RSS

Category Archives: Ποινικο

ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ

ΠΟΙΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΤΕΚΝΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΙΑΦΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ;

            Πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο έχει αγγίξει πολλές οικογένειες, όπου ο εμβολιασμός των ανηλίκων τέκνων, ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες, έχει αποτελέσει αγκάθι, όταν οι δύο γονείς, όχι απαραίτητα διαζευγμένοι, διαφωνούν μεταξύ τους ως προς τον εμβολιασμό του τέκνου τους. Σημειώνεται δε ότι σε πολλές περιπτώσεις το ζήτημα του (μη) εμβολιασμού του τέκνου αποδεικνύεται «μήλον της έριδος», οδηγώντας ζεύγη σε διαζύγιο, φαινόμενο που έχει πράγματι παρατηρηθεί τους τελευταίους μήνες.

            Ποιος, όμως, στην πραγματικότητα, αποφασίζει για τον εμβολιασμό του ανηλίκου τέκνου, σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων, διαζευγμένων ή και μη.

            Κατ’ αρχήν, η νομοθεσία στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 1516 του Αστικού Κώδικα: «Ο καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας: 1. Όταν πρόκειται για συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου ή για την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του ή για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα. (…)»

            Από την άλλη, ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας αναφέρει στο άρθρο 12 παρ. 2 (βα): «Στην περίπτωση του ανήλικου ασθενή, η συναίνεση δίδεται από αυτούς που ασκούν τη γονική μέριμνα ή επιμέλειά του. (…) Στην περίπτωση της παραγράφου 3 [ειδικές και σοβαρές επεμβάσεις] του άρθρου 11 απαιτείται πάντοτε η συναίνεση των προσώπων που ασκούν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου.»

            Πάνω σε αυτό το όχι και ιδιαίτερα σαφές νομοθετικό πλαίσιο, η νομολογία, δηλαδή οι αποφάσεις των δικαστηρίων, έχει καταλήξει στον εξής, αρκετά πρακτικό, κανόνα: οι συνήθεις πράξεις ιατρικού χαρακτήρα σε ανήλικο αποφασίζονται από τον έχοντα επιμέλεια γονέα, ενώ οι ειδικές και σοβαρές πράξεις ιατρικού χαρακτήρα αποφασίζονται από τον έχοντα τη γονική μέριμνα γονέα.

            Το ζήτημα που τίθεται τώρα, είναι εάν ο εμβολιασμός ενός ανηλίκου κατά του Covid-19 θεωρείται συνήθης ιατρική πράξη (όπως κάθε άλλος εμβολιασμός) ή επείγουσα ιατρική πράξη. Δυστυχώς, όπως αναφέρθηκε, ο νόμος δεν είναι ιδιαίτερα σαφής και προφανώς δεν ορίζει ή διακρίνει περιπτωσιολογίες, ενώ είναι ακόμη πολύ νωρίς για τα Δικαστήρια να έχουν σχηματίσει σαφή νομολογία.

            Σε γενικές γραμμές, όμως, μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής περιπτώσεις:

            1. Συζευγμένοι Γονείς: Στην περίπτωση αυτή, καθώς αμφότεροι οι γονείς ασκούν και την επιμέλεια και την γονική μέριμνα, η απόφαση για κάθε ιατρική πράξη, συνήθη ή επείγουσα, ανήκει και στους δύο από κοινού. Επομένως, απαιτείται συναπόφαση των δύο γονέων και σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων, αρμόδιο να αποφασίσει θα είναι το δικαστήριο. Σημειωτέον, ότι κατ’ αρχήν η ιατρική δεοντολογία επιβάλλει τη συναίνεση των δύο γονέων και δεν αρκείται στην πρωτοβουλία του ενός μόνον.

            2. Διαζευγμένοι Γονείς: Στην περίπτωση αυτή, εάν η επιμέλεια έχει ανατεθεί μόνον στον έναν εκ των δύο γονέων, είναι υποστηρίξιμο ότι, εφ’ όσον ο εμβολιασμός κατά του Covid-19 θεωρηθεί συνήθης ιατρική πράξη (όπως κάθε άλλος εμβολιασμός), την απόφαση μπορεί να λάβει μόνος ο γονέας που διατηρεί την αποκλειστική επιμέλεια. Τούτο, όπως είδαμε ήδη, όμως, ακόμη ερίζεται νομολογιακά, επομένως η ασφαλής οδός παραμένει η δικαστική.

Φυσικά, στο ενδεχόμενο της συνεπιμέλειας, η απόφαση και πάλι ανήκει σε αμφότερους τους γονείς, ομοίως με την πρώτη περίπτωση, οπότε σε περίπτωση διαφωνίας χρειάζεται απόφαση δικαστηρίου.

            Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το εκάστοτε Δικαστήριο κρίνει πάντοτε με βάση το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου κι όχι βάσει της επιθυμίας του εκάστοτε γονέα βάσει, π.χ. προσωπικών ιδεολογιών και πεποιθήσεων. Τουτέστιν, οι γονείς που απευθύνονται στα Δικαστήρια θα πρέπει να υποστηρίξουν ότι ο (μη) εμβολιασμός του τέκνου τους είναι η βέλτιστη για το συμφέρον του ίδιου του τέκνου επιλογή, καθώς μία γενική κι αόριστη άρνηση με επίκληση απλώς της ιδιότητας του γονέα ως ασκών τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια δεν είναι σε καμία περίπτωση επαρκής. Πάντως, από τα πολύ λίγα δείγματα που έχει προσφέρει μέχρι σήμερα η νομική θεωρία και πρακτική σχετικά με το ζήτημα αυτό, φαίνεται πως το έργο του «αρνητή» γονέα που θα επιδιώξει μία δικαστική κρίση για να επιτύχει την απαγόρευση του εμβολιασμού του τέκνου του θα είναι συγκριτικά δυσκολότερο από αυτό του υπέρμαχου του εμβολιασμού γονέα.

            Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην επίσης παρατηρούμενη συχνά πρακτική του εμβολιασμού ενός ανηλίκου κρυφίως από τον μη συναινούντα πλην ασκούντος την επιμέλεια ή την γονική μέριμνα γονέα και των συνεπειών αυτής. Κατά πρώτον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μία τέτοια ενέργεια δεν είναι θεμιτή νομικά ή και δεοντολογικά, καθώς πρόκειται για παραβίαση του δικαιώματος του έτερου γονέα να συναποφασίζει στις ιατρικές πράξεις που αφορούν το ανήλικο τέκνο του. Εν γένει, ο αποκλεισμός αυτός, για οποιοδήποτε ζήτημα που άπτεται της επιμέλειας και της γονικής μέριμνας του τέκνου εγείρει σαφώς νομικές αξιώσεις υπέρ του έτερου γονέα, ο οποίος μάλιστα δικαιούται να ζητήσει την αφαίρεση της επιμέλειας ή και της γονικής μέριμνας από τον κατά μόνας αποφασίζοντα γονέα, εάν κρίνεται ότι η απόφαση αυτή του ενός γονέα δεν είχε ως γνώμονα το συμφέρον του τέκνου ή έβλαψε αυτό. Το οποίο φυσικά θα πρέπει και να αποδείξει δικαστικά.

            Ισχύει όμως και το αντίστροφο, όπου μία ενδεχόμενη επίμονη άρνηση του ενός γονέα για εμβολιασμό του τέκνου μπορεί να γεννήσει αντίστοιχες αξιώσεις και να θέσει ζήτημα κακής άσκησης επιμέλειας ή και γονικής μέριμνας, ώστε να μπορεί να αξιωθεί η αφαίρεσή τους από τον αρνούμενο γονέα.

            Πάντως, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αφαίρεση της επιμέλειας ή της γονικής μέριμνας λόγω κακής άσκησής τους αποτελεί ακραία περίπτωση κι εξάντληση αυστηρότητας εκ μέρους της Δικαιοσύνης, ώστε το ενδεχόμενο τόσο αυστηρών κρίσεων να μην πιθανολογείται με βεβαιότητα.

            Τέλος, έχουν ήδη προκύψει – μεμονωμένες βέβαια – περιπτώσεις όπου ανήλικα άτομα, μετεφηβικής συνήθως ηλικίας, επιθυμούν να εμβολιαστούν, παρά την αντίθετη επιθυμία των γονέων τους. Σε συγκεκριμένη περίπτωση, 14χρονος ανήλικος απευθύνθηκε, με τη βοήθεια του διευθυντή του σχολείου του, στην οικεία αρμόδια Εισαγγελία, η οποία εξέδωσε εισαγγελική παραγγελία που θα επέτρεπε τον κατά μόνας εμβολιασμό του ανηλίκου παρά την άρνηση των γονέων του. Εδώ θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η εισαγγελική αυτή παραγγελία ουδέποτε εκτελέστηκε, καθώς οι γονείς πείσθηκαν να συναινέσουν στον εμβολιασμό του τέκνου τους. Πάντως, ήδη γίνονται διαβήματα από τη νομική θεωρία για να προστατεύονται και να εμβολιάζονται ανήλικα άτομα από την απροθυμία των γονέων τους να τα εμβολιάσουν.

            Φυσικά, το αντίστροφο δεν ισχύει. Τουτέστιν, ένα ανήλικο άτομο, έστω και μετεφηβικής ηλικίας, εάν δεν επιθυμεί να εμβολιαστεί, ενώ οι γονείς του το επιθυμούν, είναι σαφές ότι η απόφαση ανήκει στους γονείς του.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή  στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Νόμιμη ή παράνομη η πορνογραφία;

ΜΟΡΦΕΣ ΑΘΕΜΙΤΗΣ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΠΡΟΝΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

            Σε προηγούμενο άρθρο του Γραφείου μας, αναφορικά με το «Revenge Porn», ήτοι την εκδικητική πορνογραφία, που ως φαινόμενο βρέθηκε και πάλι στο προσκήνιο της καθημερινότητας την τελευταία εβδομάδα, έγινε μνεία στις διάφορες αθέμιτες περιπτώσεις διακίνησης πορνογραφικού υλικού, που δεν εμπίπτουν όμως στην κατηγορία της εκδικητικής πορνογραφίας.

            Εκ προοιμίου, πρέπει να τονιστεί ότι η πορνογραφία, αυτή καθαυτή, σε μία ευνομούμενη και φιλελεύθερη δυτική κοινωνία όπως αυτή της Χώρας μας είναι κατ’ αρχήν νόμιμη. Πολύ περισσότερο, είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, με την έννοια της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, της ελευθερίας του λόγου και της ελευθερίας της τέχνης. Ανεξαρτήτως της όποιας ηθικής απαξίας μπορεί να αποδίδεται στον πορνογραφικό λόγο από συντηρητικότερες πεποιθήσεις, η σύγχρονη νομική πραγματικότητα οφείλει να προστατεύει την πορνογραφία, είτε πρόκειται για επαγγελματική είτε για ερασιτεχνική απασχόληση, καθώς και το δικαίωμα των εμπλεκομένων μερών να κερδοσκοπούν από αυτήν.

            Βασική προϋπόθεση προς τούτο είναι όμως το πορνογραφικό υλικό να έχει τη συναίνεση όλων των εμπλεκομένων μερών και φυσικά να μην θίγει την δημόσια τάξη. Έτσι, κατωτέρω θα δούμε δύο ακόμη κατηγορίες, πέρα από την εκδικητική πορνογραφία, αθέμιτης διακίνησης πορνογραφικού υλικού.

  1. Σεξουαλικός Εκβιασμός (Sextortion)

Η πιο «συγγενική» μορφή της εκδικητικής πορνογραφίας είναι ο σεξουαλικός εκβιασμός (γνωστός κι ως «Sextortion»).

Μέσω συνήθως ψεύτικων προφίλ (fake accounts) σε λογαριασμούς μέσων κοινωνικής δικτύωσης, χρήστες προσεγγίζονται από φαινομενικά αρκετά ελκυστικά πρόσωπα του αυτού ή του αντιθέτου φύλου, κι αφού εκμαιεύσουν την εμπιστοσύνη των χρηστών, αξιώνουν υλικό ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, φωτογραφιών ή βίντεο, το οποίο έχει σεξουαλικό περιεχόμενο. Μόλις όμως αποκτηθεί το υλικό αυτό στην κατοχή του χρήστη του ψεύτικου προφίλ, η κατάσταση αλλάζει άρδην και ο άδολος χρήστης που το έστειλε βρίσκεται στην συγκλονιστικά δυσάρεστη θέση να εκβιάζεται είτε για οικονομικά ανταλλάγματα είτε για σεξουαλικά ανταλλάγματα, όπως παραγωγή πρωτότυπου πορνογραφικού υλικού, υπό την απειλή της ανάρτησης του αρχικού υλικού στο διαδίκτυο. Φυσικά, ο σεξουαλικός εκβιασμός δεν απαιτεί απαραίτητα τη χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αφού και παλαιότερα απαντώνταν ως φαινόμενο, πλην όμως σήμερα, λόγω ακριβώς της αυξημένης χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έχει ενταθεί σημαντικά.

Προφανώς, η πρόληψη αποτελεί το κύριο μέσο προστασίας των χρηστών, που κατά κανόνα είναι νεαρής ηλικίας, αν και, όπως τονίστηκε και στο προηγούμενο άρθρο, η επανειλημμένη επισήμανση της πρόληψης τείνει, εσφαλμένα, να δημιουργεί την εντύπωση της αναστροφής της απόδοσης ευθύνης στο θύμα αντί του θύτη. Το ευτυχές είναι ότι σε συντριπτική πλειονότητα, οι απειλές τύπου sextortion αποδεικνύονται άνευ αντικρίσματος. Παρά ταύτα, δυστυχώς, από την απόκτηση του υλικού από τον κακόβουλο χρήστη, δεν υπάρχει ουδεμία εγγύηση ότι το υλικό δεν θα αναρτηθεί, ούτε κι ότι φυσικά, ακόμη κι αν κατέβει από τον αρχικό χρήστη, δεν θα παραμείνει, σε κάποια μορφή, στο αχανές διαδίκτυο. Παρά ταύτα, σε γενικές γραμμές, συστήνεται η διακοπή της επικοινωνίας με τον κακόβουλο χρήστη, η διατήρηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου όγκου αποδεικτικών στοιχείων (συνομιλίες και υλικό που ανταλλάχθηκε), η άμεση απεύθυνση στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και η υποβολή μήνυσης κατά παντός υπευθύνου, αλλά και η αναφορά και το μπλοκάρισμα του χρήστη στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης, για την προστασία, στο μέτρο του εφικτού, τρίτων ανυποψίαστων χρηστών. Η εξεύρεση των κακόβουλων χρηστών δεν είναι πάντοτε εύκολη, αλλά είναι πάντοτε πιθανή, εφ’ όσον υπάρχει επαρκές αποδεικτικό υλικό και τα αντανακλαστικά είναι άμεσα.

Στο ενδεχόμενο δε της εξεύρεσης του δράστη, εκτός από την ποινική δίωξη που θα του ασκηθεί, κατ’ άρθρ. 385 ή 386 του Π.Κ., κατά περίπτωση, το θύμα διατηρεί όλα τα δικαιώματά του για να αξιώσει την αποζημίωσή του για την ηθική του βλάβη.

  • Παιδική Πορνογραφία

Η κατοχή και διακίνηση πορνογραφίας ανηλίκων αποτελεί αναμφισβήτητα την ειδεχθέστερη μορφή διακίνησης –και λήψης-  πορνογραφικού υλικού. Το θλιβερότερο δε είναι το γεγονός ότι κι αυτό το φαινόμενο ακολουθεί το μοτίβο των δύο προηγούμενων σχημάτων, όπου η αλματώδης τεχνολογική ανάπτυξη έχει επιβοηθήσει, ακούσια, με αποτέλεσμα να ενταθεί η σχετική δραστηριότητα παγκοσμίως.

Η διακίνηση έχει παρατηρηθεί ότι λαμβάνει χώρα είτε με κατ’ αρχήν αθώα ηλεκτρονικά μέσα (email) ή μέσω ειδικών πλατφορμών περιορισμένης πρόσβασης ή και μέσω ηλεκτρονικών σελίδων που λειτουργούν στο λεγόμενο «dark web». Κι ενώ μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν σχετικά εύκολο να εντοπιστεί το ψηφιακό αποτύπωμα των χρηστών, παρά την όποια ανωνυμία προσφέρει θεωρητικά το διαδίκτυο, μέσω της διεύθυνσης ΙΡ, έχουν αναπτυχθεί τον τελευταίο καιρό μορφές τεχνικής απόκρυψης που καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο το έργο των αρχών. Φυσικά, η ανάπτυξη της τεχνολογίας επιδρά αμφιμερώς, καθώς με κάθε νέα μορφή απόκρυψης των πρακτικών αυτών, εμφανίζονται και νέες μορφές αποκρυπτογράφησης αλλά κι εξιχνίασης.

Σε κάθε περίπτωση, ο Έλληνας Νομοθέτης έχει επιδείξει τουλάχιστον συγκριτικά εξαιρετικά αντανακλαστικά ως προς την ιδιαίτερα επαχθή αυτή πρακτική και ποινικοποιεί την πρακτική αυτή με τα άρθρα 337 («Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας»), 339 («Αποπλάνηση παιδιών»), 342 («Κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια»), 348Α («Πορνογραφία ανηλίκων» και 351Α («Ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής») του Ποινικού Κώδικα. Σημειώνεται ότι γεννώνται και οι σχετικές αστικές αξιώσεις από το ανήλικο θύμα και τους οικείους του.

Για περισσότερες πληροφορίες και προσωπικό ραντεβού με εξειδικευμένο δικηγόρο επικοινωνήστε στα τηλ. 210 8811903, 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

REVENGE PORN:

ΤΙ ΕΙΝΑΙ, ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΚΑΙ ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΕΙ

            Με αφορμή την αποκάλυψη της καταγγελίας και της κίνησης ποινικής διαδικασίας που αφορά σε γνωστό τηλεπαρουσιαστή ακριβώς για revenge porn (η λεγόμενη εκδικητική πορνογραφία), ο όρος πρωτοστατεί το τελευταίο εικοσιτετράωρο στα μέσα ενημέρωσης και στα social media και βρίσκεται στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Πέρα από την απερίφραστη κατακραυγή τέτοιων πρακτικών, είναι σκόπιμο, με αφορμή αυτό το περιστατικό, να δοθεί έμφαση στο σε τί ακριβώς συνίσταται η πρακτική αυτή, στους λόγους για τους οποίους είναι επικίνδυνη και στα μέσα προστασίας που παρέχονται για την προστασία των θυμάτων.

            Τί είναι, λοιπόν, το revenge porn;

            Πρόκειται για την πρακτική της διαδικτυακής ανάρτησης προσωπικών φωτογραφιών και βίντεο με σεξουαλικό περιεχόμενο, με στόχο τον εξευτελισμό του θύματος. Η ανάρτηση αυτή πραγματοποιείται προφανώς δίχως την συναίνεση ή συγκατάθεση του θύματος. Το φαινόμενο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας που ακουσίως προσέφερε τα μέσα για τη διευκόλυνση αφ’ ενός της απόκτησης τέτοιου υλικού κι αφ’ ετέρου της ανάρτησης και διάδοσής του στο διαδίκτυο, κυρίως (όχι όμως αποκλειστικώς) σε ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου. Πρόκειται πραγματικά για ένα «σημείο» της εποχής. Κατά συντριπτική πλειοψηφία αφορά γυναίκες (εκτιμάται το 90% των περιπτώσεων), ώστε να είναι δόκιμο – κι όχι γενίκευση – να αναφερθούμε στο φαινόμενο ως μία νέα μορφή της έμφυλης βίας. Κατ’ αρχήν είναι το αποτέλεσμα μίας ατυχούς έκβασης μίας ερωτικής σχέσης, όπου ο σύντροφος, που είναι κάτοχος υλικού σεξουαλικού περιεχομένου της τέως συντρόφου του, αναρτά το εν λόγω υλικό στο διαδίκτυο για εκδίκηση. Το σχήμα αυτό αποτελεί και τον κανόνα των περιπτώσεων, εξ ου και το όνομα «revenge porn» αν και ο σκοπός της ανάρτησης δεν αποκλείεται να είναι διάφορος του εξευτελισμού (π.χ. εκβιασμός για οικονομικό ή άλλο όφελος).

            Γιατί είναι επικίνδυνο;

            Το πρώτον, ως ήδη αναφέρθηκε, πρόκειται για ένα φαινόμενο έμφυλης βίας, ώστε δικαίως να λογίζεται ως κακοποιητική πράξη αυτή καθαυτή.

            Επίσης, συνήθως η τέλεση τέτοιων πρακτικών είναι αιφνιδιαστική για το θύμα, που κατά κανόνα είναι εντελώς ανυποψίαστο, καθώς προέρχεται κατά κανόνα από έναν (τέως) σύντροφο, ήτοι ένα πρόσωπο που μέχρι πρότινος έχαιρε της απόλυτης εμπιστοσύνης του θύματος και θα ήταν υπό φυσιολογικές συνθήκες υπεράνω πάσης υποψίας. Δεν αποκλείεται βέβαια το υλικό αυτό να υποκλαπεί από το θύμα μέσω ηλεκτρονικών μέσων, αλλά και πάλι, τούτο αρκετές φορές είναι αποτέλεσμα της γνώσης του θύτη των κωδικών ασφαλείας του θύματος, το οποίο είναι επίσης αποτέλεσμα της οικειότητας που είχε δημιουργηθεί από τη σχέση αυτή.

            Πέραν τούτου, όμως, στη σύγχρονη αυτή εποχή που διανύουμε, η ταχύτατη διάδοση της πληροφορίας οδηγεί σε ένα αναπόδραστο και θλιβερό αποτέλεσμα: το υλικό αυτό, αφότου αναρτηθεί, έχει την «τάση» να διαχέεται, να μεταφορτώνεται από χρήστες και να αποθηκεύεται σε άλλες συσκευές και να αναρτάται εκ νέου σε άλλες σελίδες, κι αυτό με ρυθμό εκθετικό, ιδίως όταν πρόκειται για επώνυμα πρόσωπα. Τουτέστιν, εφ’ όσον το υλικό αναρτηθεί, ακόμη κι αν αργότερα κατέβει από τον αρχικό χρήστη, δεν υπάρχει καμία απολύτως εγγύηση ότι το υλικό θα παύσει να υπάρχει αναρτημένο κάπου αλλού στο αχανές διαδίκτυο.

            Η επικινδυνότητα της πρακτικής όμως έγκειται στις συνέπειες, ψυχολογικές κι όχι μόνον, που συνεπάγονται για το θύμα· το σοκ, ο εξευτελισμός, η γελοιοποίηση, η ντροπή και ο ενδεχόμενος δημόσιος στιγματισμός και περιθωριοποίηση είναι μία κατάσταση που καλείται να βιώσει το θύμα από τη στιγμή της ανάρτησης κι εντεύθεν για το υπόλοιπο της ζωής του. Ακόμη κι αν η ανθρώπινη προσέγγιση του ζητήματος προφανώς και δεν επιτρέπει οποιαδήποτε μομφή κατά του θύματος, η πίεση που εξ αντικειμένου ασκείται σε αυτό πολλές φορές μπορεί να αποδειχθεί αφόρητη, όπως δυστυχώς δεικνύει η εμπειρία, και να θέσει προσχώματα σε προσωπικό, κοινωνικό κι επαγγελματικό ακόμη επίπεδο. Μάλιστα, καθώς το φαινόμενο, με την εξέλιξη της τεχνολογίας, γιγαντώνεται, δυστυχώς υπάρχουν και ορισμένες περιπτώσεις όπου η πίεση για το θύμα αποδεικνύεται τόσο έντονη που σημειώνονται και περιπτώσεις (δυστυχώς κι επιτυχημένων) αποπειρών αυτοκτονίας.

            Πώς μπορεί κανείς να προστατευθεί;

            Δυστυχώς, η εξέλιξη της τεχνολογίας είναι φρενήρης, σε σημείο που ο ήδη χαμηλών αντανακλαστικών Έλληνας Νομοθέτης έχει βρεθεί σήμερα πίσω από το φαινόμενο. Έτσι, η διάταξη του άρθρ. 370Α του Ποινικού Κώδικα προσφέρει μία αδρή περιγραφή του φαινομένου, χωρίς όμως να φωτογραφίζεται η εκδικητική πορνογραφία ως ιδιαίτερη εγκληματική πράξη, χωρίς καν να λαμβάνεται υπ’ όψιν το στοιχείο της σεξουαλικής φύσης του εγκλήματος ώστε να κατατάσσεται στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και χωρίς να αναγνωρίζεται η φύσης της πράξης ως μορφή έμφυλης βίας. Στην πραγματικότητα το εν λόγω άρθρο αφορά κατά κυριολεξία την «παραβίαση απορρήτου», της οποίας, προφανώς, η ηθική απαξία δεν έχει την ίδια βαρύτητα, αλλά και η ποινική αντιμετώπιση είναι πιο «ελαφρά».

            Σημειωτέον ότι ούτε ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία των (Προσωπικών) Δεδομένων προσφέρει λύσεις στο συγκεκριμένο ζήτημα.

            Παρά ταύτα, και με δεδομένο ότι η πρόληψη αφ’ ενός δεν είναι πάντοτε εφικτή κι αφ’ ετέρου διότι η απαίτηση της πρόληψης έχει εγγενώς χαρακτήρα μομφής κατά του θύματος, η λύση πρέπει να εκπηγάσει από την ίδια την κοινωνία και τα πρότυπά της. Συγκεκριμένα, η κοινωνική συνείδηση πρέπει να ωθεί και να καθοδηγεί τα θύματα στην καταγγελία τέτοιων συμπεριφορών, ώστε η ποινική δικαιοσύνη, στο βαθμό του εφικτού, να επιλαμβάνεται και να τιμωρεί τις συμπεριφορές αυτές.

            Εδώ, θα πρέπει να γίνει μνεία, εν είδει κατακλείδας, σε μία «φωτεινή αχτίδα» που διαφαίνεται όσον αφορά το φαινόμενο της εκδικητικής πορνογραφίας· τα τελευταία χρόνια, κινήματα όπως το #metoo έχουν αναπτύξει την κοινωνική ενσυναίσθηση και ευαισθητοποίηση απέναντι στα θύματα έμφυλης βίας. Μάλιστα, η εμφατική διαδικτυακή παρουσία των κινημάτων αυτών στα social media δημιουργεί γρήγορα αντανακλαστικά για την ανάδειξη περιπτώσεων όπως και αυτή του γνωστού τηλεπαρουσιαστή, αλλά και για την κατάδειξη και κατακραυγή τέτοιου είδους ανθρώπων και συμπεριφορών, μαζικά και συντονισμένα, ώστε πλέον οι θύτες να οδηγούνται στην περιθωριοποίηση έμπρακτα και τα θύματα να βιώνουν μία μαζική συμπαράσταση και υποστήριξη, ψυχική και έμπρακτη, ώστε αντί να στιγματίζονται τα θύματα, να στιγματίζονται οι θύτες. Διότι η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει δύο πλευρές και η εκδοχή αυτή της χρήσης του διαδικτύου για προώθηση δράσεων και κινητοποιήσεων αυτών, μέσω των social media, έρχεται «μπούμερανγκ» κατά του θύτη.

            Σε κάθε περίπτωση, φαινόμενα εκδικητικής πορνογραφίας ήταν και παραμένουν κατακριτέα· αποκαλύψεις, όμως, όπως η προκείμενη, που δίδει αφορμή στον παρόντα διάλογο, ίσως δημιουργήσουν τις συνθήκες για έναν νομοθετικής περιωπής πλέον διάλογο, ώστε να θεσπιστεί, αισίως, ένα νομοθετικό πλαίσιο προστασίας του θύματος και τιμωρία των δραστών, σύγχρονο, ικανό και επαρκές.

Τέλος, να σημειωθεί ότι το θύμα εκτός από τη φυλάκιση -ποινική τιμωρία του δράστη- μπορεί να ζητήσει και χρηματική ικανοποίηση-αποζημίωση για την ηθική του βλάβη.

Για περισσότερες πληροφορίες και προσωπικό ραντεβού με εξειδικευμένο δικηγόρο επικοινωνήστε στα τηλ. 210 8811903, 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Ποινές κι άλλες εγγραφές στο Ποινικό Μητρώο

Τι φαίνεται και τι αποκρύπτεται ή παραγράφεται από τις εγγραφές στο ποινικό μητρώο;

Το ποινικό μητρώο είναι το σύστημα καταγραφής ποινών για τις οποίες έχει καταδικαστεί ένα άτομο. Είναι στην ουσία ένα αρχείο που τηρεί το κράτος για τους πολίτες που καταδικάστηκαν από τα ελληνικά ποινικά δικαστήρια.

Το αντίγραφο ποινικού μητρώου αποτελεί ένα από τα πιστοποιητικά που συχνά ζητείται από υπηρεσίες αλλά και εργοδότες. Αν, παραδείγματος χάριν, κάποιος επιδιώξει τον διορισμό του σε κάποια θέση του δημοσίου τομέα ή θέλει να ανοίξει κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος ή επιθυμεί να λάβει μέρος σε δημόσιους διαγωνισμούς, είναι σίγουρο ότι θα του ζητηθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες αντίγραφο του ποινικού του μητρώου. Το ίδιο, φυσικά, ισχύει και στην περίπτωση που ένα πρόσωπο θέλει να αποκτήσει ελληνική ιθαγένεια ή να εκδώσει άδεια εργασίας όντας αλλοδαπός.

Το ποινικό μητρώο εκδίδει δύο ειδών αντίγραφα στα ενδιαφερόμενα άτομα:

  • πρώτον, το αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης, στο οποίο είναι εγγεγραμμένες όλες οι  ποινές καθώς και οι μηνύσεις-εγκλήσεις, ακόμα και εάν κάποιος έχει προσαχθεί για δακτυλικά αποτυπώματα. Τα ποινικά μητρώα δικαστικής χρήσης,   σύμφωνα με το άρθρο 572 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, χορηγούνται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και φορείς, όπως είναι ο εισαγγελέας, ο τακτικός ανακριτής, οι διευθυντές φυλακών, δημόσιες υπηρεσίες, αλλοδαπές πρεσβείες ή προξενεία, για το διορισμό δικαστικών λειτουργών, εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων κλπ
  • και δεύτερον, το αντίγραφο ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, το οποίο εκδίδεται κατόπιν αίτησης του πολίτη τον οποίον αφορούν για κάθε νόμιμη χρήση και  αναγράφονται αμετάκλητες ποινές.

Σύμφωνα με το άρθρο 571 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στο αντίγραφο γενικής χρήσης καταχωρίζεται το περιεχόμενο όλων των δελτίων ποινικού μητρώου, εκτός από εκείνα:

α) που αναγράφουν χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ή ποινή φυλάκισης έως έξι μήνες, μετά την πάροδο τριών ετών,

β) που αναγράφουν ποινή φυλάκισης πέραν των έξι μηνών ή ποινή περιορισμού σε ψυχιατρικό κατάστημα, μετά την πάροδο οκτώ ετών,

γ) που αναγράφουν κάθειρξη, μετά την πάροδο είκοσι ετών.

Οι παραπάνω προθεσμίες αρχίζουν από την απότιση της ποινής, ενώ αν στο μεταξύ επήλθε νέα καταδίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα, οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν από την απότιση της νέας ποινής.

Η ποινή θεωρείται ότι αποτίθηκε και σε περίπτωση α) που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή, από την ημέρα καταβολής του ποσού της μετατροπής, β) που χαρίστηκε, από την ημερομηνία έκδοσης του αντίστοιχου προεδρικού διατάγματος, γ) που χορηγήθηκε απόλυση, από την επιτυχή πάροδο του χρόνου δοκιμασίας. Αν δε, η καταδικαστική απόφαση δεν εκτελέστηκε, οι εν λόγω προθεσμίες αρχίζουν από την παραγραφή της.

Κατ’ εξαίρεση, όταν πρόκειται για πρώτη καταδίκη του ατόμου ή για καταδίκη που αφορά: α) έγκλημα από αμέλεια ή β) έγκλημα με δόλο, για το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή, οι  ανωτέρω προθεσμίες μπορούν να συντμηθούν στο μισό, με διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. Η σύντμηση παρέχεται, αν υπάρχει προσδοκία έντιμου βίου στο μέλλον.

Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠΔ, τα δελτία ποινικού μητρώου παύουν να ισχύουν και αποκλείεται η χρησιμοποίησή τους για οποιοδήποτε σκοπό στις ακόλουθες μόνο περιπτώσεις:

α) όταν το πρόσωπο το οποίο αφορά η εγγραφή πεθάνει ή συμπληρώσει το 80ο έτος της ηλικίας του,

β) όταν η απόφαση, για την οποία έχει συνταχθεί δελτίο ποινικού μητρώου, ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή η πράξη αμνηστευθεί ή απονεμηθεί χάρη με ολική άρση των συνεπειών κατ’ άρθρο 47 παρ. 2 του Συντάγματος, ή με ρητή διάταξη μεταγενέστερου νόμου, η πράξη παύει να είναι αξιόποινη ή για οιονδήποτε λόγο επέλθει οριστική παύση της ποινικής δίωξης,

γ) αν με την καταδικαστική απόφαση για την οποία έχει συνταχθεί δελτίο ποινικού μητρώου χορηγήθηκε αναστολή εκτέλεσης της ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 99 ΠΚ, μετά την πάροδο πέντε ετών από τη λήξη του χρονικού διαστήματος της αναστολής, εφ’ όσον η αναστολή δεν έχει αρθεί ή ανακληθεί,

δ) αν το δελτίο έχει συνταχθεί μετά από απόφαση που επιβάλλει σε ανήλικο ποινή περιορισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, πέντε έτη μετά την απότιση της ποινής με οποιοδήποτε τρόπο, εφόσον ο ελάχιστος χρόνος περιορισμού που έχει επιβληθεί δεν υπερβαίνει το έτος, και οκτώ έτη αν υπερβαίνει το έτος, εκτός αν στο διάστημα αυτό επέλθει νέα καταδίκη. Σε περίπτωση απόλυσης υπό όρους από το σωφρονιστικό κατάστημα, η πιο πάνω πενταετία ή οκταετία αρχίζει από τη συμπλήρωση του χρόνου δοκιμασίας,

ε) αν με την καταδικαστική απόφαση επιβλήθηκε χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ή ποινή φυλάκισης μέχρι ένα μήνα, για αδίκημα εκ δόλου ή δύο μήνες για αδίκημα εξ αμελείας, μετά την πάροδο δέκα ετών από την απότιση της ποινής με οποιονδήποτε τρόπο, εφόσον ο υπαίτιος δεν έχει καταδικαστεί πάλι για κακούργημα ή πλημμέλημα.

Τέλος,  το άρθρο 575 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δίνει τη δυνατότητα για αμφισβήτηση και διόρθωση τυχόν εσφαλμένων εγγραφών στο ποινικό μητρώο ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου ή του εισαγγελέα πλημμελειοδικών.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο ποινικού δικαίου στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 09/12/2021 σε Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΑΝ ΠΤΑΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΤΡΟΠΗ

ΑΠΟΣΥΜΦΟΡΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΜΕ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΤΑΓΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

ΤΙΘΕΤΑΙ ΝΕΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ ΨΥΧΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΑ ΔΙΑΤΑΡΑΓΜΕΝΩΝ

            Η παραδοσιακή διάκριση των εγκλημάτων στην ελληνική έννομη τάξη κατένεμε διαχρονικά αυτά, ανάλογα προς την ηθική και κοινωνική τους απαξία, σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα. Τα πταίσματα τιμωρούνταν με κράτηση, που αφορούσε χρονικό διάστημα από μία (1) έως τριάντα (30) ημέρες, τα πλημμελήματα με φυλάκιση, που αφορά χρονικό διάστημα από δέκα (10) ημέρες έως πέντε (5) έτη και τέλος τα κακουργήματα, που τιμωρούνται με κάθειρξη, κατ’ αρχήν πρόσκαιρη, που αφορά χρονικό διάστημα από πέντε (5) έτη έως δεκαπέντε (15) έτη και την ισόβια κάθειρξη, που θεωρητικά είναι ακριβώς «ισόβια», ώστε να μην τίθεται μέγιστος χρονικός ορίζοντας, αν και το μέγιστο της έκτισης ουσιαστικά ποσοτικοποιείται με τις διατάξεις περί απόλυσης υφ’ όρων (αρ. 105 Π.Κ.). Σημειώνεται πάντως ότι με τον Νέο Ποινικό Κώδικα (Ν. 4619/2019) ιδιαίτερη έμφαση δίδεται και στις άλλες μορφές ποινών πέρα από τις στερητικές της ελευθερίας που περιγράφονται πιο πάνω, και συγκεκριμένα στη χρηματική ποινή και στην προσφορά κοινωφελούς εργασίας.

            Συγκεκριμένα, πταίσματα χαρακτηρίζονταν εγκλήματα ήσσονος απαξίας, όπως η διατάραξη ησυχίας, η ρύπανση, η παράβαση οικοδομικών διατάξεων, η διατάραξη της κυκλοφορίας κ.α. Τα πλημμελήματα αποτελούν την ευρύτερη γκάμα εγκλημάτων, σχετικών με την τιμή (π.χ. εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμηση), τα υπομνήματα (π.χ. νοθεία εγγράφου, πλαστογραφία), την περιουσία (π.χ. απάτη, εκβίαση), την ιδιοκτησία (π.χ. κλοπή, υπεξαίρεση), τη ζωή και την υγεία (π.χ. σωματικές βλάβες, έκθεση), μεταξύ πολλών άλλων εγκλημάτων, προβλεπόμενων είτε στον Ποινικό Κώδικα είτε σε ειδικούς ποινικούς νόμους. Τέλος, τα κακουργήματα είναι τα βαρύτερα εγκλήματα που δύνανται να τελεστούν, και μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ανθρωποκτονία και οι θανατηφόρες μορφές εγκλημάτων όπως η σωματική βλάβη ή η ληστεία, ο βιασμός, μεγάλο μέρος των σχετικών με ναρκωτικά εγκλημάτων, η εσχάτη προδοσία ή οι τρομοκρατικές ενέργειες. Επίσης κακουργηματικό χαρακτήρα αποκτούν και μη βίαια εγκλήματα όταν γίνονται σε μεγάλη κλίμακα (π.χ. διακεκριμένες μορφές κλοπής, απάτης).

            Τα κακουργήματα παραγράφονται μετά από είκοσι (20) έτη αν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη ή μετά από δεκαπέντε έτη αν είναι πρόσκαιρη. Τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά από πέντε (5) έτη. Η προθεσμία της παραγραφής δύναται να ανασταλεί για πέντε (5) επιπλέον έτη αν πρόκειται για κακούργημα και για τρία (3) έτη αν πρόκειται για πλημμέλημα. Έτσι, η ποινική δίωξη για τα κακουργήματα δεν μπορεί να υπερβεί τα είκοσι πέντε (25) έτη και για τα πλημμελήματα τα οκτώ (8) έτη.

Με τον νέο Ποινικό Κώδικα που ισχύει από 1η Ιουλίου 2019, ΚΑΤΑΡΓΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΠΤΑΙΣΜΑΤΑ!!! Πλέον, τα χαρακτηριζόμενα μέχρι πρότινος πταίσματα τιμωρούνται με διοικητικό πρόστιμο, κατ’ αρχήν κυμαινόμενο μεταξύ 100 έως 600 ευρώ.

Επιπλέον, ΓΙΑ ΤΑ ΠΛΗΜΜΕΛΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΡΓΟΥΝΤΑΙ οι διατάξεις για την ΥΠΟΤΡΟΠΗ και τους ΚΑΘ’ ΕΞΗ παραβάτες! Αυτό σημαίνει, πως οι υπότροποι, θα δικάζονται κάθε φορά σαν ναν μην είχε υπάρξει προηγούμενη φορά σύλληψης κι έκτισης ποινής για το αδίκημα.   Το ίδιο ισχύει και για τους καθ’ έξιν παραβάτες, οι οποίοι δεν αντιμετωπίζουν πλέον τις   κλιμακωτά αυξανόμενες ποινές που ίσχυαν κατά το παρελθόν.  

Πλέον, τιμωρούνται μόνον πλημμελήματα και κακουργήματα και μόνο από τα 3 χρόνια φυλάκισης και πάνω διατάσσεται η έκτιση της ποινής! Δηλαδή, οι καταδικασμένοι από 3 έως 5 έτη για πλημμελήματα, θα φυλακίζονται για τουλάχιστον το 1/10 της ποινής, ενώ μετά μπορεί αυτή να μετατραπεί σε κοινωφελή εργασία!! Με την θέσπιση των νέων διατάξεων για τα ελαφρυντικά, υπάρχουν μεγάλες δικονομικές δυνατότητες για περαιτέρω μείωση των ποινών,  οπότε οποιοσδήποτε απειλείται με ποινή από 3 ως 5 χρόνια, μπορεί να δει την ποινή του να ορίζεται στα 1 έως 3, με συνέπεια είτε την αναστολή αυτής, ή την μετατροπή της σε κοινωφελή εργασία, χωρίς να περάσει ούτε μια μέρα στη φυλακή!!!

Το δε δικαστήριο, μπορεί να μην επιβάλει ποινή στον υπαίτιο πλημμελήματος αν: α) αυτός έχει πληγεί τόσο σοβαρά από το αποτέλεσμα της πράξης του, ώστε η επιβολή της ποινής να εμφανίζεται πλέον δυσανάλογα επαχθής, β) έχει αποκαταστήσει στο μέτρο του δυνατού την προσβολή που έχει προκαλέσει στον παθόντα, δείχνοντας ειλικρινή μετάνοια, ώστε η ποινή να μην κρίνεται πλέον αναγκαία, γ) η βλάβη ή ο κίνδυνος που προκλήθηκαν από την πράξη του ήταν ιδιαιτέρως μικρής βαρύτητας ή δ) έχει περάσει ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος, ώστε η επιβολή της ποινής να μην εμφανίζεται πλέον αναγκαία, σε συνδυασμό και με τη μικρή βαρύτητα της πράξης, είτε εάν έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς η διαδικασία αποκαταστατικής δικαιοσύνης μεταξύ αυτού και του παθόντος.

Εκείνοι, δε, που θα κριθούν ένοχοι από το δικαστήριο και τους αναγνωριστεί ότι πάσχουν από ψυχική διαταραχή ή ακόμα και διανοητική διαταραχή, αντιμετωπίζονται από νέο το πλαίσιο απονομής δικαιοσύνης ως εξής: Για αξιόποινες πράξεις που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές άνω του ενός έτους, διατάσσεται από το δικαστήριο θεραπευτικό μέτρο, με μέγιστη διάρκεια έως δύο χρόνια για πλημμελήματα και έως πέντε χρόνια για κακουργήματα. Το θεραπευτικό μέτρο δύναται να είναι νοσηλεία σε ειδικό τμήμα δημόσιου ψυχιατρικού ή γενικού νοσοκομείου, νοσηλεία σε ψυχιατρικό τμήμα δημόσιου ψυχιατρικού ή γενικού νοσοκομείου, υποχρεωτική θεραπεία και ψυχιατρική παρακολούθηση κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε κατάλληλη εξωνοσοκομειακή Μονάδα Ψυχικής Υγείας ή εξωτερικά ιατρεία δημόσιου ψυχιατρικού ή γενικού νοσοκομείου.

Όσον αφορά δε αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται από άτομα μειωμένου καταλογισμού και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές άνω του ενός έτους, το δικαστήριο, εκτός από την επιβολή της μειωμένης ποινής, διατάσσει την εισαγωγή του σε ψυχιατρικό παράρτημα καταστήματος κράτησης ή, σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της ποινής του, τα θεραπευτικά μέτρα που αναφέρονται ανωτέρω. Σε κάθε περίπτωση, μετά την ολοκλήρωση του θεραπευτικού μέτρου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο του τόπου εκτέλεσης του μέτρου μπορεί να διατάξει τη μη έκτιση της ποινής, αν το έγκλημα για το οποίο επιβλήθηκε είναι πλημμέλημα και η έκτιση δεν θεωρείται πλέον αναγκαία.

            Τέλος, μεγάλης σημασίας είναι το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού ενός εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος στην πορεία των ετών, καθώς δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου εγκλήματα αλλάζουν χαρακτηρισμό. Για παράδειγμα, η δωροδοκία (άρθρ. 236 Π.Κ.) έγινε με τον Νέο Ποινικό Κώδικα από κακούργημα πλημμέλημα, ενώ αργότερα, με νέο νόμο (Ν. 4637/2019) προστέθηκε κακουργηματική περίπτωση δωροδοκίας. Άλλο παράδειγμα αποτελεί ο εμπρησμός, ο οποίος από κακούργημα κατέπεσε σε πλημμέλημα με τον Ν. 4619/2019, ενώ αναμένεται ότι θα επανακτηθεί η κακουργηματική διάστασή του σύντομα.

Για περισσότερες πληροφορίες και προσωπικό ραντεβού με εξειδικευμένο δικηγόρο επικοινωνήστε στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 20/10/2021 σε Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΑΠΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΧΡΕΟΣ- ΕΠΙΤΑΓΕΣ- ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΚΛΠ.

            Ο θεσμός της διαταγής πληρωμής αποτελεί τον ιδανικότερο τρόπο, χάρη στην ταχύτητα των διαδικασιών, προκειμένου ο δανειστής να εξοπλιστεί με έναν εκτελεστό τίτλο και να διεκδικήσει την ικανοποίηση της χρηματικής του απαίτησης από ιδιωτικά χρέη και αξιόγραφα (δηλ. επιταγές, συναλλαγματικές κλπ), χωρίς να εμπλακεί στη βάσανο μιας τακτικής αγωγής (προφανώς η δυνατότητα άσκησης αγωγής παραμένει, αλλά προϋποθέτει μεγαλύτερο χρόνο και κόστος).

Η ταχύτητα της διαδικασίας έγκειται στο γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής εκδίδεται ύστερα από αίτηση του δανειστή προς τον αρμόδιο δικαστή (η αρμοδιότητα κρίνεται από τον τόπο που έχουν συμφωνήσει τα μέρη στο ιδιωτικό συμφωνητικό τους ή από τον τόπο κατοικίας του οφειλέτη ή τον τόπο εκτέλεσης της παροχής κλπ.), χωρίς να ακουσθεί ο αντίδικος, δηλαδή με προσκόμιση από τον δανειστή των εγγράφων που αποδεικνύουν και δημιουργούν βεβαιότητα στον δικαστή για την ύπαρξη της απαίτησης και ότι αυτή δεν έχει παραγραφεί. Από την στιγμή δε που θα εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, ο δανειστής οφείλει -για να εξακολουθήσει να έχει στα χέρια του έναν εκτελεστό τίτλο- να προχωρήσει στην επίδοσής της στον οφειλέτη εντός διμήνου.

            Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της παραγραφής, για απαίτηση από επιταγή η προθεσμία είναι 6 μήνες από την λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση της επιταγής για πληρωμή. Στην περίπτωση της απαίτησης από συναλλαγματική, η διαταγή πληρωμής του κομιστή κατά του αποδέκτη μπορεί να ασκηθεί εντός 3 ετών από την λήξη της, ενώ κατά του εκδότη της και των οπισθογράφων είναι ένα έτος, ενώ όταν ο οπισθογράφος θέλει να στραφεί κατά του εκδότη έχει προθεσμία 6 μηνών από την ημέρα που πλήρωσε την συναλλαγματική ή την ημέρα που ασκήθηκε αγωγή εναντίον του. Εάν υπάρχει παραγραφή ανοίγει ο δρόμος για δικαστική επιδίωξη μέσω αγωγής και μόνον. Στα χρέη δε από επιταγή υπάρχει η δυνατότητα άσκησης έγκλησης για ποινική διαδικασία παράλληλα.

Επίσης και με την ύπαρξη ιδιωτικού εγγράφου – συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους δύναται να ζητηθεί διαταγή πληρωμής αφού επιδοθεί εξώδικη όχληση.

            Σε κάθε περίπτωση, η διαταγή πληρωμής μπορεί να εκτελεσθεί άμεσα, δηλαδή από την έκδοσή της, και μάλιστα, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο του οφειλέτη για το ποσό που ορίζεται με την διαταγή πληρωμής ότι πρέπει να καταβληθεί, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κώλυμα στον οφειλέτη να προχωρήσει σε πώληση αυτού. Επίσης, δυνάμει της διαταγής πληρωμής, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει σε βάρος του οφειλέτη -με ασφαλιστικά μέτρα- την συντηρητική κατάσχεση κινητών, ακινήτων, εμπράγματων δικαιωμάτων επάνω σ’ αυτά, απαιτήσεων και γενικά όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, είτε βρίσκονται στα χέρια του είτε στα χέρια τρίτου.

          Στις ανωτέρω ενέργειες του δανειστή, ο νόμος δεν αφήνει απροστάτευτο τον οφειλέτη, ο οποίος ως γνωστόν, μπορεί να ασκήσει τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα της ανακοπής και της αίτησης αναστολής στις αντίστοιχες προθεσμίες.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή στα τηλ: 2108811903, 6932455478.

 

Βρισιές, προσβολές, ψευτιές, χτυπήματα, σπρωξίματα…

Η εξύβριση, η δυσφήμιση και η συκοφαντική δυσφήμιση είναι νομικές έννοιες που πολλές φορές συγχέονται.

Σύμφωνα με το άρθρο 362 ΠΚ, του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) το έγκλημα της δυσφήμισης έχει ως εξής: «Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή. Αν η πράξη τελέστηκε δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.»

Όσον αφορά στην συκοφαντική δυσφήμιση,  το άρθρο 363 ΠΚ προβλέπει ότι «Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου (362 ΠΚ), το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή.»

Τέλος, η εξύβριση αποτελεί επικουρικό έγκλημα, καθώς το άρθρο 361 ΠΚ αναφέρει: «Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή. Αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, επιβάλλεται φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή.»

Κατά το δε άρθρο 367 ΠΚ «1. Δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, β) οι δυσμενείς εκφράσεις που περιέχονται σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα που ανάγονται στον κύκλο της υπηρεσίας της, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και δ) σε ανάλογες περιπτώσεις. 2. Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 και β) αν από τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε ή δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης.»

Πέρα από την ποινική αντιμετώπιση των παραπάνω εγκλημάτων (τιμωρία με ποινή φυλάκισης), υφίστανται και αστικού δικαίου αξιώσεις, και πιο συγκεκριμένα, αξίωση αποζημίωσης. Ο παθών, δηλαδή, έχει τη δυνατότητα να στραφεί κατά του θύτη καταθέτοντας αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και μάλιστα με πολύ υψηλές προσδοκίες η αγωγή του να γίνει δεκτή εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις.

Κατά την 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί αυτή στο μέλλον, ενώ, παράλληλα, η διάταξη αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (914 ΑΚ επ.)

Περαιτέρω, κατά την 59 ΑΚ και στην περίπτωση του της 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση μπορεί να είναι οποιασδήποτε φύσεως κρίνει το δικαστήριο, δηλαδή μπορεί να είναι η πληρωμή κάποιου χρηματικού ποσού, ένα δημοσίευμα με το οποίο ο υπαίτιος θα ζητάει δημοσίως συγγνώμη ή οτιδήποτε άλλο επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Με την πάροδο των ετών και τις αλλαγές στη ζωή μας και την κοινωνία, ερχόμαστε αντιμέτωποι με νέους τρόπους και μορφές στοιχειοθέτησης των ανωτέρω αδικημάτων, τα οποία είναι, συνήθως, αλληλένδετα. Η νομολογία καλείται να ερμηνεύσει και να στοιχειοθετήσει ανάλογα με τα σημεία των καιρών τα εν λόγω αδικήματα, τα οποία έχουν, εκ των πραγμάτων, έντονο κοινωνικό χαρακτήρα.

Η πρόσφατη υπ’ αριθμ. 18/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, παραδείγματος χάριν, η οποία αφορούσε υπόθεση προσβολής προσωπικότητας εργοδότη μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας εργαζομένης προς τρίτο πρόσωπο, έδωσε για μια ακόμη φορά τον ορισμό των εννοιών και έκρινε ότι

«… εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός εάν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό.

Συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ’ αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης, που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι πρόσφορο – κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει, ενώπιον τρίτου, το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, κατ’ άρθρο 362 του Π.Κ., που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς, όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 §1 του Π.Κ. περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 – 367 Π.Κ. εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (Α.Π. 611/2019, Α.Π. 343/2016 και Α.Π. 271/2012 όλες στην Τ.Ν.Π. “ΝΟΜΟΣ”).»

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 

Απαγωγή-αρπαγή ανηλίκου στην ΕΕ

Αρκετά συχνότερα απ’ όσο φαντάζεται κανείς, κυρίως στα πλαίσια ενός, «άσχημου» διαζυγίου, και ιδίως όταν ο ένας από τους δύο γονείς είναι αλλοδαπός απομακρύνει το παιδί από τον άλλο γονέα χωρίς την συγκατάθεσή του και το παίρνει μαζί του σε κάποια άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙ για τη διεθνή δικαιοδοσία για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας και συγκεκριμένα το άρθρο 10 που κάνει λόγο ακριβώς για την απαγωγή παιδιού.

Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του διατηρούν την αρμοδιότητά τους έως ότου διευθετηθεί η υπόθεση της απαγωγής. Αυτή ακριβώς η διάταξη έχει σκοπό να αποθαρρύνει τους γονείς που τυχόν έχουν την πεποίθηση ότι μεταβαίνοντας σε μια άλλη, ή, ενδεχομένως, στην δική τους χώρα θα εξασφαλίσουν ευνοϊκή μεταχείριση.

Επίσης, εξαιρουμένης της Δανίας, οι υπόλοιπες χώρες – μέλη, διαθέτουν αρμόδιες κεντρικές αρχές, οι οποίες βοηθούν τους γονείς που αναζητούν τα απαχθέντα παιδιά τους και είναι δυνατόν να εκκινήσει άμεσα η διαδικασία για την επιστροφή του παιδιού, σημαντικό, όμως είναι να απευθυνθείτε σε δικηγόρο ειδικευμένο σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου ή ακόμη καλύτερα, σε δικηγόρο που είναι, παράλληλα και διαμεσολαβητής, ώστε να προχωρήσει τις αντίστοιχες διαδικασίες με ασφάλεια και ταχύτητα.

Το γραφείο μας έχει πολυετή εμπειρία στο οικογενειακό δίκαιο και συγκεκριμένα στα θέματα επιμέλειας – επικοινωνίας  και διατροφής ανήλικων τέκνων, τόσο στις δικαστικές αίθουσες σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (ασφαλιστικά μέτρα, Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος) όσο και στην οικογενειακή διαμεσολάβηση, αλλά και σε ζητήματα απαγωγής ανηλίκων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή  στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 

ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ

Όπως έχουμε αναλύσει και σε προηγούμενα άρθρα του blog μας, η κατάσταση του εγκλεισμού στην οποία έχουμε υποχρεωθεί όλοι οι πολίτες προκειμένου να προφυλαχθούμε από τον covid-19, έχει αναδείξει τα ζητήματα της ενδοοικογενειακής βίας. Μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τις ανοιχτές γραμμές ψυχολογικής υποστήριξης, η παθογένεια είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που ενδεχομένως πίστευε κανείς στην προ κορωνοϊού εποχή.

Καθώς, λοιπόν, παραδοσιακά, τα περιστατικά βίας εντείνονται ακόμη περισσότερο κατά τις εορταστικές περιόδους, φέτος το Πάσχα, αναμένεται το φαινόμενο να βρεθεί σε έξαρση, όπως ακριβώς συνέβη και κατά την περίοδο των Χριστουγέννων.  Ειδικά φέτος, διότι οι οικογένειες καλούνται να περάσουν τις γιορτές σε απόλυτα στενό οικογενειακό κύκλο, χωρίς την παρουσία τρίτων ατόμων που, πιθανώς, θα  εκτόνωναν την κατάσταση. 

 Είναι επιτακτική ανάγκη, λοιπόν, τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας να αντιληφθούν ότι δεν είναι μόνα και απροστάτευτα, βορρά στις διαθέσεις του θύτη τους, και να κινηθούν νομικά. Η ποινική δικαιοσύνη είναι με το μέρος τους με τον Ν.3500/2006 να αντιμετωπίζει με αυστηρές ποινές τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, αναγνωρίζοντας την βαρύτητα που έχουν, αλλά και την σφοδρή εναντίωσή τους στις αξίες και τα χρηστά ήθη της κοινωνίας.

Η σιωπή δεν αποτελεί την λύση, αλλά παρατείνει το πρόβλημα, βάζοντας σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα των ίδιων και τυχόν ανήλικων μελών της οικογένειας. Μιλήστε σήμερα!

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο για ζητήματα ενδοοικογενειακής βίας στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 28/04/2021 σε Αστικο, Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΠΑΓΩΓΗ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ:

ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΚΑΙ ΛΥΣΕΙΣ

            Η διεθνής απαγωγή ανηλίκων από τους ίδιους τους γονείς είναι ένα πρόβλημα όχι τόσο ασύνηθες όσο κάποιος μπορεί να θεωρεί. Στη σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου οι γονείς δεν μοιράζονται κοινή εθνικότητα ή την ιδιότητα π.χ. του Ευρωπαίου πολίτη, αναδύονται ολοένα και πιο συχνά περιπτώσεις όπου οι κακές σχέσεις των γονέων μεταξύ τους οδηγούν στο εξαιρετικά προβληματικό φαινόμενο ο αλλοδαπός γονέας να επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του με το κοινό τέκνο (ή τα κοινά τέκνα), εν συνήθως αγνοία του έτερου γονέα.

            Αυτό γίνεται συνήθως με την αφορμή ενός ταξιδιού στους γονείς του αλλοδαπού γονέα στο πλαίσιο διακοπών, όπου οι διακοπές τεχνηέντως παρατείνονται σε μόνιμη διαμονή, παρά τις εκ του μακρόθεν διαμαρτυρίες του εγκαταλειφθέντος γονέα. Πρόκειται για την πλέον προβληματική, σημειωτέον, περίπτωση, αφού σε αυτήν την περίπτωση συνήθως ο έτερος γονέας δεν έχει περιθώρια αντίδρασης και αφήνει εν αγνοία του μία κατάσταση να αποκρυσταλλωθεί, εν αντιθέσει π.χ. με το ενδεχόμενο που έχει ευθύς εξαρχής γνώση της πρόθεσης του αλλοδαπού γονέα, οπότε η ενημέρωση των αρχών, εθνικών και διασυνοριακών, μπορεί πιθανώς να οδηγήσει στη σύλληψη του γονέα και στην έγκαιρη κι αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος, με την επιστροφή του ανηλίκου. Δυστυχώς, αυτό το σενάριο είναι το πιο ασύνηθες.

            Η πρακτική αυτή έχει τη σκοπιμότητα της μετάβασης σε μία Χώρα όπου ο εγκαταλειφθείς γονέας θα είναι αλλοδαπός, ώστε να δυσχερανθεί η πρόσβασή του στη Δικαιοσύνη και η υπεράσπιση των νομίμων δικαιωμάτων του, κάτι που εν πολλοίς έχει εξαλειφθεί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του ενωσιακού δικαίου. Τί γίνεται όμως όταν πρόκειται για τρίτη χώρα;

            Αυτό το κενό επεδίωξε να καλύψει η Σύμβαση της Χάγης της 25ης.10.1980 για τη Διεθνή Απαγωγή Τέκνων, ο σκοπός της οποίας είναι η προστασία των ανηλίκων σε διεθνές επίπεδο από τις επιβλαβές, έως και τραυματικές, συνέπειες της παράνομης μετακίνησης του ανηλίκου από τον έναν γονέα με σκοπό την πλήρη αποξένωση από τον έτερο γονέα. Η Σύμβαση καλύπτει τις περιπτώσεις όπου παραβιάζεται το δικαίωμα επιμέλειας του γονέα που έχει αναγνωριστεί από το κράτος δικαίου στον τόπο συνήθους διαμονής του πριν την μετακίνηση ή την πραγματική άσκηση του δικαιώματος επιμέλειας, έστω και μη αναγνωρισμένου από δικαστική απόφαση, αλλά προϊόντος π.χ. νόμιμης συμφωνίας κατά το δίκαιο του κράτους.

            Με βάση τη σύμβαση αυτή, για τις ανάγκες της Σύμβασης, ο αλλοδαπός πολίτης θεωρείται πολίτης του τρίτου κράτους, ώστε να έχει πλήρη και ανεμπόδιστη πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Μάλιστα, επικουρείται από το ίδιο το τρίτο κράτος στην υποβολή της προσφυγής του, όπου αρμόδιο τμήμα των Υπουργείων Δικαιοσύνης (κατ’ αρχήν), που ονομάζεται Κεντρική Αρχή, συνεργαζόμενο με το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, υποβάλλουν την αίτηση στις αρμόδιες δικαστικές αρχές, για το σκοπό της αναγνώρισης του παράνομου χαρακτήρα της μετακίνησης (ως απαγωγής) και της διάταξης της επιστροφής του ανηλίκου στον αρχικό τόπο διαμονής – και μάλιστα με τη διαδικασία του επείγοντος, δηλαδή των ασφαλιστικών μέτρων, όπως ισχύουν στο εκάστοτε δίκαιο.

            Όσο ιδανικό κι αν ακούγεται αυτό στη θεωρία, όμως, άλλο τόσο προβληματικό αποδεικνύεται στην πράξη. Διότι τα τρίτα κράτη, ομολογουμένως, είθισται να είναι προκατειλημμένα υπέρ του υπηκόου τους και σε βάρος του αλλοδαπού πολίτη, ώστε, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας να κάνουν εξάσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχει η Σύμβαση της Χάγης – ως διεθνής σύμβαση – για να θέσουν προσχώματα στην υπόθεση του αλλοδαπού για τα ίδια γονέα. Επί παραδείγματι, δύνανται να αρνηθούν να εισάγουν την υπόθεση στα δικαστήρια εάν τα ίδια κρίνουν ότι είναι αβάσιμη, συνήθως κατόπιν μαρτυρίας του υπηκόου γονέα τους. Επίσης, δύνανται να αρνηθούν να συνδράμουν τον αλλοδαπό για τα ίδια υπήκοο εάν αυτός προσλάβει εντόπιο δικηγόρο για την παρακολούθηση της υπόθεσής του, ώστε να πρέπει πράγματι να κινηθεί διαδικασία εξ αρχής κατάθεσης του σχετικού δικογράφου κατά την αρμόδια δικονομία. Τέλος, μπορούν να αρνηθούν γενικώς να απαντήσουν στο υποβληθέν στην Κεντρική Αρχή αίτημα ή να κωλυσιεργήσουν σε εξωφρενικό βαθμό, καθώς δεν υπάρχει εκτελεστική αρχή που να παρακολουθεί τη συμμόρφωσή τους με τη Σύμβαση. Παράλληλα, η υποχρέωσή τους για γραπτή αιτιολογία για μη συμμόρφωση επίσης δεν ελέγχεται από κάποιο εκτελεστικό όργανο, έστω κι αν προβλέπεται από τη Σύμβαση.

            Φυσικά δεν μπορεί παρά να γίνει λόγος για την εξαιρετικά συχνή μεροληψία των ίδιων των δικαστηρίων της αλλοδαπής, όπου πραγματοποιούνται δίκες – παρωδίες και απορρίπτονται συχνά τα αιτήματα των αλλοδαπών γονέων, με αποτέλεσμα πλειάδα υποθέσεων να καταλήγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου!!! Το οποίο δυστυχώς προϋποθέτει την το πρώτον εισαγωγή της προσφυγής στα εγχώρια δικαστήρια.

            Όπου όμως υπάρχει έλλειμμα στο νομικό καθεστώς, υφίστανται πάντα όργανα που συστήνονται είτε θεσμικά είτε μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας για να καλύψουν τα κενά. Έτσι, υφίσταται ο θεσμός του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή που αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση σχετικών υποθέσεων – η ονομαστική αναφορά στις οποίες αν μη τι άλλο είναι ίσως η πιο τρανταχτή απόδειξη για την αναποτελεσματικότητα της Σύμβασης της Χάγης – ή και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, όπως η Διεθνής Κοινωνική Υπηρεσία, που αναλαμβάνουν την πιο φιλική και εξωδικαστική επίλυση των διαφορών αυτών, και μάλιστα με συγκριτικά μεγάλη αποτελεσματικότητα.

            Όσον αφορά τις διεθνείς υποθέσεις, η ευρεία διακριτική ευχέρεια που παρέχουν οι διεθνείς συμβάσεις στα κράτη, με το πρόσχημα του σεβασμού στην κρατική κυριαρχία και του εκάστοτε εθνικού δικαίου, και λόγω της απουσίας ακριβώς εκτελεστικού οργάνου που να ελέγχει αποτελεσματικά τη συμμόρφωσή τους, δημιουργούνται πρακτικά κενά στη νομοθεσία και στην αποτελεσματική υπεράσπιση των νομίμων συμφερόντων και δικαιωμάτων αλλοδαπών πολιτών. Ελλείμματα τέτοιου είδους σταδιακά εξαλείφονται μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά οι σχέσεις με τις τρίτες χώρες δυστυχώς δεν είναι τόσο ομαλές. Μία από τις περιπτώσεις όπου αυτή η θέση ισχύει αξιωματικά, είναι η περίπτωση της διεθνούς απαγωγής ανηλίκων. Παρά ταύτα, λύσεις πάντοτε υπάρχουν, τόσο μέσω θεσμικών οργάνων όσο και διεθνών Μ.Κ.Ο. που ακριβώς λόγω της ύπαρξης του κενού αυτού και της αποτελεσματικότητας του νομοθετικού πλαισίου, εργαλειοποιούνται και εξειδικεύονται στην επίλυση των υποθέσεων αυτών, με πρωτοφανή αποτελεσματικότητα, λόγω του πιο φιλικού και εξωδικαστικού χαρακτήρα τους.

            Αξίζει να υποσημειωθεί, ως υστερόγραφο, ότι η Ελλάδα δεν ανήκει στον κανόνα των απροκάλυπτα μεροληπτούντων υπέρ των υπηκόων της κρατών, αφού υφίσταται σεβαστή νομολογία όπου αποδόθηκε, υπέρ του αλλοδαπού γονέα δικαιοσύνη, όπως πρέπει να συμβαίνει σε κάθε ευνομούμενο κράτος δικαίου.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,