RSS

Tag Archives: ανήλικο τέκνο

Δικαιώματα διατροφής

Υποχρέωση σε διατροφή: είναι και ποινικό αδίκημα η μη καταβολή της

Στις ανθρώπινες σχέσεις είναι συχνό φαινόμενο η διάσπαση και ιδίως εάν η ένωση ήταν διαρκείας ή εάν υπάρχουν παιδιά γεννώνται δικαιώματα διατροφής.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, λοιπόν, υφίσταται υποχρέωση καταβολής διατροφής, η παράβαση δε της σχετικής απόφασης αποτελεί και ποινικό αδίκημα.

Κατ’ αρχάς, διατροφή δικαιούνται σύμφωνα με το 1486 εδ. β΄ του Αστικού μας Κώδικα τα ανήλικα τέκνα: «το ανήλικο τέκνο, και αν ακόμα έχει περιουσία, έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας του ή το προϊόν της εργασίας του δεν αρκούν για την διατροφή του». Επομένως, αρκεί τα εισοδήματα από την περιουσία του ανήλικου τέκνου ή το προϊόν εργασίας του να μην επαρκούν, ώστε να δικαιούται διατροφής και δεν χρειάζεται το ανήλικο τέκνο να εκποιήσει τυχόν περιουσία του.

Έπειτα, θα πρέπει να πούμε πως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1486 παρ. 1 ΑΚ, και το ενήλικο τέκνο δικαιούται διατροφής. Ωστόσο, σε αντίθεση ό,τι αναφέραμε παραπάνω για τα ανήλικα τέκνα, στην περίπτωση των ενήλικων τέκνων, θα πρέπει να μην υφίσταται κινητή ή ακίνητη περιουσία ικανή για την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών του ή να μην μπορεί αυτό να διαθρέψει τον εαυτό του με έσοδα από εργασία. Ακόμη, και το άνεργο ενήλικο τέκνο δικαιούται διατροφή, ενώ το μέχρι πότε την δικαιούται, βρίσκεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστή.

Διατροφή, όμως δικαιούνται και οι σύζυγοι, κατά περίπτωση, τόσο κατά την περίοδο που το ζευγάρι βρίσκεται σε διάσταση, όσο και μετά το διαζύγιο ή τη λύση του συμφώνου συμβίωσης.

Για να δικαιούται κάποιος από τους συζύγους  διατροφή πριν από την έκδοση διαζυγίου, τουτέστιν από τη διάσταση, θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: Πρώτον, να υπήρχε υποχρέωση διατροφής κατά την διάρκεια του γάμου και δεύτερον, να υφίσταται διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία, που είναι κάθε γεγονός που οδήγησε στον κλονισμό της έγγαμης σχέσης (πχ. ο υπόχρεος σε διατροφή άσκησε βία, ή απάτησε τον άλλο σύντροφο κλπ).

Υπό προϋποθέσεις δικαιούται διατροφή ο πρώην σύζυγος και μετά το διαζύγιο, σύμφωνα με το άρθρο 1442 ΑΚ.: «Εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλον: 1. αν κατά την έκδοση του διαζυγίου ή κατά το τέλος των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στις επόμενες περιπτώσεις βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος ώστε να εξασφαλίζει από αυτό την διατροφή του, 2. αν έχει την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου και γι’ αυτό τον λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, 3. αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, και στις δύο όμως περιπτώσεις για ένα διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου, 4. σε κάθε άλλη περίπτωση όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας».

Το γραφείο μας έχει πολυετή εμπειρία στο οικογενειακό δίκαιο και συγκεκριμένα στα θέματα τέκνων περί επιμέλειας, επικοινωνίας  και διατροφής, διατροφής συζύγων, γονέων και ανιόντων καθώς και υιοθεσίας τόσο στις δικαστικές αίθουσες σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (ασφαλιστικά μέτρα, Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος) όσο και στην οικογενειακή διαμεσολάβηση.

 Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή  στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΠΑΓΩΓΗ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ:

ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΚΑΙ ΛΥΣΕΙΣ

            Η διεθνής απαγωγή ανηλίκων από τους ίδιους τους γονείς είναι ένα πρόβλημα όχι τόσο ασύνηθες όσο κάποιος μπορεί να θεωρεί. Στη σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου οι γονείς δεν μοιράζονται κοινή εθνικότητα ή την ιδιότητα π.χ. του Ευρωπαίου πολίτη, αναδύονται ολοένα και πιο συχνά περιπτώσεις όπου οι κακές σχέσεις των γονέων μεταξύ τους οδηγούν στο εξαιρετικά προβληματικό φαινόμενο ο αλλοδαπός γονέας να επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του με το κοινό τέκνο (ή τα κοινά τέκνα), εν συνήθως αγνοία του έτερου γονέα.

            Αυτό γίνεται συνήθως με την αφορμή ενός ταξιδιού στους γονείς του αλλοδαπού γονέα στο πλαίσιο διακοπών, όπου οι διακοπές τεχνηέντως παρατείνονται σε μόνιμη διαμονή, παρά τις εκ του μακρόθεν διαμαρτυρίες του εγκαταλειφθέντος γονέα. Πρόκειται για την πλέον προβληματική, σημειωτέον, περίπτωση, αφού σε αυτήν την περίπτωση συνήθως ο έτερος γονέας δεν έχει περιθώρια αντίδρασης και αφήνει εν αγνοία του μία κατάσταση να αποκρυσταλλωθεί, εν αντιθέσει π.χ. με το ενδεχόμενο που έχει ευθύς εξαρχής γνώση της πρόθεσης του αλλοδαπού γονέα, οπότε η ενημέρωση των αρχών, εθνικών και διασυνοριακών, μπορεί πιθανώς να οδηγήσει στη σύλληψη του γονέα και στην έγκαιρη κι αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος, με την επιστροφή του ανηλίκου. Δυστυχώς, αυτό το σενάριο είναι το πιο ασύνηθες.

            Η πρακτική αυτή έχει τη σκοπιμότητα της μετάβασης σε μία Χώρα όπου ο εγκαταλειφθείς γονέας θα είναι αλλοδαπός, ώστε να δυσχερανθεί η πρόσβασή του στη Δικαιοσύνη και η υπεράσπιση των νομίμων δικαιωμάτων του, κάτι που εν πολλοίς έχει εξαλειφθεί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του ενωσιακού δικαίου. Τί γίνεται όμως όταν πρόκειται για τρίτη χώρα;

            Αυτό το κενό επεδίωξε να καλύψει η Σύμβαση της Χάγης της 25ης.10.1980 για τη Διεθνή Απαγωγή Τέκνων, ο σκοπός της οποίας είναι η προστασία των ανηλίκων σε διεθνές επίπεδο από τις επιβλαβές, έως και τραυματικές, συνέπειες της παράνομης μετακίνησης του ανηλίκου από τον έναν γονέα με σκοπό την πλήρη αποξένωση από τον έτερο γονέα. Η Σύμβαση καλύπτει τις περιπτώσεις όπου παραβιάζεται το δικαίωμα επιμέλειας του γονέα που έχει αναγνωριστεί από το κράτος δικαίου στον τόπο συνήθους διαμονής του πριν την μετακίνηση ή την πραγματική άσκηση του δικαιώματος επιμέλειας, έστω και μη αναγνωρισμένου από δικαστική απόφαση, αλλά προϊόντος π.χ. νόμιμης συμφωνίας κατά το δίκαιο του κράτους.

            Με βάση τη σύμβαση αυτή, για τις ανάγκες της Σύμβασης, ο αλλοδαπός πολίτης θεωρείται πολίτης του τρίτου κράτους, ώστε να έχει πλήρη και ανεμπόδιστη πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Μάλιστα, επικουρείται από το ίδιο το τρίτο κράτος στην υποβολή της προσφυγής του, όπου αρμόδιο τμήμα των Υπουργείων Δικαιοσύνης (κατ’ αρχήν), που ονομάζεται Κεντρική Αρχή, συνεργαζόμενο με το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, υποβάλλουν την αίτηση στις αρμόδιες δικαστικές αρχές, για το σκοπό της αναγνώρισης του παράνομου χαρακτήρα της μετακίνησης (ως απαγωγής) και της διάταξης της επιστροφής του ανηλίκου στον αρχικό τόπο διαμονής – και μάλιστα με τη διαδικασία του επείγοντος, δηλαδή των ασφαλιστικών μέτρων, όπως ισχύουν στο εκάστοτε δίκαιο.

            Όσο ιδανικό κι αν ακούγεται αυτό στη θεωρία, όμως, άλλο τόσο προβληματικό αποδεικνύεται στην πράξη. Διότι τα τρίτα κράτη, ομολογουμένως, είθισται να είναι προκατειλημμένα υπέρ του υπηκόου τους και σε βάρος του αλλοδαπού πολίτη, ώστε, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας να κάνουν εξάσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχει η Σύμβαση της Χάγης – ως διεθνής σύμβαση – για να θέσουν προσχώματα στην υπόθεση του αλλοδαπού για τα ίδια γονέα. Επί παραδείγματι, δύνανται να αρνηθούν να εισάγουν την υπόθεση στα δικαστήρια εάν τα ίδια κρίνουν ότι είναι αβάσιμη, συνήθως κατόπιν μαρτυρίας του υπηκόου γονέα τους. Επίσης, δύνανται να αρνηθούν να συνδράμουν τον αλλοδαπό για τα ίδια υπήκοο εάν αυτός προσλάβει εντόπιο δικηγόρο για την παρακολούθηση της υπόθεσής του, ώστε να πρέπει πράγματι να κινηθεί διαδικασία εξ αρχής κατάθεσης του σχετικού δικογράφου κατά την αρμόδια δικονομία. Τέλος, μπορούν να αρνηθούν γενικώς να απαντήσουν στο υποβληθέν στην Κεντρική Αρχή αίτημα ή να κωλυσιεργήσουν σε εξωφρενικό βαθμό, καθώς δεν υπάρχει εκτελεστική αρχή που να παρακολουθεί τη συμμόρφωσή τους με τη Σύμβαση. Παράλληλα, η υποχρέωσή τους για γραπτή αιτιολογία για μη συμμόρφωση επίσης δεν ελέγχεται από κάποιο εκτελεστικό όργανο, έστω κι αν προβλέπεται από τη Σύμβαση.

            Φυσικά δεν μπορεί παρά να γίνει λόγος για την εξαιρετικά συχνή μεροληψία των ίδιων των δικαστηρίων της αλλοδαπής, όπου πραγματοποιούνται δίκες – παρωδίες και απορρίπτονται συχνά τα αιτήματα των αλλοδαπών γονέων, με αποτέλεσμα πλειάδα υποθέσεων να καταλήγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου!!! Το οποίο δυστυχώς προϋποθέτει την το πρώτον εισαγωγή της προσφυγής στα εγχώρια δικαστήρια.

            Όπου όμως υπάρχει έλλειμμα στο νομικό καθεστώς, υφίστανται πάντα όργανα που συστήνονται είτε θεσμικά είτε μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας για να καλύψουν τα κενά. Έτσι, υφίσταται ο θεσμός του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή που αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση σχετικών υποθέσεων – η ονομαστική αναφορά στις οποίες αν μη τι άλλο είναι ίσως η πιο τρανταχτή απόδειξη για την αναποτελεσματικότητα της Σύμβασης της Χάγης – ή και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, όπως η Διεθνής Κοινωνική Υπηρεσία, που αναλαμβάνουν την πιο φιλική και εξωδικαστική επίλυση των διαφορών αυτών, και μάλιστα με συγκριτικά μεγάλη αποτελεσματικότητα.

            Όσον αφορά τις διεθνείς υποθέσεις, η ευρεία διακριτική ευχέρεια που παρέχουν οι διεθνείς συμβάσεις στα κράτη, με το πρόσχημα του σεβασμού στην κρατική κυριαρχία και του εκάστοτε εθνικού δικαίου, και λόγω της απουσίας ακριβώς εκτελεστικού οργάνου που να ελέγχει αποτελεσματικά τη συμμόρφωσή τους, δημιουργούνται πρακτικά κενά στη νομοθεσία και στην αποτελεσματική υπεράσπιση των νομίμων συμφερόντων και δικαιωμάτων αλλοδαπών πολιτών. Ελλείμματα τέτοιου είδους σταδιακά εξαλείφονται μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά οι σχέσεις με τις τρίτες χώρες δυστυχώς δεν είναι τόσο ομαλές. Μία από τις περιπτώσεις όπου αυτή η θέση ισχύει αξιωματικά, είναι η περίπτωση της διεθνούς απαγωγής ανηλίκων. Παρά ταύτα, λύσεις πάντοτε υπάρχουν, τόσο μέσω θεσμικών οργάνων όσο και διεθνών Μ.Κ.Ο. που ακριβώς λόγω της ύπαρξης του κενού αυτού και της αποτελεσματικότητας του νομοθετικού πλαισίου, εργαλειοποιούνται και εξειδικεύονται στην επίλυση των υποθέσεων αυτών, με πρωτοφανή αποτελεσματικότητα, λόγω του πιο φιλικού και εξωδικαστικού χαρακτήρα τους.

            Αξίζει να υποσημειωθεί, ως υστερόγραφο, ότι η Ελλάδα δεν ανήκει στον κανόνα των απροκάλυπτα μεροληπτούντων υπέρ των υπηκόων της κρατών, αφού υφίσταται σεβαστή νομολογία όπου αποδόθηκε, υπέρ του αλλοδαπού γονέα δικαιοσύνη, όπως πρέπει να συμβαίνει σε κάθε ευνομούμενο κράτος δικαίου.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Παρεμπόδιση επικοινωνίας πατέρα-τέκνου

 Προσπάθεια αποξένωσης πατέρα από τα παιδιά

Άλματα φαίνεται πως κάνει η δικαιοσύνη στον τομέα του Οικογενειακού Δικαίου. Μέχρι τώρα είχαμε συνηθίσει την απόλυτη (ας μας επιτραπεί) «κυριαρχία» της μητέρας στα ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας, με τη νομολογία να βάζει τον πατέρα σε δεύτερη μοίρα, από όλες τις απόψεις. Καθώς, όμως, η κοινωνία προχωρά και εξελίσσεται και κατόπιν πολλών και σημαντικών παρεμβάσεων στον δημόσιο διάλογο από συλλόγους χωρισμένων πατεράδων, έχει πλέον γίνει αντιληπτό από όλους, ότι θα πρέπει να πάψει να παραγκωνίζεται ο ρόλος του πατέρα στην ανατροφή του παιδιού.

Έτσι, σήμερα, παρότι η επιμέλεια εξακολουθεί να ανατίθεται κατά κύριο λόγο στη μητέρα,  όλο και περισσότεροι πατεράδες διεκδικούν μια ενεργή θέση κοντά στο παιδί τους, εξαντλώντας όλα τα περιθώρια επικοινωνίας μαζί. Μάλιστα,   πρόσφατη   απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, έκανε δεκτή αγωγή περί προσβολής προσωπικότητας, ενός πατέρα κατά της πρώην συζύγου του.  Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση η μητέρα όχι μόνο δεν έκανε καμία προσπάθεια διευκόλυνσης της επικοινωνίας του ανήλικου τέκνου με τον πατέρα του, αλλά την παρεμπόδιζε. Κατά το Δικαστήριο η εν λόγω συμπεριφορά της εναγόμενης συνιστά υπαίτια και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα πατέρα, καθώς ο τελευταίος αποξενώθηκε από το ανήλικο τέκνο, το οποίο βρίσκεται σε ηλικία κατά την οποία διαμορφώνει την προσωπικότητά του, αλλά και τις σχέσεις με τους οικείους του.

Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ηθική βλάβη που υπέστη ο πατέρας, δεν είναι δυνατόν να αποτιμηθεί σε χρήμα και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν επεδίκασε υπέρ του κάποιο ποσό αποζημίωσης. Αντιθέτως, επέβαλε στην εναγομένη την άμεση συμμόρφωσή της στα όσα ο ορίζονται στην απόφαση που αφορά τη ρύθμιση της επικοινωνίας του τέκνου με τον πατέρα του, καθώς «…η με την αρωγή της εναγομένης εξομάλυνση της επικοινωνίας, η εμπέδωση στα μάτια του τέκνου της πατρικής φιγούρας του ενάγοντος και η αγαστή συνεργασία των διαδίκων στα θέματα που αφορούν το τέκνο τους θα αποκαταστήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ηθική βλάβη του ενάγοντος».

Το γραφείο μας έχει πολυετή εμπειρία στο οικογενειακό δίκαιο εν γένει και ιδιαίτερα στη επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή ανήλικων τέκνων, ενώ ειδικευόμαστε και στην οικογενειακή διαμεσολάβηση. 

 Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή  στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Υιοθεσία ανηλίκου

Προϋποθέσεις για ανήλικο

Η υιοθεσία ανηλίκου τέκνου από θετούς γονείς δεν είναι μια απλή διαδικασία στη χώρα μας, καθώς προϋποθέτει μια σειρά από γραφειοκρατικές κινήσεις. Η υιοθεσία ενηλίκου πολύ πιο απλή και γρήγορη.

Η υιοθεσία χωρίζεται σε τρεις επιμέρους κατηγορίες:

1. Την ιδιωτική υιοθεσία: Ένα άτομο ή μια οικογένεια υιοθετεί το παιδί κάποιου άλλου προσώπου (συγγενικού ή αγνώστου).

2. Την κρατική υιοθεσία: Ένα άτομο ή μια οικογένεια υιοθετεί ένα παιδί που βρίσκεται σε ίδρυμα.

3. Την διακρατική υιοθεσία: Ένα άτομο ή μια οικογένεια υιοθετεί ένα παιδί από το εξωτερικό.

Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα (άρθρο 1543 και επόμενα), υπάρχουν ορισμένες αυστηρές προϋποθέσεις, προκειμένου να υιοθετήσει κάποιος ένα ανήλικο τέκνο, οι οποίες σχετίζονται με την σοβαρότητα της βούλησης των υποψήφιων θετών γονέων και των φυσικών γονέων, αλλά και με την καταλληλότητα των υποψηφίων γονέων.

Κατ’ αρχάς, αυτός που υιοθετεί θα πρέπει να είναι ικανός για δικαιοπραξία, να έχει συμπληρώσει τα τριάντα (30) χρόνια του και να μην έχει υπερβεί τα εξήντα (60) (1543 ΑΚ). Επίσης, η ηλικιακή διαφορά του υποψήφιου θετού γονέα από το ανήλικο τέκνο θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από δέκα οκτώ (18) χρόνια, αλλά όχι περισσότερη από πενήντα (50) χρόνια. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει μόνο στην περίπτωση που ένας σύζυγος επιθυμεί να υιοθετήσει τέκνο που υιοθετείται ή έχει ήδη υιοθετηθεί από το σύζυγό του (1544 ΑΚ).

Μία ακόμη βασική προϋπόθεση είναι να υπάρχει αυτοπρόσωπη συναίνεση τόσο των φυσικών γονέων ή του επιτρόπου (σε περίπτωση που δεν υπάρχει γονέας) όσο και του υποψήφιου θετού γονέα (1550 ΑΚ). Σε περίπτωση που το ανήλικο είναι άνω των 12 ετών απαιτείται επιπροσθέτως η συναίνεση του (1555 ΑΚ).

Τέλος, απαιτείται να μην υπάρχει άλλος θετός γονέας, εκτός αν πρόκειται για τον σύζυγο του υποψήφιου θετού γονέα (1545 ΑΚ). Να διευκρινίσουμε ότι όσον αφορά στην συναίνεση, υπάρχει ειδική πρόβλεψη (1551 ΑΚ) ότι η συναίνεση εκ μέρους των φυσικών γονέων δεν επιτρέπεται να δίδεται πριν από την συμπλήρωση τριών (3) μηνών από τη γέννηση του τέκνου.

Ο υποψήφιος θετός γονέας θα πρέπει να υποβάλλει αίτηση (ολοκληρωμένο δικόγραφο) ενώπιον του  Μονομελούς Πρωτοδικείου (1549 AK). Εν συνεχεία, ο αιτών (ή οι αιτούντες) θα κληθεί να αποδείξει στο ακροατήριο κατά τη μέρα της δικασίμου, την καταλληλότητά του ως γονέας του ανηλίκου. Το Δικαστήριο έχοντας πάντοτε ως γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου και αφού λάβει υπόψη του την οικονομική, κοινωνική και ψυχική κατάσταση και υγεία των υποψηφίων γονέων, αλλά και την έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας (1557 AK), η οποία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, αν και όχι δεσμευτικό ρόλο, θα αποφασίσει.

Μετά την έκδοση της Δικαστικής αποφάσεως που δέχεται την αίτηση των υποψήφιων θετών γονέων για υιοθεσία, ακολουθεί η επίδοση της στον Εισαγγελέα, η οποία συνιστά απαραίτητη δικονομική προϋπόθεση για την τελεσιδικία της αποφάσεως. Αφού η απόφαση τελεσιδικήσει, η υιοθεσία θεωρείται τετελεσμένη.

Οι θετοί, πλέον, γονείς θα πρέπει να εγγράψουν την απόφαση στο αρμόδιο Ληξιαρχείο, από το οποίο διαγράφονται τα στοιχεία των βιολογικών γονέων του υιοθετούμενου παιδιού. Στο εξής ιδρύεται συγγένεια του υιοθετούμενου με τον θετό γονέα ή τους θετούς γονείς, οι οποίοι αποκτούν αυτοδικαίως την γονική του μέριμνα, όπως και με τυχόν μέλη της θετής οικογένειας, ενώ παύει να υφίσταται κάθε νομικός δεσμός του τέκνου με τους φυσικούς του γονείς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα επικοινωνίας με αυτό.

Το γραφείο μας έχει πολυετή εμπειρία στο οικογενειακό δίκαιο εν γένει αλλά και ειδικά σε θέματα υιοθεσίας. Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή  στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 
 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Διατροφή ανήλικων και ενήλικων τέκνων και συζύγων

Διαζύγιο, διάσταση, υποχρέωση διατροφής

Στις μέρες μας και ειδικά κατά την περίοδο που διανύουμε, που λόγω της καραντίνας οι ανθρώπινες σχέσεις γνωρίζουν μια πρωτόγνωρη τριβή, ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό γάμων καταλήγει σε διάσταση και εν τέλει, μοιραία, σε διαζύγιο. Εξάλλου, υπάρχουν και περιπτώσεις μονογονεϊκών οικογενειών. Τι συμβαίνει, όμως σε αυτές τις περιπτώσεις αναφορικά με τη διατροφή, τόσο των συζύγων όσο και των τέκνων;

Όσον αφορά στα ανήλικα τέκνα, κατά το άρθρο 1486 εδ. β΄ Α.Κ. «το ανήλικο τέκνο, και αν ακόμα έχει περιουσία, έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας του ή το προϊόν της εργασίας του δεν αρκούν για την διατροφή του». Επομένως, αρκεί τα εισοδήματα από την περιουσία του ανήλικου τέκνου ή το προϊόν εργασίας του να μην επαρκούν, ώστε να δικαιούται διατροφής και δεν χρειάζεται το ανήλικο τέκνο να εκποιήσει τυχόν περιουσία του.

Από την άλλη πλευρά, ο υπόχρεος προς διατροφή γονέας δεν μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι δεν μπορεί να δώσει διατροφή, επειδή, ενόψει των δικών του υποχρεώσεων θα κινδύνευε η δική του  επιβίωση (διατροφή). Εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση που είτε το ανήλικο παιδί να μπορεί να αξιώσει διατροφή από άλλον υπόχρεο είτε το ανήλικο μπορεί να διατραφεί από τα εισοδήματά του και την περιουσία του. Μόνον τότε ο υπόχρεος προς διατροφή γονέας μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι δεν δύναται να δώσει διατροφή, διότι υφίσταται άμεσος κίνδυνος να μην μπορεί να διαθρέψει τον εαυτό του.

Το ύψος της διατροφής προσδιορίζεται ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού, οι οποίες εξαρτώνται άμεσα από την ηλικία του, το γενικότερο κόστος ζωής και τις συνθήκες στις οποίες διαβίωνε μέχρι πρότινος, ενώ η υποχρέωση καταβολής διατροφής παύει με τον θάνατο είτε του δικαιούχου είτε του υπόχρεου. Παραίτηση από διατροφή για το μέλλον δεν είναι δυνατή. Επίσης και αναζήτηση διατροφής για το παρελθόν δεν γίνεται εάν δεν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση.

Να διευκρινίσουμε πως τις αξιώσεις διατροφής ασκεί ο γονέας που έχει την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου, κατά του έτερου γονέα, ενώ φυσικά, σε περίπτωση που πρόκειται για συναινετικό διαζύγιο, οι γονείς καθορίζουν με στο ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφουν ενώπιον συμβολαιογράφου τα σχετικά με την επιμέλεια, την επικοινωνία και τη διατροφή. Σε επείγουσες περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις επικείμενου κινδύνου (για τη επιβίωση του ανήλικου τέκνου), μπορεί να επιδικασθεί προσωρινή διατροφή με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 358 Π.Κ. η παραβίαση της υποχρέωσης καταβολής διατροφής αποτελεί ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους.

Ακόμη, θα πρέπει να πούμε πως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 1486 παρ. 1 ΑΚ, και το ενήλικο τέκνο δικαιούται διατροφής. Ωστόσο, εδώ, σε αντίθεση με την περίπτωση του ανήλικου τέκνου, θα πρέπει να μην υφίσταται κινητή ή ακίνητη περιουσία ικανή για την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών του ενήλικου τέκνου ή το ενήλικο τέκνο να μην μπορεί να διαθρέψει τον εαυτό του με έσοδα από εργασία. Από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση της υγείας του τέκνου και οι λοιπές βιοτικές του συνθήκες, και, κυρίως οι τυχόν ανάγκες σπουδών του, αφού συνήθως η ιδιότητα του ενήλικου τέκνου ως φοιτητή συνεπάγεται αυτόματα αδυναμία εργασίας. Επίσης, το άνεργο ενήλικο τέκνο δικαιούται διατροφή. Το μέχρι πότε είναι στην κρίση του δικαστή.

Όσον αφορά στην καταβολή διατροφής προς τον/την σύζυγο, υπάρχουν δύο διακρίσεις: κατά την περίοδο που το ζευγάρι βρίσκεται σε διάσταση και μετά το διαζύγιο.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρο 1391 ΑΚ: «Αν ο σύζυγος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η διατροφή, που του οφείλεται από τον άλλο πληρώνεται σε χρήμα και προκαταβάλλεται κάθε μήνα.».

Για να δικαιούται κάποιος λοιπόν από τους συζύγους  διατροφή πριν από την έκδοση διαζυγίου, τουτέστιν από τη διάσταση, θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: Πρώτον, να υπήρχε υποχρέωση διατροφής κατά την διάρκεια του γάμου και δεύτερον, να υφίσταται διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία, που είναι κάθε γεγονός που οδήγησε στον κλονισμό της έγγαμης σχέσης (πχ. ο υπόχρεος σε διατροφή απάτησε τον δικαιούχο).

Για τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης διατροφής λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές δυνάμεις του κάθε συζύγου (μισθός, σύνταξη, περιουσία) και οι οικογενειακές ανάγκες οι οποίες και σχετίζονται άμεσα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής. Τουτέστιν, ο κάθε σύζυγος θα πρέπει να συνεχίσει να ζει στο ίδιο βιοτικό επίπεδο που ζούσε πριν την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης.

Αναφορικά με τη διατροφή μετά το διαζύγιο, σύμφωνα με το άρθρο 1442 ΑΚ: «Εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλον: 1. αν κατά την έκδοση του διαζυγίου ή κατά το τέλος των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στις επόμενες περιπτώσεις βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος ώστε να εξασφαλίζει από αυτό την διατροφή του, 2. αν έχει την επιμέλεια ανηλίκου τέκνου και γι’ αυτό τον λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, 3. αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, και στις δύο όμως περιπτώσεις για ένα διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου, 4. σε κάθε άλλη περίπτωση όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας».

Στην περίπτωση της διατροφής προς σύζυγο, ο υπόχρεος προς διατροφή θα πρέπει να είναι εύπορος, δηλαδή να μπορεί να καταβάλει διατροφή ενόψει των υποχρεώσεών του χωρίς να κινδυνεύει η δική του διαβίωση (διατροφή).

Το γραφείο μας έχει πολυετή εμπειρία στο οικογενειακό δίκαιο και συγκεκριμένα στα θέματα τέκνων περί επιμέλειας, επικοινωνίας  και διατροφής, διατροφής συζύγων, γονέων και ανιόντων καθώς και υιοθεσίας τόσο στις δικαστικές αίθουσες σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (ασφαλιστικά μέτρα, Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος) όσο και στην οικογενειακή διαμεσολάβηση.

 Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή  στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,