RSS

Tag Archives: Άρειος Πάγος

Αποποίηση κληρονομιάς-χρέη

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΓΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΣ ΠΟΥ ΕΝΗΛΙΚΙΩΝΟΝΤΑΙ

Αυτό που ξέραμε μέχρι σήμερα για τις περιπτώσεις ανήλικων κληρονόμων, ήταν ότι είχαν δύο επιλογές: είτε να αποποιηθούν όσο ακόμη είναι ανήλικοι, είτε να αποδεχθούν την κληρονομία επ’ ωφελεία απογραφής μέσα σε ένα έτος από την ενηλικίωσή τους.

Στην πρώτη περίπτωση οι γονείς του ανηλίκου ή εκείνοι που ασκούν τη γονική μέριμνα, καταθέτουν για λογαριασμό του αίτηση αποποίησης κληρονομίας ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, το οποίο με τη διαδικασία της Εκουσίας Διαδικασίας, θα σταθμίσει τα υπέρ και τα κατά, θα υπολογίσει τυχόν χρέη του θανόντος και αφού προκύψει το ενεργητικό και το παθητικό της κληρονομιαίας περιουσίας θα κρίνει αν, εν τέλει, είναι προς το συμφέρον του ανηλίκου η αποποίηση της κληρονομίας ή όχι.

Στην δεύτερη περίπτωση, εάν δεν έγινε αποποίηση κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας, ο ενήλικος πλέον κληρονόμος μέσα σε ένα (1) έτος από την ενηλικίωσή του (ετών 18-19), καταθέτει αίτηση αποδοχής κληρονομίας επ’ ωφελεία της απογραφής ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε το τελευταίο να διατάξει την εκτίμηση και την απογραφή της κληρονομιαίας περιουσίας από συμβολαιογράφο και λογιστή. Σύμφωνα με την διάταξη 1912 ΑΚ, η ενιαύσια προθεσμία είναι αποκλειστική: «Σε περίπτωση προσώπων ανίκανων ή με περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία, για τα οποία η αποδοχή της κληρονομίας γίνεται κατά το νόμο με το ευεργέτημα της απογραφής, έκπτωση από το ευεργέτημα επειδή δεν συντάχθηκε απογραφή επέρχεται αν μέσα σε ένα χρόνο, αφότου τα πρόσωπα έγιναν απεριορίστως ικανά, δεν έκαναν την απογραφή.»

Εκτός από την απογραφή, μπορεί όμως, ο ενήλικος πλέον κληρονόμος να αποποιηθεί και την κληρονομία;

Το τοπίο ήρθε να ξεκαθαρίσει η ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 35 του Νόμου 4786/2021 που δημοσιεύθηκε πολύ πρόσφατα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο: : «Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 1912 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164), ο κληρονόμος που ενηλικιώνεται δικαιούται εντός της ετήσιας προθεσμίας του άρθρου 1912 ΑΚ να αποποιηθεί την κληρονομία

Η ερμηνευτική αυτή διάταξη, βάζει τέλος στην ταλαιπωρία πολλών νεαρών κληρονόμων, στους οποίους καταλείπονται περιουσίες με δυσβάστακτα χρέη. Ενώ έως σήμερα ήταν υποχρεωμένοι με την έναρξη της ενήλικης ζωής τους να προχωρήσουν άμεσα στην κατάθεση αίτησης αποδοχής κληρονομίας επ’ ωφελεία της απογραφής την οποία ακολουθεί συζήτηση στο ακροατήριο και έπειτα η ίδια η απογραφή, μια διαδικασία εκ των πραγμάτων πολυέξοδη και πολύμηνη πλέον μπορούν απλά να καταθέσουν μια αίτηση αποποίησης κληρονομίας ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου.

Το δικηγορικό μας γραφείο έχει τεράστια εμπειρία σε ζητήματα κληρονομικού δικαίου και είναι σε θέση να καλύψει ζητήματα αποποίησης και αποδοχής, με μεγάλη ταχύτητα, στη βάση των εξαιρετικά σύντομων προθεσμιών που τάσσει ο νόμος.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Ακύρωση προστίμου για αδήλωτη εργασία

Για την αδήλωτη εργασία υπαλλήλων τα πρόστιμα είναι πολύ τσουχτερά, περί τις 10.000 ευρώ.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών με την πολύ πρόσφατη υπ’ αριθμόν 1547/2021 απόφαση του 3ου Τμήματός του, προχώρησε σε ακύρωση πράξης επιβολής προστίμου που είχε εκδώσει το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας.

Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, απόσπασμα της οποίας παραθέτουμε αυτούσιο παρακάτω, η απλή παρουσία προσώπου σε επιχείρηση δεν αποτελεί απόδειξη της απασχόλησής του σε αυτή, εάν κι εφόσον δεν καταλήφθηκε να εκτελεί σχετικές εργασίες κατά τον χρόνο του ελέγχου.

ΔΠΑ 1547/2021, 3ο Τμήμα

«….Το έγγραφο αυτό παράγει μεν, ως δημόσιο έγγραφο, κατ’ άρθρο 171 του ΚΔΔ, πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από το ίδιο το δημόσιο όργανο ή ενώπιόν του, πλην όμως, δεν παράγει πλήρη απόδειξη ως προς τα στοιχεία, που τα ελεγκτικά όργανα πρέπει να ερευνήσουν αυτεπαγγέλτως, λόγω των καθηκόντων τους, για τα οποία επιτρέπεται ανταπόδειξη (πρβλ. ΣτΕ  3345/2015, 2936/2011, 1382/2009), όπως, εν προκειμένω, ως προς την ιδιότητα των ευρισκομένων κατά τον έλεγχο σε επιχείρηση, ως εργαζόμενων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δελτίο ελέγχου βεβαιώνεται μεν η παρουσία των συγκεκριμένων προσώπων στο χώρο της ατομικής επιχείρησης του προσφεύγοντος, αναφέρεται, όμως, μόνο το όνομα και η ημερομηνία γέννησης αυτών ενώ δεν καταγράφεται η ημερομηνία πρόσληψης αυτών ούτε παρατίθενται οποιαδήποτε πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η Επιθεωρήτρια Εργασίας, προκειμένου να συνάγει ότι τα πρόσωπα αυτά έφεραν, πράγματι, την ιδιότητα του εργαζόμενου.

Πιο συγκεκριμένα, δεν εξειδικεύεται εάν υπήρξε οποιαδήποτε παραδοχή των ίδιων ή δήλωση τρίτων προσώπων για την εργασιακή σχέση, ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι, κατά το χρόνο του ελέγχου, αυτοί κατελήφθησαν να εκτελούν συγκεκριμένες εργασίες, οι οποίες συνηγορούν ή προσιδιάζουν έστω υπέρ της ιδιότητας των εργαζομένων (πρβλ. ΔΕφΑθ 3850/2018, ΔΕφΘεσσ 1881/2018) ή εάν τα πρόσωπα αυτά βρίσκονταν στο μεσιτικό γραφείο χωρίς περαιτέρω εργασιακή δραστηριότητα, δεδομένου ότι η απλή παρουσία εκεί δεν αποτελεί απόδειξη της απασχόλησής τους. Εξάλλου, το ανωτέρω συμπέρασμα δε συνεπικουρείται από άλλα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, από τα οποία να αποδεικνύεται με βεβαιότητα και κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφισβήτησης ότι οι …, πράγματι, απασχολούνταν στο μεσιτικό γραφείο του προσφεύγοντος.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει πως δεν αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο του διενεργηθέντος ελέγχου, οι αναφερόμενοι στο ανωτέρω δελτίο ελέγχου ως εργαζόμενοι συνδέονταν με τον προσφεύγοντα με σχέση εξαρτημένης εργασίας και, ως εκ τούτου, ο προσφεύγων δεν είχε υποχρέωση καταχώρισής τους σε πίνακα προσωπικού. Ακυρώνει πράξη επιβολής προστίμου….»

Το δικηγορικό μας γραφείο έχει τεράστια εμπειρία σε ζητήματα διοικητικού δικαίου σε ακυρωτικές και φορολογικές διαφορές επί σειρά ετών σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.  

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Βιασμός και συναφείς πράξεις

Ελαφρύτερη η τιμωρία του βιασμού σήμερα

Είναι στα σημεία των καιρών η ανοχή και η ηπιότερη (ή μη) τιμώρηση των πράξεων που αποτελούν σεξουαλική παρενόχληση και προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Ακόμα χειρότερα, με τον τελευταίο νόμο του 2019, ο βιασμός τιμωρείται ελαφρύτερα! Αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι η πραγματική έκτιση της ποινής αφορά στα 2/5 του χρόνου που στην τελευταία απόφαση ορίστηκε για τον δράστη κακουργηματικού βιασμού, αυτό σημαίνει ότι στα 2-3 χρόνια ο δράστης μπορεί να τριγυρίζει και να δρα ελεύθερα, χωρίς να έχει θεραπευτεί από το αίτιο που τον κατέστησε βιαστή.

Επομένως, γίνεται απολύτως κατανοητό ότι, όχι μόνο δεν «σωφρονίζεται» κάποιος στη φυλακή, αλλά -συχνά- βγαίνει πιο οργισμένος και ορμητικός για τέλεση νέων βιασμών… Επισημαίνω ότι ακόμα περισσότερο υπέρ της απόφασης για την τέλεση των νέων βιασμών συνηγορεί η ελαφριά τελική ποινή, αφού κάποιος θεωρεί ότι αφού κοστίζει τόσο λίγη στέρηση ελευθερίας η ικανοποίηση του πάθους του, μπορεί να το απολαμβάνει εύκολα.

Επίσης, οι ελαφρύτερες πράξεις προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, δηλαδή οτιδήποτε δεν περιέχει ολοκληρωμένη συνουσία, οι πλημμεληματικές πράξεις, τιμωρούνται ακόμα πιο «χαϊδευτικά»: γι’ αυτές επιφυλάσσονται ποινές πολύ μικρές, σχεδόν ανύπαρκτες, από ένα έως τρία χρόνια κι αυτές εξαγοράσιμες και με αναστολή!

Έως το 2019, το άρθρο του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ) για τον κακουργηματικό βιασμό είχε ως εξής:

«1. Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη.

2. Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών»

Με τον Ν. 4619/2019, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με μια τροποποίηση που προκάλεσε διχασμό, αντιδράσεις κι έντονες συζητήσεις, επιχείρησε τη διασάφηση του άρθρου, δίδοντας στο νέο άρθρο 336 ΠΚ την εξής μορφή:

«1. Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. 

2. Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις.

3. Αν η γενετήσια πράξη έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.

4. Αν κάποια από τις πράξεις των προηγούμενων παραγράφων είχε ως συνέπεια τον θάνατο του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών.

5. Όποιος, εκτός από την παράγραφο του άρθρου 1, εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης απειλώντας αυτόν με παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών.»

Η ασέλγεια που προηγούμενα τιμωρούνταν ισότιμα με το βιασμό τώρα δεν υπάρχει ως κακουργηματική πράξη αλλά μόνο ως απλό πλημμέλημα. Κακουργηματικό βιασμό έχουμε μόνο με συνουσία. Οι ασελγείς πράξεις διακρίνονται από τη συνουσία καθαυτή και περιλαμβάνουν μία ολόκληρη σφαίρα ενεργειών όπως οι θωπείες, οι ψαύσεις, οι επαφές γεννητικών οργάνων, ακόμη και τα φιλιά κι ο εναγκαλισμός, και τιμωρούνται ως πλημμέλημα υπό προϋποθέσεις, δηλαδή ειδικές περιστάσεις «του τόπου, του χρόνου και του τρόπου τέλεσής της (της όποιας πράξης), αλλά και των ιδιοτήτων των προσώπων μεταξύ των οποίων αυτή τελέστηκε».

Σημειωτέον ότι, με το προϋφιστάμενο καθεστώς, πολλές πράξεις εκτός της συνουσίας θεωρούνταν ισάξιες με το βιασμό ενώ πράξεις ήσσονος βαρύτητας υπάγονταν στις λεγόμενες «ασελγείς χειρονομίες» του άρθρου 337 Π.Κ. και τιμωρούνταν πολύ πιο ήπια, με φυλάκιση μέχρι ενός έτους.

«1. Όποιος με χειρονομίες γενετήσιου χαρακτήρα, με προτάσεις που αφορούν γενετήσιες πράξεις, με γενετήσιες πράξεις που τελούνται ενώπιον άλλου ή με επίδειξη των γεννητικών του οργάνων, προσβάλλει βάναυσα την τιμή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση…»

Η τροποποίηση του άρθρου 336 ΠΚ για τον βιασμό άφησε εκτός της κακουργηματικής τιμωρίας την ασέλγεια, τις ασελγείς πράξεις τις θεώρησε μικρά (αθώα;) πλημμελήματα.

Ο περιορισμός των περιστάσεων που συνιστούν βιασμό σήμανε αυτομάτως την ηπιότερη αντιμετώπιση των πράξεων μικρότερης σημασίας. Συγκεκριμένα, στο νέο άρθρο 336 παρ. 1, για να χαρακτηριστεί μία πράξη ως κακουργηματικός βιασμός, απαιτείται ΚΑΙ συνουσία Και σωματική βία ή απειλή κινδύνου, που αφορά όμως τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα ΜΟΝΟ του θύματος.

Επίσης, από το 2019 έχουμε και ηπιότερη μεταχείριση για όσους τέλεσαν ακόμη και τις βαρύτερες μορφές των γενετήσιων πράξεων με ψυχολογική βία (π.χ. θα βιάσω τα παιδιά σου αν δε δεχτείς εσύ…), γεγονός που προκάλεσε και προκαλεί μέχρι σήμερα αντιδράσεις.

Ακόμα, για τον θανατηφόρο βιασμό, εκτός από την ισόβια κάθειρξη που προβλεπόταν μέχρι πρόσφατα, με την παράγραφο 4 του άρθρου 336 ΠΚ δόθηκε εναλλακτικά η δυνατότητα επιβολής της πρόσκαιρης καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, δηλαδή ηπιότερη ποινή από τα ισόβια κι εδώ δίχως προφανή αιτιολογία.

Τέλος, οι πράξεις που όπως προαναφέρθηκε θεωρούνται «ασέλγεια», δηλαδή όλες οι πράξεις εκτός ενός πλήρους βιασμού, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης έως 1 έτος ! , που είναι και εξαγοράσιμη ! (άρθρο 337 παρ. 1 ΠΚ.).

Από όλα τα παραπάνω είναι σαφές ότι το 2019 επιτεύχθηκε ασφαλώς η ηπιότερη μεταχείριση των δραστών γενετήσιων πράξεων.

Μοναδική ελπίδα για την επισήμανση της πραγματικής βαρύτητας και τιμώρησης των πράξεων αυτών φαίνεται να είναι η όλη διαδικασία καταγγελιών και μηνύσεων που ανοίχτηκε και στην Ελλάδα με τη Σοφία Μπεκατώρου, η μακρύτερη παραγραφή των εγκλημάτων αυτών στα 40 έτη, αλλά και η στόχευση πραγματικής θεραπείας των βιαστών, είτε των εν ενεργεία είτε των εν δυνάμει.

Το δικηγορικό μας γραφείο αναλαμβάνει ποινικές υποθέσεις και είναι σε θέση να σας παρέχει νομικές συμβουλές και να υπερασπιστεί τα δικαιώματά σας.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο για ζητήματα παραγραφών κι εκδίκασης ποινικών αδικημάτων στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 22/03/2021 σε Αστικο, Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Κακοποίηση-σωματική βλάβη

Η σωματική βλάβη και κάθε σωματική κακοποίηση ενός ατόμου από άλλο άτομο αποτελεί ποινικά κολάσιμη πράξη. Στον Ποινικό Κώδικα της χώρας μας, το έγκλημα της σωματικής βλάβης τυποποιείται, κατ’ αρχήν, στο άρθρο 308, ενώ στα επόμενα άρθρα εισάγονται και άλλες μορφές σωματικών βλαβών, η επικίνδυνη, η βαριά και η θανατηφόρα σωματική βλάβη.

Ακόμη, στο νέο άρθρο 312 ΠΚ ο τίτλος «πρόκληση βλάβης με συνεχή σκληρή συμπεριφορά» μετετράπη σε «σωματική βλάβη αδυνάμων ατόμων» και απειλούνται αυξημένες ποινές για όλες τις ανωτέρω μορφές σωματικής βλάβης, όταν αυτές τελούνται κατά των αδύναμων προσώπων. Ως δε αδύναμα άτομα νοούνται ανήλικοι ή πρόσωπα που δεν μπορούν να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του δράστη βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με τον δράστη ή έχουν μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας.

Η βασική και πολύ σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των διαφορετικών μορφών σωματικής βλάβης έγκειται στις επαπειλούμενες ποινές και κατ’ επέκταση, στους χρόνους παραγραφής τους.

Η απλή σωματική βλάβη του άρθρου 308 ΠΚ και η επικίνδυνη σωματική βλάβη του 309 ΠΚ, αποτελούν πλημμελήματα που τιμωρούνται με φυλάκιση έως δύο έτη και τρία έτη αντίστοιχα, ενώ η βαριά σωματική βλάβη του άρθρου 310 ΠΚ, που επίσης αποτελεί πλημμέλημα, τιμωρείται αυστηρότερα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Ωστόσο, κρίσιμο είναι το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 310 ΠΚ, όπου τυποποιείται η βαριά σωματική βλάβη ως κακούργημα, αν ο θύτης επεδίωκε την πρόκλησή της, και τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη. Η ειδοποιός διαφορά, δηλαδή, είναι η πρόθεση του δράστη, ο σκοπός που είχε επιχειρώντας τη σωματική βλάβη.

Ως εκ τούτου, ενώ τα προηγούμενα πλημμελήματα, παραγράφονται, βάσει του άρθρου 111 ΠΚ, μετά πέντε έτη, το αδίκημα της σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης, ως κακούργημα, παραγράφεται μετά από δεκαπέντε έτη.

Έτσι, λοιπόν, η τελευταία αυτή περίπτωση κακουργηματικής μορφής της σωματικής βλάβης η οποία έχει μακρύτερη περίοδο παραγραφής καθίσταται εξαιρετικά ουσιώδης για περιπτώσεις θυμάτων τα οποία επί πολλά χρόνια φοβούνται να μιλήσουν και να καταδείξουν τους δράστες και κακοποιητές τους. Ο Νομοθέτης δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους αυτούς, μετά από πολλά χρόνια, να ζητήσουν να τιμωρηθούν οι δράστες, εφόσον, αποδείξουν την πρόθεση του δράστη να τους προκαλέσει βαριά σωματική κάκωση και βλάβη. Να διευκρινίσουμε δε ότι σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, βαριά σωματική βλάβη υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του.

Το δικηγορικό μας γραφείο αναλαμβάνει ποινικές υποθέσεις και είναι σε θέση να σας παρέχει νομικές συμβουλές και να υπερασπιστεί τα δικαιώματά σας σε ποινικές δίκες και σε αστικές για διεκδίκηση αποζημιώσεων.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο για ζητήματα παραγραφών κι εκδίκασης ποινικών αδικημάτων στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Βίντεο – φωτο σεξ

Το «revenge porn» ή αλλιώς«εκδικητικό πορνό» συνίσταται στην δημοσιοποίηση βίντεο και φωτογραφιών σεξουαλικού περιεχομένου στο διαδίκτυο χωρίς τη συγκατάθεση του εικονιζόμενου προσώπου και έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιας έκτασης μάστιγα. Αναντίρρητα αποτελεί μια μορφή έντονης κακοποίησης, που θίγει βάναυσα την προσωπικότητα των θυμάτων, τα οποία συνήθως είναι γυναίκες και νεαρά κορίτσια, ενώ συχνά η απειλή και μόνο της δημοσιοποίησης έχει ολέθριες συνέπειες.

Σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα». Πρόσφατα, με την υπ’ αριθμ. 505/2020 απόφασή του ο Άρειος Πάγος ξεκαθάρισε ότι ένα βίντεο αποτελεί αρχείο προσωπικών δεδομένων όταν διακρίνονται το σώμα, η φωνή και χαρακτηριστικές εκφράσεις κατά την ερωτική συνεύρεση, αναφέροντας συγκεκριμένα «ήταν ορατό και ευδιάκριτο το σώμα και μέρος του προσώπου της εγκαλούσας (περιοχή από τα μάτια και κάτω), καθώς και η φωνή, στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του φυσικού προσώπου στο οποίο αναφέρονται (εικόνα προσώπου, συμπεριφορικά χαρακτηριστικά), με τα οποία επιβεβαιώθηκε η ταυτοποίηση της εγκαλούσας».

Υποθέσεις αυτής της φύσεως έχουν αρχίσει, λοιπόν, να παίρνουν τον δρόμο της δικαιοσύνης, με τα θύματα πλέον, αρσενικού ή θηλυκού γένους, όχι απλά να μη φοβούνται να μιλήσουν, αλλά να έχουν φτάσει, επιτέλους, να διεκδικούν αποζημιώσεις. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η υπ’ αριθμ. 12/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο επικύρωσε πρωτόδικη απόφαση που επιδίκασε καταβολή του ποσού των 12.500€ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη μία γυναίκα σε υπόθεση που αφορά revenge porn.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο εναγόμενος αρχικά απέκρυψε από την εγκαλούσα το γεγονός ότι ήταν παντρεμένος, ωστόσο η σχέση τους συνεχίστηκε και μετά την ανακάλυψη από εκείνη του γεγονότος αυτού, λόγω συναισθηματικής εξάρτησής της από εκείνον. Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους και έπειτα  από επιθυμία του εναγομένου βιντεοσκοπήθηκαν αρκετές στιγμές κατά τις οποίες οι διάδικοι συνευρίσκονταν ερωτικά, οι οποίες παρέμειναν στο αρχείο του εναγομένου και ο οποίος την είχε διαβεβαιώσει ότι μόνο εκείνος θα είχε πρόσβαση σε αυτό, χωρίς αυτή να συναινέσει στην κοινοποίηση του αρχείου αυτού σε τρίτους. Όταν διέκοψαν τη σχέση τους, ο εναγόμενος παρενοχλούσε την ενάγουσα αποστέλλοντάς της καταιγισμό προσβλητικών και απειλητικών μηνυμάτων κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ενώ άρχισε να την απειλεί ότι θα δημοσιοποιούσε όλα τους τα βίντεο, ότι θα διασύρει εκείνη και την οικογένειά της και προτείνοντάς της   «λύση» σε όλα αυτά, της συνέστησε να αυτοκτονήσει, πράγμα το οποίο η εγκαλούσα πράγματι αποπειράθηκε και μάλιστα δύο φορές. Συνεπεία των ανωτέρω η εγκαλούσα έχει διαγνωστεί ότι πάσχει από μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο και η κατάστασή της είναι εύθραυστη και ευμετάβλητη, ιδιαίτερα όταν αντιλαμβάνεται ότι τα επίμαχα βίντεο αναρτώνται εκ νέου από πορνογραφικές ιστοσελίδες, ενώ έχει υποστεί σοβαρή προσβολή στην προσωπικότητά της σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, αφού ο εναγόμενος επέτυχε τον στιγματισμό και τον διασυρμό της στον στενό αλλά και στον ευρύτερο κύκλο της.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, με το Εφετείο, εν συνεχεία, να συμφωνεί, πως με την αυθαίρετη κοινοποίηση προσωπικών στιγμώνπου συνιστούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.2472/1997 προσβλήθηκε η προσωπικότητα, η τιμή και η υπόληψη της ενάγουσας και προκλήθηκε σε αυτήν ηθική βλάβη και συνεκτιμώντας, μεταξύ άλλων, το είδος, τη βαρύτητα και την έκταση της βλάβης, έκρινε ότι ο εναγόμενος πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσό 12.500€ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το γραφείο μας με πολυετή εμπειρία στο ποινικό και αστικό δίκαιο μπορεί να σας βοηθήσει άμεσα και αποτελεσματικά, σε υποθέσεις παραβίασης προσωπικών δεδομένων, προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας και αξιοπρέπειας και προσβολής προσωπικότητας και να διεκδικήσει ποινική τιμωρία και τα μέγιστα ποσά αποζημιώσεων.

Για περισσότερες πληροφορίες και προσωπικό ραντεβού με εξειδικευμένο δικηγόρο επικοινωνήστε στα τηλ. 210 8811903, 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Κακοποίηση-βιασμός-ασέλγεια

Σύμφωνα με το άρθρο 336 ΠΚ, ο βιασμός αποτελεί κακούργημα: «Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών». Τα κακουργήματα στη χώρα μας παραγράφονται μετά από 15 ή 20 έτη, όπως προβλέπεται στην διάταξη 111 ΠΚ: «1. Το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή. 2. Τα κακουργήματα παραγράφονται: α) μετά είκοσι έτη αν ο νόμος προβλέπει γι’ αυτά την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και μετά δέκα πέντε έτη σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτός αν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά.»

Ωστόσο, σε άλλες Ευρωπαϊκές Χώρες τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.  Πιο συγκεκριμένα, κατά τον γερμανικό Ποινικό Κώδικα η παραγραφή του βιασμού είναι εικοσαετής και η προθεσμία της αρχίζει μετά τη συμπλήρωση 30 ετών. Ο Γερμανός Νομοθέτης, δηλαδή, δίνει στο θύμα συνολικό περιθώριο 50 ετών για να προβεί σε καταγγελία του βιασμού! Αυτό το περιθώριο δίνεται, καθώς από έρευνες έχει αποδειχθεί ότι τα θύματα βρίσκουν το κουράγιο (αν το βρουν ποτέ) να μιλήσουν μετά από πολλά χρόνια, αν όχι δεκαετίες ολόκληρες, αφού πολύ συχνά νιώθουν φόβο και ντροπή για το γεγονός. Επίσης, στην Αγγλία ο  Νόμος «Sexual Offences Act 2003», ο οποίος είναι ιδιαιτέρως περιγραφικός και συγκεκριμένος ως προς τις προσβολές της γενετήσιας ελευθερίας και αξιοπρέπειας, κατέστησε τα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας απαράγραπτα διά βίου.

Ως εκ τούτου, αντιλαμβανόμαστε ότι και ο Έλληνας Νομοθέτης θα πρέπει να αναθεωρήσει ως προς τη στάση του επάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ήδη, με αφορμή της υπόθεση της Χρυσής Ολυμπιονίκη μας, Σοφίας Μπεκατώρου, διαφαίνεται η διάθεση της Ελληνικής Δικαιοσύνης, να προβεί σε αλλαγές. Πιο συγκεκριμένα, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου με την από 18.01.2021 υπ’ αριθμ. 3/2021 εγκύκλιό της παρέχει οδηγίες στους εισαγγελείς ανά τη χώρα αναφορικά με τον χειρισμό των καταγγελιών για αξιόποινες συμπεριφορές κατά της γενετήσιας ελευθερίας.

Μεταξύ άλλων, η εγκύκλιος αναφέρει ότι :«οι περιστάσεις επιβάλλουν να επανέλθουμε άμεσα και να εστιάσουμε την προσοχή και το ενδιαφέρον σας, κατά την άσκηση της βασικής λειτουργικής αρμοδιότητάς σας, στην ποινική αντιμετώπιση, σε όλες τις διαστάσεις τους, ειδικών αξιόποινων συμπεριφορών που ήδη αναδεικνύονται με αφορμή την καταγγελία της Ολυμπιονίκη μας Σοφίας Μπεκατώρου για σεξουαλική της κακοποίηση. Επιβάλλεται επιτακτικά να παρεμβαίνετε ταχύτατα για έρευνα όταν αναφαίνονται έστω και ελάχιστα υποστασιακά στοιχεία τέλεσης αυτεπαγγέλτως διωκόμενων εγκλημάτων ή εγκλημάτων για τα οποία έχει υποβληθεί η απαιτούμενη από τον νόμο έγκληση, από τα οποία, εγκλήματα, προσβάλλονται θεμελιώδη προστατευόμενα έννομα αγαθά της ίδιας της γενετήσιας ελευθερίας, της τιμής και της αξιοπρέπειας στο χώρο της ελευθερίας αυτής ή που αυτά στρέφονται κατά της ανηλικότητας ως αυτοτελούς πλέον προστατευόμενου εννόμου αγαθού που ταυτίζεται με την ομαλή σεξουαλική ανάπτυξη των ανηλίκων, εννόμων αγαθών για την προστασία των οποίων, προεχόντως, διεκδικούν την εφαρμογή τους οι ποινικές διατάξεις του δεκάτου ενάτου κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα (άρθρα 336­353).»

Σε κάθε περίπτωση, και εν αναμονή σημαντικών αναμορφώσεων από τον Έλληνα Ποινικό Νομοθέτη, το γραφείο μας με πολυετή εμπειρία στο ποινικό δίκαιο μπορεί να σας βοηθήσει άμεσα και αποτελεσματικά, σε όλο το εύρος των εγκλημάτων που αφορούν σε παραβίαση της γενετήσιας ελευθερίας.

Για περισσότερες πληροφορίες και προσωπικό ραντεβού με εξειδικευμένο δικηγόρο επικοινωνήστε στα τηλ. 210 8811903, 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Μαγνητοφωνημένες συνομιλίες: Εφορία-Ποινικό

Εισαγγελία ΑΠ: Επιτρέπεται η χρήση παράνομα ηχογραφημένης συνομιλίας στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας

Με μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαντική γνωμοδότησή της η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου απάντησε σε ερώτημα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων σχετικά με τη νομιμότητα χρήσης και αποδεικτικής αξιοποίησης υλικού (ηχογραφημένης συνομιλίας) στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας.

Συγκεκριμένα, το ερώτημα της ΑΑΔΕ αφορούσε στο επιτρεπτό ή μη της αξιοποίησης ως αποδεικτικού μέσου ηχογραφημένης συνομιλίας εφοριακού υπαλλήλου με επιχειρηματία, κατά την οποία ο πρώτος απαίτησε και έλαβε από τον δεύτερο σημαντικό χρηματικό ποσό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του (φορολογικός έλεγχος επιχείρησης), στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας. Η Εισαγγελία ΑΠ καταλήγει πως η γνώμη της στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι, ότι στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας που διενεργείται σε βάρος του ανωτέρω υπαλλήλου, μπορεί να γίνει χρήση της ηχογραφημένης συνομιλίας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι:

α) η εν λόγω συνομιλία αποτελεί το μόνο αποδεικτικό μέσο και

β) ότι σε αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω απαγόρευση θα είχε ως αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμα και η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιοποίνων πράξεων ήτοι αγαθών υπέρτερων, που τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας, αφού στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά του δράστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στην ηχογραφημένη συνομιλία, δεν αποτελεί ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, αλλά συνέχιση της κατάπτωσης του, η οποία άρχισε με το έγκλημα της δωροληψίας και γι’ αυτό δεν μπορεί να τύχει συνταγματικής διαφύλαξης.

Αναλυτικά η γνωμοδότηση αναφέρει:

Επί του ερωτήματος, το οποίο μας υποβάλατε με το με αριθμ. πρωτ. Δ.ΕΣ.ΥΠ. Α 154567 ΕΞ 2020 ΕΜΠ 12-10-2020 έγγραφο σας, αναφορικά με το επιτρεπτό ή μη ως αποδεικτικού μέσου ηχογραφημένης συνομιλίας εφοριακού υπαλλήλου με επιχειρηματία, κατά την οποία ο πρώτος απαίτησε και έλαβε από τον δεύτερο σημαντικό χρηματικό ποσό, κατά την άσκηση των καθηκόντων του (φορολογικός έλεγχος επιχείρησης), στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας, παραθέτουμε τα ακόλουθα:

 Κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ.2 ΚΠΔ, όπως ισχύει, αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 370 Α παρ. 1,2 ΠΚ, όπως ισχύει, 1. Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο παρεμβαίνει σε συσκευή, σύνδεση ή δίκτυο παροχής υπηρεσιών σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας ή σε σύστημα υλικού ή λογισμικού, που χρησιμοποιείται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί ή να αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων ή στοιχεία της θέσης και κίνησης της εν λόγω επικοινωνίας, τιμωρείται με φυλάκιση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου.2. Όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου.

Η  ως άνω διάταξη θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρθρ. 2 παρ 1, 5 παρ. 1, 9Α, 19 και 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος και του έχοντος υπερνομοθετική ισχύ άρθρου 8 της ΕΣΔΑ για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου. Η απαγόρευση αυτή αφορά εκδηλώσεις ή πράξεις της ιδιωτικής ζωής των τρίτων που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπειά τους, αποσκοπείται δε με τον τρόπο αυτό η διασφάλιση της προστασίας των εννόμων αγαθών του ανθρώπου, που προστατεύονται από τις ανωτέρω διατάξεις.

Από πλευράς συνταγματικού δικαίου η προστασία της ιδιωτικής ζωής κατοχυρώνεται από τις διατάξεις των άρθρων 5Α, 9, 9Α και 19 του Συντάγματος. Όμως η δικονομική αξιοποίηση παρανόμων αποδεικτικών μέσων θα κριθεί σε συνταγματικό επίπεδο, αφού ο τυπικός νόμος δεν μπορεί να κατισχύσει του Συντάγματος (Α. Ζύγουρας, Αντ/λέας Αρείου Πάγου). Η δικονομική αξιοποίησις υπό των ιδιωτών των παρανόμως αποκτηθέντων υπ’ αυτών αποδεικτικών μέσων μετά την τελευταία νομοθετική μεταβολή ΠοινΧρ 2008,1013). Αυτό έγινε δεκτό από τον Άρειο Πάγο με την 1/2001 απόφαση της Ολομέλειας (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), κατά τον οποίο επιβάλλεται η ad hoc στάθμιση των συγκρουόμενων ατομικών δικαιωμάτων με γνώμονα τη βέλτιστη δυνατή συνύπαρξη τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου «εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγορεύσεως των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι λ.χ. η ανθρώπινη ζωή.

Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρη κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού». Συνεπώς, από πλευράς ποινικοδικονομικού δικαίου θα κριθεί κατά πόσον η θεσπιζόμενη απόλυτη απαγόρευση της δικονομικής αξιοποίησης τέτοιων αποδεικτικών μέσων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 2 §1 και 25 §1 εδ. δν Συντ. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 2 §1, 5 §2, 19 §§1 και 3 και 25 §1 εδ. δ’ του Συντ. προκύπτει, ότι ο κανόνας της απαγόρευσης της χρήσης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 19 §3 του Συντ., κάμπτεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όχι μόνον υπέρ αλλά και κατά του κατηγορουμένου.

Η χρήση των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν κατόπιν βασανιστηρίων αποκλείεται κατ’ απόλυτο τρόπο ως μέσο αναζήτησης της αλήθειας, αφού τα βασανιστήρια αναιρούν την ίδια την έννοια του κράτος δικαίου. Η έλλογη αξιοποίηση όμως άλλων αποδεικτικών μέσων παρανόμως κτηθέντων, όπως λ.χ. με παραβίαση του ιδιωτικού απορρήτου κ.λπ., είτε υπέρ είτε κατά του κατηγορουμένου, εξασφαλίζει την ισορροπία στο σύστημα προστασίας αξιών κατά την αποδεικτική διαδικασία σύμφωνα με τη βαθύτερη λογική του δικαίου, η οποία στηρίζεται στη στάθμιση των εννόμων αγαθών και συμφερόντων και στη σύμμετρη κατ’ αναλογία διαφύλαξη τους (Ζύγουρας, ό.π., σελ. 1014, ΟλΑΠ 1/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).Επομένως, νόμιμα λαμβάνεται υπόψη υπέρ του κατηγορουμένου, υπό τον περιορισμό της διάταξης του άρθρου 25 §1 εδ. δ’ του Συντ. που θεσπίζει την αρχή της αναλογικότητας, το παρανόμως ληφθέν αποδεικτικό μέσο, όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται, το αποδεικτικό αυτό μέσο είναι αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητας του. Εξ άλλου, υπό τις ίδιες αυτές προϋποθέσεις θα ληφθεί υπόψη κατά του κατηγορουμένου παρανόμως αποκτηθέν αποδεικτικό μέσο, όταν αυτό αποτελεί το μοναδικό ενδεχομένως αποδεικτικό μέσο στο οποίο το θύμα δύναται να στηρίξει την καταγγελία του (ΑΠ 611/2006 με σύμφωνη αγόρευση του Αντεισαγγελέα Α. Ζύγουρα ΠοινΔικ 2006, 857, ΝοΒ 2007, 150, ΠοινΧρ 2007, 895, Δ 2006, 927, Α. Ζύγουρας, ό.π., σελ. 1014,ΔιατΕισΕφΠειρ 110/2009 ΠοινΔνη 2010.1299, 2011.328 με παρατηρήσεις Γ. Μπουρμά).

Την ίδια άποψη υιοθετούν και οι με αρ. 171/2017, 277/2014, 653/2013, 1202/2011 αποφάσεις του ΑΠ, σύμφωνα με τις οποίες, η απαγόρευση της χρήσης παρανόμως ληφθέντος αποδεικτικού μέσου δεν περιλαμβάνει και τις πράξεις ή εκδηλώσεις προσώπων, οι οποίες ανεξάρτητα από τον τρόπο και τον χρόνο που γίνονται, δεν ανάγονται στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής τους, αλλά πραγματοποιούνται στα πλαίσια των ανατεθειμένων σε αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση τούτων, η οποία, ως εκ της φύσεως και του είδους των εκπληρουμένων καθηκόντων, υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. Αλλά και η νομολογία του ΕΔΔΑ κινείται προς την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή ότι είναι επιτρεπτή υπό προϋποθέσεις, όπως στις προαναφερθείσες περιπτώσεις, η δικονομική αξιοποίηση παρανόμων αποδεικτικών μέσων (Βλ. Α. Ζύγουρα, ό.π., με περαιτέρω παραπομπές σε ΕΔΔΑ, υπόθεση Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφ. 5.11.2002, σκέψεις 47-48, υπόθεση Schenk κατά Ελβετία, απόφ. 12.7.1988, ΠΛογ 2003.1300, ΠοινΔικ 2008,1096 σημ. 21 αντίστοιχα, κ.ά., Ε. Πουλαράκη, Η Νομολογία του ΕΔΔΑ αναφορικά με την απόδειξη στη ποινική δίκη, ΠοινΔικ 2008,1094).Έτσι κρίθηκε ότι στις προαναφερόμενες περιπτώσεις με τη δικονομική αξιοποίηση των παρανόμων αποδεικτικών μέσων, δεν παραβιάστηκε η από το άρθρο 6 §1 ΕΣΔΑ θεσπιζόμενη αρχή της δίκαιης δίκης. Ειδικότερα στην υπόθεση Schenk κατά Ελβετίας, όπου η κατηγορία είχε στηριχθεί σε μια υποκλαπείσα τηλεφωνική ομιλία, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, παρά το δεδομένο του παρανόμου του χρησιμοποιηθέντος αποδεικτικού μέσου, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §1, αφού ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την αυθεντικότητα της μαγνητοταινίας και να αντισταθεί στη χρήση της, ενώ υπήρχαν και άλλα στοιχεία σε βάρος του. Αλλά και στην περίπτωση που το «παράνομο» αποδεικτικό στοιχείο αποτελεί τη μοναδική απόδειξη ενοχής του, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει, ότι δεν υφίσταται παραβίαση του δικαιώματος σε μια δίκαιη δίκη, εάν ο κατηγορούμενος είχε ευρεία δυνατότητα να θέσει υπό αμφισβήτηση το αποδεικτικό υλικό και τον τρόπο απόκτησης του σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας.

Συγκεκριμένα στην υπόθεση Khan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπου το τηλεφωνικό υλικό, που ήταν προϊόν υποκλοπής, αποτέλεσε τη μόνη ισχυρή απόδειξη ενοχής, το Δικαστήριο κατέληξε με ψήφους 6 προς 1 ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §1 από την απόφαση των αρμοδίων ποινικών δικαστών να μην κηρύξουν απαράδεκτο το συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο, καθώς ο κατηγορούμενος είχε ευρεία δυνατότητα να αμφισβητήσει το συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο καθώς και τις περιστάσεις λήψης του [Βλ. Khan ν United kingdom (12.5.2000), σκέψεις 37-38]. Εξάλλου, μια ολοκληρωτική απαγόρευση της χρήσης των παράνομων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε σε παράλογα αξιακά αποτελέσματα ή στην καταβαράθρωση ενός συστήματος κοινωνικών αξιών.

Επομένως, γίνεται δεκτό, ότι η χρησιμοποίηση παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από την αρχή της αναλογικότητας και κατά του κατηγορουμένου, τουλάχιστον σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η εν λόγω απαγόρευση οδηγεί σε κατάργηση του δικαιώματος του πολίτη σε δικαστική ακρόαση και προστασία (άρθρο 20 §1 Συντ.), με αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμη και η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιοποίνων πράξεων, τα συνταγματικά δικαιώματα-έννομα αγαθά του οποίου μπορούν να προστατευθούν μόνο με τη δικαστική αξιοποίηση κάποιου παρανόμως κτηθέντος αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 611/2006 ΠοινΔικ 2006, 857 με συμφ. προτ. Εισ. Α. Ζύγουρα, ΠοινΧρ 2008, 1014).Με βάση τις προπαρατεθείσες αναπτύξεις, είναι προφανές, ότι, εφόσον στην ποινική δίκη είναι επιτρεπτή, υπό προϋποθέσεις, η χρήση παρανόμου αποδεικτικού μέσου, κατά μείζονα λόγο ευχερώς συνάγεται, ότι και στην πειθαρχική διαδικασία, είναι επιτρεπτή, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, η χρήση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, εφόσον αυτή συνάδει με τη φύση και το σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας.Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η γνώμη μας στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι, ότι στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας που διενεργείται σε βάρος του ανωτέρω υπαλλήλου, μπορεί να γίνει χρήση της ως άνω ηχογραφημένης συνομιλίας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι: α) η εν λόγω συνομιλία αποτελεί το μόνο αποδεικτικό μέσο και β) ότι σε αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω απαγόρευση θα είχε ως αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμα και η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιοποίνων πράξεων ήτοι αγαθών υπέρτερων, που τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας, αφού στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά του δράστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στην ηχογραφημένη συνομιλία, δεν αποτελεί ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, αλλά συνέχιση της κατάπτωσης του, η οποία άρχισε με το έγκλημα της δωροληψίας και γι’ αυτό δεν μπορεί να τύχει συνταγματικής διαφύλαξης.

(Πηγή: Lawspot.gr)

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού πλειστηριασμού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 
 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Ποινικά χρονικά: Έφεση

Έφεση: Μόνο καλυτερεύει τη θέση του κατηγορουμένου 

Με την απόφαση 500/2017 του, το ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αναιρεί απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο, απορρίπτοντας την έφεση που του κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, κατά την εξέτασή της έπειτα από αναίρεση, αναβίωσε την πρωτόδικη, δυσμενέστερη απόφαση κατά του τελευταίου, χειροτερεύοντας ουσιαστικά τη θέση του.

Ουσιαστικά, ο αναιρεσείων είχε καταδικαστεί με απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι έξι (26) μηνών και σε χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, λόγω μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Κατά της απόφασης του Μ.Π.Α. αυτής, ο ίδιος άσκησε έφεση, επιτυγχάνοντας τη μείωση της ποινής του σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, ο καταδικασθείς άσκησε αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος πράγματι την αναίρεσε και την παρέπεμψε για νέα συζήτηση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.

Το τελευταίο δικαστήριο παραπομπής απέρριψε κατά την νέα συζήτηση ως ανυποστήρικτη την έφεση που επανεξέτασε, με αποτέλεσμα να αναβιώσει και να εκτελεστεί η πρωτόδικη απόφαση του Μ.Π.Α. και η οποία, ορίζοντας υψηλότερη ποινή φυλάκιση και χρηματική ποινή, κατέστησε τη θέση του καταδικασθέντος σαφώς χειρότερη απ’ ότι είχε διαμορφωθεί κατόπιν της πρώτης έφεσης κι αναίρεσης που ασκήθηκαν με δική του, άλλωστε, πρωτοβουλία. Ως εκ τούτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, καθώς, ανεπιτρέπτως, κατέστησε εμμέσως χειρότερη τη θέση του καταδικασθέντος κατά τη νέα συζήτηση κι επομένως έπρεπε να γίνει δεκτός ο προβλεπόμενος στο άρθρο 510, παράγραφος 1, στοιχείο Η΄ λόγος αναίρεσης και να αναιρεθεί η τελευταία απόφαση. Κατόπιν της τελευταίας αναίρεσης, η υπόθεση θα παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την προηγούμενη φορά.

Η απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, έστω κι έμμεση, όπως εν προκειμένω, είναι απαγορευμένη και το δικαστήριο το οποίο θα την επιφέρει υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, η οποία συνιστά λόγο αναίρεσης. Αυτό σημαίνει ότι ο καταδικασθείς στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο οποίος πέτυχε τη μείωση της ποινής του σε οκτώ (8) μήνες, δεν μπορεί να καταδικαστεί σε εκτέλεση της ποινής των (26) μηνών και της χρηματικής ποινής, δηλαδή η επανεξέταση της έφεσης μπορεί, στο χείριστο ενδεχόμενο, να μείνει στην αρχική μείωση σε οκτώ μήνες, σίγουρα όχι όμως να προσθέσει κάτι περισσότερο και να προσθέσει κάτι στην ποινή.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 22/09/2017 σε Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , ,