που είναι καταχωρημένα στα πληροφοριακά συστήματα του υπουργείου Οικονομικών (TaxisNet)». Πρόκειται ουσιαστικά για πρόσθετη εγγύηση ώστε να εξασφαλισθεί η παράσταση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 12/04/2018 in Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , ,

Κακούργημα- όχι στη μετατροπή ποινής κάθειρξης

Απαγορεύει τη μετατροπή ποινής κάθειρξης σε χρηματική η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου

Εντός του 2017, απασχόλησε δύο φορές τον Άρειο Πάγο το ζήτημα της μετατροπής της ποινής κάθειρξης μέχρι 5 ετών σε χρηματική. Με την πρώτη, υπ’ αριθμ. 130/2017 απόφασή του, το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, είχε κρίνει ότι η ποινή αυτή μπορούσε να μετατραπεί σε χρηματική, όπως έκρινε έπειτα και με την υπ’ αριθμ. 723/2017, αλλά με οριακή πλειοψηφία 3-2, με αποτέλεσμα την αναγκαστική παραπομπή του ζητήματος στην Ολομέλεια του δικαστηρίου, για οριστική του επίλυση. Σημειωτέον ότι το ζήτημα αφορά ουσιαστικά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα, ο οποίος προβλέπει ότι η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή.

Το ζήτημα τελικώς επιλύθηκε με την υπ’ αριθμ. 6/20.12.2017 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου,  καταλήγοντας σε συμπέρασμα αντίθετο με τις προηγούμενες δύο αποφάσεις των Ποινικών Τμημάτων, καθώς έκρινε ότι η ποινή καθείρξεως των πέντε ετών δεν μπορεί να μετατραπεί σε χρηματική. Στην απόφασή του αυτή, το ανώτατο δικαστήριο διέγνωσε μία σαφώς διακριτή, ποιοτική διαφορά μεταξύ της πενταετούς φυλάκισης και της πενταετούς καθείρξεως, το οποίο καθίσταται πρόδηλο κι από την αντίστοιχη διαφορά στις συνέπειες που επιφέρει η καθεμία στον καταδικασθέντα (π.χ. αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, παραγραφή κ.α.). Επιπροσθέτως, οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 82 κάνουν λόγο για μετατροπή ημερών κράτησης και φυλάκισης, χωρίς αναφορά ρητώς σε ημέρες «καθείρξεως», παράλειψη που ο Άρειος Πάγος κρίνει ότι ήταν ηθελημένη από το νομοθέτη κι όχι τυχαία.

Προς επίρρωση δε του επιχειρήματος αυτού, η απόφαση επικαλείται σειρά νομοθετημάτων που ταυτίζουν ουσιαστικά τον όρο «στερητική» ή «περιοριστική» της ελευθερίας ποινή με τη φυλάκιση, καθώς αφορούν περιπτώσεις που τιμωρούνται μόνον με φυλάκιση, όχι όμως και με κάθειρξη. Άλλωστε, αν ο νομοθέτης ήθελε να συμπεριλάβει και τις ποινές καθείρξεως στους μηχανισμούς μετατροπής -οι οποίοι κατά κανόνα έχουν χαρακτήρα ρυθμιστικό του ολοένα αυξανόμενου αριθμού του σωφρονιστικού πληθυσμό, αλλά και προωθούν σύγχρονες σωφρονιστικές αντιλήψεις- θα το έκανε ρητώς και δεν θα το άφηνε να συνάγεται έμμεσα και ερμηνευτικά. Απορρίπτει δε και το επιχείρημα ότι μπορεί να συναχθεί το επιτρεπτό της μετατρεψιμότητας σε χρηματική και της ποινής πενταετούς καθείρξεως από τη διάταξη του άρθρου 83 στοιχεία Β΄ και Γ΄, όπου δίδεται η δυνατότητα καταγνώσεως λόγω ελαφρυντικών ποινής φυλάκισης για κακουργηματική πράξη, καθώς αυτή μπορεί να μετατραπεί σε χρηματική, εφ’ όσον δεν το απαγορεύει ρητώς ο νόμος (π.χ. για το κακούργημα της εμπορίας ναρκωτικών).

Επομένως, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αντίθετο από τις δύο προηγούμενες αποφάσεις του Ποινικού του Τμήματος είναι ότι η πενταετής ποινή καθείρξεως δεν μπορεί να μετατραπεί σε χρηματική, όπως προβλέπεται για τη φυλάκιση και τούτο απορρέει τόσο από το γράμμα του νόμου όσο και από το πνεύμα των διατάξεων, όμως η κρίση αυτή αποτελεί και την οριστική διευθέτηση του ζητήματος, προερχόμενη από την Ολομέλεια.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 19/01/2018 in Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , ,

Ποινικά χρονικά: Έφεση

Έφεση: Μόνο καλυτερεύει τη θέση του κατηγορουμένου 

Με την απόφαση 500/2017 του, το ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αναιρεί απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο, απορρίπτοντας την έφεση που του κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, κατά την εξέτασή της έπειτα από αναίρεση, αναβίωσε την πρωτόδικη, δυσμενέστερη απόφαση κατά του τελευταίου, χειροτερεύοντας ουσιαστικά τη θέση του.

Ουσιαστικά, ο αναιρεσείων είχε καταδικαστεί με απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι έξι (26) μηνών και σε χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, λόγω μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Κατά της απόφασης του Μ.Π.Α. αυτής, ο ίδιος άσκησε έφεση, επιτυγχάνοντας τη μείωση της ποινής του σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, ο καταδικασθείς άσκησε αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος πράγματι την αναίρεσε και την παρέπεμψε για νέα συζήτηση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.

Το τελευταίο δικαστήριο παραπομπής απέρριψε κατά την νέα συζήτηση ως ανυποστήρικτη την έφεση που επανεξέτασε, με αποτέλεσμα να αναβιώσει και να εκτελεστεί η πρωτόδικη απόφαση του Μ.Π.Α. και η οποία, ορίζοντας υψηλότερη ποινή φυλάκιση και χρηματική ποινή, κατέστησε τη θέση του καταδικασθέντος σαφώς χειρότερη απ’ ότι είχε διαμορφωθεί κατόπιν της πρώτης έφεσης κι αναίρεσης που ασκήθηκαν με δική του, άλλωστε, πρωτοβουλία. Ως εκ τούτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, καθώς, ανεπιτρέπτως, κατέστησε εμμέσως χειρότερη τη θέση του καταδικασθέντος κατά τη νέα συζήτηση κι επομένως έπρεπε να γίνει δεκτός ο προβλεπόμενος στο άρθρο 510, παράγραφος 1, στοιχείο Η΄ λόγος αναίρεσης και να αναιρεθεί η τελευταία απόφαση. Κατόπιν της τελευταίας αναίρεσης, η υπόθεση θα παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την προηγούμενη φορά.

Η απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, έστω κι έμμεση, όπως εν προκειμένω, είναι απαγορευμένη και το δικαστήριο το οποίο θα την επιφέρει υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, η οποία συνιστά λόγο αναίρεσης. Αυτό σημαίνει ότι ο καταδικασθείς στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο οποίος πέτυχε τη μείωση της ποινής του σε οκτώ (8) μήνες, δεν μπορεί να καταδικαστεί σε εκτέλεση της ποινής των (26) μηνών και της χρηματικής ποινής, δηλαδή η επανεξέταση της έφεσης μπορεί, στο χείριστο ενδεχόμενο, να μείνει στην αρχική μείωση σε οκτώ μήνες, σίγουρα όχι όμως να προσθέσει κάτι περισσότερο και να προσθέσει κάτι στην ποινή.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 22/09/2017 in Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , ,

Νέος νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 100/20.07.2017) ο πολύ αναμενόμενος νόμος αναφορικά με την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, Ν. 4481/2017, την πορεία του οποίου, από νομοσχέδιο σε ψηφισμένο νόμο του κράτους, παρακολουθούσε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ο νομικός κόσμος της Ελλάδας, καθώς και οι, κατά κύριο λόγο ενδιαφερόμενοι, δημιουργοί και καλλιτέχνες.

Σκοπός του πρώτου μέρους του Ν. 4481/2017 είναι ιδίως η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2014/26/ΕΕ, η οποία αφορά τη συλλογική διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς και των συγγενικών δικαιωμάτων, αλλά και «τη χορήγηση πολυεδαφικών αδειών για επιγραμμικές χρήσεις μουσικών έργων στην εσωτερική αγορά». Περαιτέρω ρυθμίζεται η λειτουργία των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης και συλλογικής προστασίας δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (και των συγγενικών τους δικαιωμάτων), ενώ τροποποιούνται και διατάξεις του νόμου που ρύθμιζε το μέχρι τώρα ισχύον καθεστώς, ήτοι του Ν. 2121/1993.

Πολλές από τις αλλαγές που επέρχονται με το νομοθέτημα έχουν ήδη καταστεί γνωστές στο ευρύ κοινό κι έχουν ήδη αρχίσει να σχολιάζονται νομικά. Σημαντικότερες από αυτές είναι:

α) οι διατάξεις για την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων στο διαδίκτυο, μέσω της εισαγωγής του συστήματος notice and takedown, που προσφέρει ενισχυμένη προστασία στους δικαιούχους χάρη σε ένα οργανωμένο σύστημα (επιτροπή), όπου ο προσβαλλόμενος μπορεί να προσφύγει όταν εντοπίζει υλικό στο διαδίκτυο που θίγει τα δικαιώματά του, αλλά και μέσω της διάταξης για άρση του απορρήτου για προσβολές δικαιωμάτων στο διαδίκτυο, όταν οι προσβολές αυτές έχουν κακουργηματικό χαρακτήρα,

β) οι διατάξεις που αφορούν τον καθορισμό εύλογης αμοιβής για τους δημιουργούς ύψους 2% της αξίας του Η/Υ και του tablet με μέγεθος RAM άνω των 4 GB υπέρ των δημιουργών, όταν αυτά χρησιμοποιούνται για αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, κατ’ άρθρο 18 του νόμου 2121/1993.

γ) η πρόβλεψη για δημόσιο δανεισμό έργων από βιβλιοθήκες των δημόσιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ήτοι τις σχολικές βιβλιοθήκες) καθώς και από τις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες που είναι μέλη του Συνδέσμου Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, χωρίς την άδεια του δημιουργού.

Οι τροποποιήσεις που επιφέρει ο Ν. 4481/2017 στον Ν. 2121/1993 είναι ιδιαίτερα εκτεταμένες, δίνοντας μία καινούργια κατεύθυνση στο νόμο, η οποία, μολονότι ως προς την αποτελεσματικότητά της μέλλει ακόμη να κριθεί από το χρόνο, φαίνεται πως διέπεται από εκσυγχρονιστικό πνεύμα και αποσκοπεί στο να καλύψει ατέλειες νομοτεχνικές, οι οποίες προέκυψαν όμως και από την ταχεία εξέλιξη της τεχνολογίας και ιδίως του διαδικτύου.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932 455478.

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας

Με την προσοχή του νομικού κόσμου στραμμένη στις αλλαγές που πρόκειται να επιφέρει ο προσφάτως ψηφισθείς νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία στο καθεστώς της προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων, σκόπιμο είναι να γίνει αναφορά στη διάταξη του άρθρου 52 του νόμου, η οποία εισάγει πρόβλεψη για άρση του απορρήτου όσον αφορά τις προσβολές δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε βαθμό κακουργήματος και η οποία τροποποιεί τη σχετική διάταξη του νόμου 2225/1994. Η σημασία προβλέπεται ότι θα αναδειχθεί στο χώρο των προσβολών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μέσω διαδικτύου.

Με το προϊσχύον καθεστώς, όπως η ίδια η αιτιολογική έκθεση του νέου νόμου ρητώς επισημαίνει, το άρθρο 4 του ν. 2225/1994 δημιουργούσε ανυπέρβλητες δυσκολίες όσον αφορά την ταυτοποίηση των δραστών οι οποίοι προσέβαλαν την πνευματική ιδιοκτησία, καθώς δεν υπήρχε πρόβλεψη μέχρι τώρα για άρση του απορρήτου όσον αφορά τα ποινικά αδικήματα που προέβλεπε ο νόμος 2121/1993, αφήνοντας ουσιαστικά ένα σοβαρό κενό στην προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (και των συγγενικών δικαιωμάτων), ιδιαιτέρως σε μία εποχή όπου το διαδίκτυο προσφέρει το κατάλληλο υπόβαθρο για να λάβουν χώρα τέτοιου είδους αδικήματα.

Η κακουργηματική προσβολή της πνευματικής ιδιοκτησίας προβλέπεται στο άρθρο 66 του Ν. 2121.1993 και αφορά την περίπτωση όπου ο υπαίτιος τελεί την προσβολή κατ’ επάγγελμα ή σε εμπορική κλίμακα ή, εάν κατά τις περιστάσεις αποδεικνύεται ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων. Πρόκειται δηλαδή για περιπτώσεις όπου ο δράστης ουσιαστικά κερδοσκοπεί από την προσβολή αυτή, ή εν γένει η δράση του οδηγεί σε μεγάλης κλίμακας ζημία των δημιουργών και κυρίων πνευματικών δικαιωμάτων (και των συγγενικών δικαιωμάτων), όπου ο νόμος, επιδιώκοντας τη μεγαλύτερη προστασία των τελευταίων, απειλεί με ποινή κακουργήματος αυτού του είδους τις δράσεις.

Με την τροποποίηση αυτή του ισχύοντος καθεστώτος επιδιώκεται ουσιαστικά να αναβαθμιστούν οι τρόποι προστασίας των συμφερόντων των δημιουργών, δικαιούχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, ώστε να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στην εποχή της τεχνολογίας και ιδίως του διαδικτύου, όπου τα μέσα με τα οποία μπορεί να καταστεί δυνατή η προσβολή αυτών «προσφέρονται», και μάλιστα για προσβολές που δύνανται να βλάψουν ενίοτε και ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και δικαιώματα των δημιουργών, ηθικά και περιουσιακά.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932 455478.

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Άρση απορρήτου επικοινωνιών-αποδεικτικό μέσο

Σύμφωνα με την πρόσφατη και υπ’ αριθμ. 2/2017 γνωμοδότηση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, η οποία απαντά ουσιαστικά σε ερώτημα που της τέθηκε από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας, ερευνάται το ζήτημα εάν είναι επιτρεπτή κατά το νόμο η χρήση ως αποδεικτικού μέσου στα πλαίσια πειθαρχικής διαδικασίας, το περιεχόμενο και τα δεδομένα επικοινωνίας που προέρχονται από την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών.

Το πρώτον, όπως αναφέρει η γνωμοδότηση, τα στοιχεία που αποκτώνται κατόπιν της απόφασης περί άρσης του απορρήτου μπορούν να ληφθούν υπ’ όψιν μόνο για την ίδια ποινική, διοικητική ή πειθαρχική δίκη την οποία αφορά η άρση. Παρά ταύτα, η δικαστική αρχή που εξέδωσε την απόφαση περί άρσης δύναται, με νεώτερη και αιτιολογημένη διάταξή της, να επιτρέψει τη χρήση των στοιχείων αυτών, εάν μπορούν να χρησιμεύσουν για τη διακρίβωση άλλου, ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2225/1994, καθώς και για την υπεράσπιση κατηγορουμένου σε ποινική δίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα.

Όπως φαίνεται, δηλαδή, το απόλυτα απαραβίαστο του απορρήτου της επικοινωνίας και η απόλυτη απαγόρευση της αποδεικτικής χρήσης κι αξιοποίησης των στοιχείων που αποκτήθηκαν από την άρση του απαραβίαστου της συνταγματικώς προστατευμένης ελεύθερης επικοινωνίας, κάμπτεται τελικώς από τις διατάξεις του Ν. 2225/1994, αν και σε συγκεκριμένες μόνον περιπτώσεις, όπως για ζητήματα εθνικής ασφάλειας, για τη διακρίβωση τέλεσης σοβαρών εγκλημάτων, διακεκριμένων περιπτώσεων δηλαδή, και πάντοτε με τις εγγυήσεις της δικαστικής εξουσίας, η οποία κρίνει και αιτιολογημένα αποφασίζει τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις.

Κατά τα λοιπά, τα στοιχεία της επικοινωνίας δεν επιτρέπεται να αξιοποιηθούν αποδεικτικά σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική ή πειθαρχική δίκη, για σκοπό δηλαδή διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο ουσιαστικά δόθηκε η άδεια για την άρση του απαραβίαστου της επικοινωνίας. Μόνη περίπτωση χρήσης των αποκαλούμενων «τυχαίων ευρημάτων» είναι όταν ο σκοπός της αξιοποίησης δεν είναι διαφορετικός από αυτόν για τον οποίο διατάχθηκε η άρση του απορρήτου, οπότε είναι δυνατή η χρήση τους και σε άλλη δίκη, όχι μόνο ποινική, αλλά και πειθαρχική, καθώς και σε άλλες διαδικασίες, εφ’ όσον έχει προηγηθεί αιτιολογημένη κρίση της δικαστικής αρχής.

Ο Ν. 2225/1994 παρουσιάζεται, εν προκειμένω, ως νομικό παρακολούθημα της διάταξης του άρθρου 19 του Συντάγματος που προβλέπει το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης κι επικοινωνίας, το οποίο ορίζεται ως απόλυτα απαραβίαστο, παράλληλα όμως τίθεται και η επιφύλαξη ότι «νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων».

 

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , ,

Αυτόφωρο πλημμέλημα-κακούργημα

Διαδικασία μετά τη σύλληψη επ’ αυτοφώρω

Ως αυτόφωρο έγκλημα ορίζει το άρθρο 242 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας το έγκλημα το οποίο γίνεται αντιληπτό την ώρα που τελείται ή το έγκλημα που τελέστηκε πρόσφατα. Ενώ η πρώτη περίπτωση είναι αυτεξήγητη, η δεύτερη χρήζει ερμηνείας, διότι ο νόμος αναφέρεται ενδεικτικά μόνον στην περίπτωση της καταδίωξης του δράστη και της δημόσιας κραυγής. Σε κάθε περίπτωση, κατά την επικρατούσα στη νομική θεωρία γνώμη, το αυτόφωρο μπορεί να διαρκέσει έως και τα μεσάνυχτα της επόμενης του εγκλήματος ημέρας.

Όταν το αυτόφωρο έγκλημα είναι πλημμέλημα, όπως στις περιπτώσεις της σωματικής βλάβης, δυσφήμισης, κλοπής, ιδιωτικής χρήσης ναρκωτικών, οικονομικά εγκλήματα μικρής αξίας κ.ο.κ., οι ανακριτικοί υπάλληλοι ενημερώνουν τον Εισαγγελέα για την προανάκριση και η υπόθεση εισάγεται απευθείας στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Αν δεν συνεδριάζει δικαστήριο εκείνη την ημέρα, ορίζεται έκτακτη δικάσιμος για την ίδια ημέρα, άλλως για την επόμενη. Τα στοιχεία της κατηγορίας γνωστοποιούνται προφορικά στον κατηγορούμενο, χωρίς να απαιτείται κοινοποίηση κλητηρίου θεσπίσματος στον ίδιο. Επιβάλλεται η κράτηση του κατηγορουμένου στο κρατητήριο της αστυνομίας, μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, σε κάθε περίπτωση πάντως όχι για χρόνο περισσότερο από εικοσιτέσσερις ώρες. Ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της συζήτησης σε ρητή δικάσιμο, ώστε να προετοιμάσει την άμυνά του.

Αν το αυτόφωρο έγκλημα όμως είναι κακούργημα, όπως στις περιπτώσεις ληστείας, διακεκριμένης απάτης ή εκβιασμού, διακίνησης ναρκωτικών, σωματεμπορία κλπ ο κατηγορούμενος συλλαμβάνεται και κρατείται και παραπέμπεται  στον ανακριτή, καθώς δεν υπάρχουν αυτόφωρα Δικαστήρια για κακουργήματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διενεργείται πάντοτε ανάκριση, η οποία τελειώνει με την απολογία του κατηγορουμένου. Ο ανακριτής θα αποφασίσει, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, εάν ο κατηγορούμενος θα κριθεί προφυλακιστέος, εν αναμονή της δίκης. Στην περίπτωση που αφήνεται ελεύθερος συχνά τίθενται περιοριστικοί όροι, όπως η εμφάνιση στο ΑΤ για το «παρών» κάθε μήνα, η καταβολή εγγύησης, η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα.

Και στις δύο περιπτώσεις, η παρουσία του κατηγορουμένου με δικηγόρο κρίνεται αναγκαία, είτε για να παραστεί στο δικαστήριο στην περίπτωση της αυτόφωρης διαδικασίας για πλημμελήματα είτε για τη διαδικασία ενώπιον του ανακριτή, δηλαδή την απολογία του κατηγορουμένου, ώστε ο κατηγορούμενος να διέλθει την απαιτούμενη διαδικασία έχοντας την απαιτούμενη νομική βοήθεια για να προασπίσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα δικαιώματά του και να έχει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα στο πέρας αυτής.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 06/07/2017 in Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , ,