RSS

Category Archives: Ποινικο

Υπεράσπιση κατηγορουμένου

Αυτεπάγγελτος διορισμός συνηγόρου

Το δικαίωμα δίκαιης δίκης και αποτελεσματικής υπερασπίσεως του καρτηγορουμένου κατοχυρώνεται με νομοθετήματα τόσο υπερεθνικά (ΕΣΔΑ αρ.  6 παρ. 1 και 3, ΧΘΔΕΕ αρ. 48) όσο και εθνικά (αρ. 20 Συντάγματος). Η νέα διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 4509/2017, όμως, έχει δημιουργήσει ζήτημα ως προς την εναρμόνισή του με το δικαίωμα αυτό.

Το τροποποιημένο άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠΔ έχει ως εξής: «Mη εμφάνιση ή μη παράσταση ή με οποιονδήποτε τρόπο μη εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από πληρεξούσιο δικηγόρο στις επόμενες της εναρκτήριας συνεδριάσεις του δικαστηρίου δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης. Στις ως άνω περιπτώσεις περιλαμβάνεται και η παραίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου ή η ανάκληση της προς αυτόν εντολής από τον κατηγορούμενο». Παράλληλα, καταργήθηκε το επόμενο εδάφιο του άρθρου, κατά το οποίο: «Αν ο κατηγορούμενος αρνηθεί την υπεράσπισή του από το διορισμένο συνήγορο ο Πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει σε αυτόν άλλον συνήγορο από τον ίδιο πίνακα. Σε περίπτωση νέας άρνησης του κατηγορουμένου, το δικαστήριο προβαίνει στην εκδίκαση της υπόθεσης του κακουργήματος χωρίς διορισμό δικηγόρου».

Η νομοθετική αυτή παρέμβαση έχει οδηγήσει ήδη αρκετές φορές τα δικαστήρια στην κρίση ότι, βάσει του νέου άρθρου, οφείλουν να διορίζουν αυτεπαγγέλτως συνήγορο στον κατηγορούμενο, εάν αυτός δεν έχει, τον οποίο διορισμό ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί, ενώ η απουσία, η παραίτηση ή ανάκληση του συνηγόρου σε επόμενη συνεδρίαση δεν δύναται να επηρεάσει την πρόοδο αυτής. Αυτή όμως η ερμηνεία δεν συνάδει ούτε με το δικαίωμα δίκαιης δίκης και αποτελεσματικής υπερασπίσεως, ούτε και με την Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου, βάσει της οποίας η διάταξη τροποποιήθηκε με σκοπό την αποφυγή δικών μεγάλης διαρκείας λόγω συχνών (καταχρηστικών) παραιτήσεων των συνηγόρων και ανακλήσεων εντολών προς αυτούς από τους κατηγορουμένους. Υπό αυτό και μόνον αυτό το πρίσμα θα πρέπει να ερμηνευτεί η νέα διάταξη, διότι διαφορετικά ο κάθε κατηγορούμενος κινδυνεύει να δικαστεί χωρίς υπεράσπιση, ακόμη κι αν ο λόγος που κωλύεται ο συνήγορος να παραστεί είναι αντικειμενικός (π.χ. ασθένεια) ή ακόμη κι αν συντρέχει σοβαρός λόγος ανάκλησής του.

Η διεξαγωγή συνεδρίασης χωρίς υπεράσπιση του κατηγορουμένου παραβιάζει το θεμελιώδες του δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Ήδη ο νομικός κόσμος, ακαδημαϊκοί (όπως η Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων) και δικηγόροι, μέσω των Συλλόγων τους, έχουν στραφεί κατά της ως άνω ερμηνευτικής προσέγγισης των δικαστηρίων, ζητώντας από αυτά περίσκεψη και αυτοσυγκράτηση, ώστε η εφαρμογή της διάταξης να μη βρεθεί σε σύγκρουση τόσο με την Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4509/2017 όσο και με το ενωσιακό δίκαιο.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 03/05/2018 in Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , ,

Ποινικά νέα- Κατηγορούμενος-αθωότητα

Τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση νομοσχέδιο με πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο αποσκοπεί στην ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενίσχυση του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στην εθνική ποινική νομοθεσία, τόσο την ουσιαστική όσο και τη δικονομική. Οι προτεινόμενες διατάξεις θα αφορούν φυσικά πρόσωπα που θεωρούνται ύποπτα ή κατηγορούμενα στο πλαίσιο κινηθείσας ποινικής διαδικασίας, καθ’ όλη μάλιστα τη διάρκειά της.

Οι πλέον ενδιαφέρουσες τροποποιήσεις που εισηγείται το νομοσχέδιο είναι οι ακόλουθες:

  1. Προσθήκη νέου άρθρου 27Α στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατά το οποίο: «Οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρις ότου αποδειχτεί νομίμως η ενοχή τους με την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης.» Θα πρόκειται δηλαδή για ρητή τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας στον Κ.Π.Δ., ενώ μέχρι τώρα απέρρεε ως (θεμελιώδης) αρχή κι ερμηνευτικά στις διάχυτες διατάξεις της ποινικής δικονομίας.
  2. Προσθήκη παραγράφου στο άρθρο 87 του Ποινικού Κώδικα, η οποία θα επιτρέπει στο δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατ’ αίτηση του κατηγορουμένου, την αφαίρεση τμήματος της επιβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής, για το λόγο της αποκατάστασης της βλάβης του κατηγορουμένου εξαιτίας προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας με δηλώσεις δημοσίων αρχών σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πριν την έκδοση απόφασης, με τις οποίες είτε το κοινό παροτρύνεται να πιστέψει στην ενοχή του κατηγορουμένου είτε γίνεται εκτίμηση που προδικάζει τη δικαστική κρίση. Σχετική θα είναι η προσθήκη παραγράφου στο άρθρο 371 του Κ.Π.Δ., η οποία θα παραπέμπει στην ως άνω διάταξη και θα επιτρέπει, στο ενδεχόμενο παράλειψης αφαίρεσης χρόνου στην καταδικαστική απόφαση, να το πράξει το δικαστήριο μεταγενέστερα, κατόπιν αίτησης του καταδίκου ή του εισαγγελέα.
  3. Προσθήκη νέου άρθρου 331Α στον Κ.Π.Δ., κατά το οποίο: «Κατά την κύρια διαδικασία γίνεται καθετί που μπορεί να βοηθήσει την εξακρίβωση της αλήθειας, εξετάζεται και βεβαιώνεται αυτεπαγγέλτως όχι μόνον η ενοχή, αλλά και η αθωότητα του κατηγορουμένου, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής». Αλλαγή που αφορά την αρχή της ηθικής απόδειξης προτείνεται με την αντικατάσταση της παραγράφου 1 του άρθρου 177 του Κ.Π.Δ, σύμφωνα με την οποία το περιεχόμενο της διάταξης θα προβλέπει ότι: «Οι δικαστές δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν νομικούς κανόνες αποδείξεων, πρέπει όμως να αποφασίζουν κατά την πεποίθησή τους, ακολουθώντας τη φωνή της συνείδησής τους και οδηγούμενοι από την απροσωπόληπτη κρίση που προκύπτει από τις συζητήσεις και που αφορά την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων, την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξία των άλλων αποδείξεων. Εξετάζεται αυτεπαγγέλτως κάθε αποδεικτικό μέσο που θεμελιώνει όχι μόνον την ενοχή, αλλά και την αθωότητα του κατηγορουμένου, καθώς και την προσωπικότητά του ή άλλα στοιχεία που επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής. Ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ του. Οι δικαστές είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια».
  4. Τέλος, με διάταξη του άρθρου 155 παράγραφος 1 θα προστίθεται εδάφιο σύμφωνα με το οποίο: «Η πραγματική αναζήτηση της κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου, εφόσον δεν έχει δηλωθεί κατά το άρθρο 273, γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο, τουλάχιστον με βάση τη διεύθυνση που έχει δηλώσει στην τελευταία φορολογική του δήλωση και τα σχετικά στοιχεία που είναι καταχωρημένα στα πληροφοριακά συστήματα του υπουργείου Οικονομικών (TaxisNet)». Πρόκειται ουσιαστικά για πρόσθετη εγγύηση ώστε να εξασφαλισθεί η παράσταση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 12/04/2018 in Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , ,

Ομολογία δικαστική ή εξώδικη

Αποδεικτική δύναμη ομολογίας

Η υπ’ αριθμ. 691/2017 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου θέτει το ενδιαφέρον ζήτημα της δικαστικής ομολογίας, που εμπίπτει στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης. Συγκεκριμένα προσδιορίζει πότε αυτή αποτελεί πλήρη απόδειξη και πότε εκτιμάται ελεύθερα από το εκάστοτε δικαστήριο.

Ο Άρειος Πάγος ξεκίνησε το σκεπτικό του από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, από τις οποίες διατάξεις προκύπτει ότι δικαστική ομολογία που συνιστά πλήρη απόδειξη για το δικαστήριο είναι η περίπτωση όπου ο διάδικος επικαλείται επιζήμιο για τον ίδιο γεγονός, που αφορά αμέσως το αντικείμενο της δίκης, και γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, γραπτώς ή προφορικώς. Οποιαδήποτε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη κι αν αυτή έγινε ενώπιον άλλου δικαστηρίου από το δικάζον. Η δικαστική ομολογία, είναι ουσιαστικά η -με μονομερή πράξη που απευθύνεται στο δικαστήριο- παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης και πρέπει να γίνεται με πρόθεση του εν λόγω διαδίκου να αναγνωριστεί το επιβλαβές αυτό γεγονός.

Η κρίση του Αρείου Πάγου αφορούσε αίτηση αναίρεσης, μόνος λόγος της οποίας ήταν η αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια περί της μη λήψης υπ’ όψιν της ομολογίας του εναγομένου (κι έπειτα αναιρεσιβαλλομένου) περί κατάρτισης σύμβασης μεσιτείας με την αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε, όμως, ως αβάσιμος, διότι από τις έγγραφες προτάσεις που επισκοπήθηκαν παραδεκτά προέκυψε ότι ο αναιρεσιβαλλόμενος είχε συνομολογήσει μόνο την υπογραφή μίας εντολής για αγορά πέντε ακινήτων, όχι όμως και του πωληθέντος, η αμοιβή για το οποίο ήταν και το αντικείμενο της εν λόγω δίκης. Άλλωστε, ο πρώτος είχε ρητώς αρνηθεί την συμπερίληψη του ακινήτου αυτού στη σχετική εντολή. Επομένως, η κρίση του Εφετείου περί τη μη ομολογία της μεταξύ των αντιδίκων σύναψης σύμβασης μεσιτείας δεν ήταν πλημμελής και δεν υπάρχει λόγος αναίρεσης.

Ως εκ τούτου, η εντολή την οποία συνομολόγησε ο αντίδικος της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαστική ομολογία και η μη λήψη του υπ’ όψιν από το δικαστήριο δεν στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης. Επρόκειτο πάντως για μία ευκαιρία για τον Άρειο Πάγο να προσδιορίσει ένα δικονομικό ζήτημα με μεγάλο ενδιαφέρον.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 22/02/2018 in Αστικο, Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , , , ,

Κακούργημα- όχι στη μετατροπή ποινής κάθειρξης

Απαγορεύει τη μετατροπή ποινής κάθειρξης σε χρηματική η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου

Εντός του 2017, απασχόλησε δύο φορές τον Άρειο Πάγο το ζήτημα της μετατροπής της ποινής κάθειρξης μέχρι 5 ετών σε χρηματική. Με την πρώτη, υπ’ αριθμ. 130/2017 απόφασή του, το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, είχε κρίνει ότι η ποινή αυτή μπορούσε να μετατραπεί σε χρηματική, όπως έκρινε έπειτα και με την υπ’ αριθμ. 723/2017, αλλά με οριακή πλειοψηφία 3-2, με αποτέλεσμα την αναγκαστική παραπομπή του ζητήματος στην Ολομέλεια του δικαστηρίου, για οριστική του επίλυση. Σημειωτέον ότι το ζήτημα αφορά ουσιαστικά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα, ο οποίος προβλέπει ότι η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή.

Το ζήτημα τελικώς επιλύθηκε με την υπ’ αριθμ. 6/20.12.2017 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου,  καταλήγοντας σε συμπέρασμα αντίθετο με τις προηγούμενες δύο αποφάσεις των Ποινικών Τμημάτων, καθώς έκρινε ότι η ποινή καθείρξεως των πέντε ετών δεν μπορεί να μετατραπεί σε χρηματική. Στην απόφασή του αυτή, το ανώτατο δικαστήριο διέγνωσε μία σαφώς διακριτή, ποιοτική διαφορά μεταξύ της πενταετούς φυλάκισης και της πενταετούς καθείρξεως, το οποίο καθίσταται πρόδηλο κι από την αντίστοιχη διαφορά στις συνέπειες που επιφέρει η καθεμία στον καταδικασθέντα (π.χ. αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, παραγραφή κ.α.). Επιπροσθέτως, οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 82 κάνουν λόγο για μετατροπή ημερών κράτησης και φυλάκισης, χωρίς αναφορά ρητώς σε ημέρες «καθείρξεως», παράλειψη που ο Άρειος Πάγος κρίνει ότι ήταν ηθελημένη από το νομοθέτη κι όχι τυχαία.

Προς επίρρωση δε του επιχειρήματος αυτού, η απόφαση επικαλείται σειρά νομοθετημάτων που ταυτίζουν ουσιαστικά τον όρο «στερητική» ή «περιοριστική» της ελευθερίας ποινή με τη φυλάκιση, καθώς αφορούν περιπτώσεις που τιμωρούνται μόνον με φυλάκιση, όχι όμως και με κάθειρξη. Άλλωστε, αν ο νομοθέτης ήθελε να συμπεριλάβει και τις ποινές καθείρξεως στους μηχανισμούς μετατροπής -οι οποίοι κατά κανόνα έχουν χαρακτήρα ρυθμιστικό του ολοένα αυξανόμενου αριθμού του σωφρονιστικού πληθυσμό, αλλά και προωθούν σύγχρονες σωφρονιστικές αντιλήψεις- θα το έκανε ρητώς και δεν θα το άφηνε να συνάγεται έμμεσα και ερμηνευτικά. Απορρίπτει δε και το επιχείρημα ότι μπορεί να συναχθεί το επιτρεπτό της μετατρεψιμότητας σε χρηματική και της ποινής πενταετούς καθείρξεως από τη διάταξη του άρθρου 83 στοιχεία Β΄ και Γ΄, όπου δίδεται η δυνατότητα καταγνώσεως λόγω ελαφρυντικών ποινής φυλάκισης για κακουργηματική πράξη, καθώς αυτή μπορεί να μετατραπεί σε χρηματική, εφ’ όσον δεν το απαγορεύει ρητώς ο νόμος (π.χ. για το κακούργημα της εμπορίας ναρκωτικών).

Επομένως, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αντίθετο από τις δύο προηγούμενες αποφάσεις του Ποινικού του Τμήματος είναι ότι η πενταετής ποινή καθείρξεως δεν μπορεί να μετατραπεί σε χρηματική, όπως προβλέπεται για τη φυλάκιση και τούτο απορρέει τόσο από το γράμμα του νόμου όσο και από το πνεύμα των διατάξεων, όμως η κρίση αυτή αποτελεί και την οριστική διευθέτηση του ζητήματος, προερχόμενη από την Ολομέλεια.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 19/01/2018 in Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , ,

Εγκλήματα κατά της τιμής

 Ποινικά αδικήματα  – πλημμελήματα

Τα βασικά εγκλήματα κατά της τιμής που σήμερα τυποποιούνται στον Ποινικό Κώδικα είναι η εξύβριση, κατ’ άρθρο 361, η δυσφήμηση κατ’ άρθρο 362 και η συκοφαντική δυσφήμηση κατ’ άρθρο 363. Πολλές φορές η διάκριση μεταξύ τους αποδεικνύεται δύσκολη και στην κοινή γνώμη οι τρεις έννοιες συχνά συγχέονται μεταξύ τους. Για να γίνουν ευκολότερα οι διαφορές των τριών εγκλημάτων μεταξύ τους, είναι σκόπιμο να γίνει ανάλυση:

Απλή δυσφήμηση: Σύμφωνα με το άρθρο 362 του Π.Κ., «όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή». Όμως, αν το γεγονός είναι αληθές κι αυτό αποδειχθεί, η πράξη μένει ατιμώρητη. Σημειωτέον, πάντως, ότι η απόδειξη γεγονότος που αφορά ζήτημα του οικογενειακού ή του ιδιωτικού βίου που δεν θίγει το δημόσιο συμφέρον, η διάδοση του οποίου έγινε κακόβουλα, είναι απαγορευμένη (αρ. 366 παρ. 1). Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι στην περίπτωση αυτή αποκλείεται και το ενδεχόμενο της τιμωρίας για εξύβριση, αν από το τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης (αρ. 366 παρ. 3).

Όσον αφορά το (επικουρικό) αδίκημα της εξύβρισης, από τη διάταξη του αρ. 361 παρ. 1 προκύπτει ότι «όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης… προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους». Εν προκειμένω ενδιαφέρει ο δράστης να προσβάλλει την τιμή κάποιου, χωρίς να προϋποτίθεται η παρουσία τρίτου προσώπου ούτε η διάδοση συγκεκριμένου ισχυρισμού. Αρκεί το γεγονός ότι ο λόγος ή το έργο έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή της τιμής του άλλου.

Η δε συκοφαντική δυσφήμηση προβλέπεται στο άρθρο 363 του Π.Κ. και προσθέτει στη διάταξη της απλής συκοφαντικής δυσφήμησης την πρόσθετη περίσταση όπου το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος το γνωρίζει, διαδίδοντάς το. («Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.»)

Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 367 του Π.Κ. παρ. 1, οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή λοιπές επαγγελματικές εργασίες, οι δυσμενείς εκφράσεις που περιέχονται σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα που ανάγονται στον κύκλο της υπηρεσίας της καθώς και οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον δεν εμπίπτουν σε καμία από τις τρεις ως άνω κατηγορίες αδικημάτων και δεν αποτελούν, ως εκ τούτου, άδικες πράξεις. Ο κανόνας αυτός αίρεται, όμως, όταν οι ως άνω κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης και όταν από τις συνθήκες που τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης (αρ. 367 παρ. 2)

Τέλος, κατά κανόνα, τα εγκλήματα κατά της τιμής είναι κατ’ έγκληση διωκόμενα, δηλαδή πρέπει να ζητήσει την τιμωρία του δράστη ο ίδιος ο παθών με έγκληση (μήνυση), όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 368 του Π.Κ.

Επίσης για όλα τα παραπάνω μπορεί να ζητηθεί και αποκατάσταση της φήμης, του ονόματος με δημόσιες αναρτήσεις ή άλλους τρόπου ή και ανάλογη αποζημίωση ώστε να ικανοποιηθεί ο παθών για την ηθική του βλάβη έστω χρηματικά.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , ,

Απάτη-υπεξαίρεση

Ενδιαφέρον θέμα Ποινικού Δικαίου θίγει η υπ’ αριθμ. 3861/2016 απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (ΣυμβΠλημΑθ), αναφορικά με ζήτημα συρροής του εγκλήματος της απάτης (αρ. 386 Π.Κ.) και της υπεξαίρεσης (αρ. 375 Π.Κ.), και ιδίως με το είδος της συρροής αυτής.

Ουσιαστικά, το θέμα που εγείρεται αφορά το πραγματικό όπου ο δράστης, καθώς τελεί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης («Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων…»), έχοντας ήδη την πρόθεση προς τούτο, προβαίνει στην παράνομη ιδιοποίηση του περιουσιακού αντικειμένου. Δεδομένου ότι τελούνται ουσιαστικά δύο εγκλήματα, τίθεται ζήτημα συρροής μεταξύ τους. Κατά την κρίση του ΣυμβΠλημΑθ, καθώς και κατά την κρατούσα (νομολογιακή και θεωρητική) γνώμη, η συρροή που δημιουργείται είναι φαινομενική πραγματική, διότι η απαξία της ιδιοποίησης έχει ήδη συνυπολογισθεί στην ποινή της απάτης και η ιδιοποίηση συνιστά την πραγμάτωση του εγκληματικού σκοπού. Αυτό σημαίνει ότι η ποινή της απάτης θα απορροφήσει αυτήν της υπεξαίρεσης, αφού η τελευταία θα θεωρηθεί ύστερη συντιμωρητή πράξη.

Τι γίνεται όμως στο ενδεχόμενο που το Συμβούλιο κρίνει ότι οι συνθήκες της απάτης τελικά δεν συντρέχουν; Είναι δυνατόν να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος για υπεξαίρεση ή θα συνιστά αυτό μεταβολή της κατηγορίας, το οποίο, κατά το άρθρο 171 παράγραφος 1 του Κ.Π.Δ. οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα τη διαδικασία; Κατά τη γνώμη που διατυπώνεται στην παρούσα απόφαση, για να αναβιώσει η υπεξαίρεση που απορροφήθηκε και να αποτελέσει ποινική βάση της δίωξης, πρέπει στο κατηγορητήριο να εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά της υπεξαίρεσης, έστω κι αν δεν είχε ασκηθεί ρητώς ποινική δίωξη για αυτήν. Έπειτα ελέγχεται ο χρόνος της φερόμενης πράξης της υπεξαίρεσης, διότι για να είναι η αναβίωση δυνατή, δεν πρέπει να έχει επέλθει κάποια περίσταση που αποκλείει τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης, όπως εν προκειμένω η παραγραφή. Στην περίπτωση που εξέτασε το Συμβούλιο είχε επέλθει για ορισμένους από τους κατηγορούμενους, με συνέπεια να παύσει η ποινική τους δίωξη, η παραγραφή για την απάτη, ενώ για άλλους, οι οποίοι τέλεσαν το αδίκημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, έγινε δεκτή η παραπομπή τους.

Επομένως, όταν συντρέχει περίπτωση απάτης και υπεξαίρεσης, μεταξύ των δύο εγκλημάτων δημιουργείται σχέση συρροής, φαινομενικής πραγματικής, οπότε η ποινή της υπεξαίρεσης απορροφάται από αυτήν της απάτης, αφού η υπεξαίρεση κρίνεται ύστερη συντιμωρητή πράξη της απάτης.

Εάν, όμως, για οποιονδήποτε λόγο κριθεί ότι το αξιόποινο της απάτης έχει εξαλειφθεί (π.χ. λόγω παραγραφής), μπορεί να αναβιώσει το έγκλημα της υπεξαίρεσης. Εφ’ όσον δε στο κατηγορητήριο γίνεται αναφορά στα αναγκαία κατά το νόμο περιστατικά που θεμελιώνουν το έγκλημα της υπεξαίρεσης, έστω κι αν δεν έγινε το πρώτον ρητή παραπομπή για αυτό (του κατηγορούμενου), δεν μπορεί να τεθεί και ζήτημα μεταβολής της κατηγορίας κι ο κατηγορούμενος μπορεί κανονικά να παραπεμφθεί.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 10/11/2017 in Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , ,

Μοναδική απόφαση Υπερχρεωμένα: Αναγνώριση μη ύπαρξης δόλου, διαγραφή 98% της οφειλής

Απόφαση Υπερχρεωμένων του Γραφείου μας:

Απόφαση του Ειρηνοδικείου Φλώρινας για τα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά κάνει δεκτή την αίτηση δανειολήπτη αναγνωρίζοντας ότι αν και έκανε ανακύκλωση πληρωμών δεν είχε δόλο, και, χωρίς να ορίζει επανασυζήτηση, διατάσσει μηδενικές μηνιαίες καταβολές επί τρία έτη, δηλαδή τριετή ! περίοδο χάριτος ενώ διασώζει την ακίνητη περιουσία του, επιβάλλοντάς του μηνιαίες δόσεις επί εικοσαετία μόλις 15 !! ευρώ, καλώντας τον να καταβάλει λιγότερο από το 2% της οφειλής του, δηλαδή διαγραφή του 98%!!!.

 

Με την υπ’ αριθμ. 46/2017 απόφαση  Ειρηνοδικείου Φλώρινας διατάσσεται η οριστική υπαγωγή του αιτούντος, 34 ετών κι άγαμου, στα προστατευτικά πλαίσια του νόμου Κατσέλη για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Το δεύτερο από τα τρία τέκνα της οικογενείας του, ο αιτών βρέθηκε προ εικοσαετίας ορφανός από πατέρα, λόγω τροχαίου ατυχήματος. Για να συνεχιστεί η επιχείρηση του πατέρα του, η μητέρα του κατάρτισε δανειακή σύμβαση, στην οποία εξαναγκάστηκαν από την τράπεζα να συμπράξουν και τα τρία, ανήλικα ακόμη, τέκνα της. Σοβαρά προβλήματα υγείας του μικρότερου των αδελφών εξώθησαν την οικογένεια αργότερα εκ νέου σε δανεισμό.

Ο αιτών υπηρετούσε ως μόνιμος υπαξιωματικός στο στρατό, με εισόδημα 1000 ευρώ, με τα οποία κάλυπτε τις δόσεις των δανείων. Το 2007, όμως, αποχώρησε από το στράτευμα, για να συμπαρασταθεί στην οικογένειά του, οπότε κι εργαζόταν, μέχρι το 2012, ως πωλητής, ενώ επί του παρόντος εργάζεται σε αρτοποιείο, με μισθό περί τα 300 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η συνολική οφειλή του αιτούντος ανέρχεται σε ποσό ύψους 168.000 ευρώ, τις δε δόσεις του έπαψε να τις εξυπηρετεί από το 2014. Μοναδική του ακίνητη περιουσία είναι ποσοστό 25% επί διαμερίσματος, το οποίο έχει παραχωρήσει κατά χρήση στη μητέρα και μικρότερο αδελφό του.

Με αυτά τα δεδομένα, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες, την εργασιακή του κατάσταση και τη γενικότερη δυσμενή εικόνα της αγοράς εργασίας, έκρινε ότι ο αιτών δεν είναι σε θέση να διαθέσει κανένα ποσό στις πιστώτριές του (δεχόμενο πως το εισόδημα των 300 ευρώ δεν επαρκεί ούτε για τη δική του διαβίωση, καθώς, κατά την κρίση του, επαρκές θα θεωρούνταν το ποσό των 700 ευρώ), χωρίς όμως να προσδιορίζει επανασυζήτηση στα επόμενα χρόνια, κρίνοντας την επανεξέταση των εισοδημάτων άσκοπη και θεωρώντας τη γενική υποχρέωση ενημέρωσης της γραμματείας του Δικαστηρίου από τον αιτούντα για τυχόν μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης επαρκές μέτρο. Ως εκ τούτου, όρισε μηδενικές μηνιαίες δόσεις, που πρόκειται ουσιαστικά για περίοδο χάριτος, επί τριετία. Για τον δε υπολογισμό της αξίας του ακινήτου του, το δικαστήριο προέβη σε δική του εκτίμηση, η οποία δέχεται ότι είναι ύψους 3.600 ευρώ, όπερ είναι και το μόνο ποσό το οποίο θα κληθεί να αποπληρώσει ο δανειολήπτης βάσει της ρυθμίσεως. Το ως άνω ποσό, μάλιστα, θα αποπληρώνεται σε μηνιαίες δόσεις επί εικοσαετία, ήτοι οι δόσεις του αιτούντος διαμορφώνονται σε 15 ευρώ το μήνα, οι οποίες θα ξεκινήσουν μετά την παρέλευση της τριετίας.

Επίσης να σημειωθεί ότι, δεδομένης της κρίσης του δικαστηρίου για μη παρουσίαση αύξησης εισοδημάτων στο μέλλον, δεν ορίζει τιμαριθμική αναπροσαρμογή των δόσεων ανά πενταετία.

Τέλος, και σπουδαιότερο όλων: ενώ το δικαστήριο δέχεται πως ο αιτών είχε προβεί, εξ ανάγκης, σε ανακύκλωση δανεισμού, εν τέλει κρίνει ότι μόνο η ανακύκλωση αυτή δεν ισοδυναμεί με ενδεχόμενο δόλο, τον οποίο και δεν αναγνωρίζει στον αιτούντα.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο για διάσωση κατοικίας – περιουσίας κι αποφυγή πλειστηριασμού στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,