RSS

Category Archives: Κληρονομικα

Δημοσίευση διαθηκών

Όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενη αρθρογραφία μας, όλων των ειδών οι διαθήκες (δημόσια, ιδιόγραφη, μυστική) μπορούν να δημοσιευθούν και μάλιστα κρίνεται σκόπιμο να συμβαίνει αυτό, για να εξυπηρετούνται αμεσότερα τα συμφέροντα των κληρονόμων, αλλά και για να τακτοποιούνται ζητήματα ασφάλειας των συναλλαγών (γνωρίζοντας σε ποιον έχει περιέλθει ένα ακίνητο ή τα χρέη του διαθέτη μετά το θάνατό του).

Ωστόσο, «κυρία» μπορεί να κηρυχθεί μόνο η ιδιόγραφη, καθώς με τη διαδικασία αυτή επιδιώκεται η αναγνώριση της ιδιόγραφης διαθήκης ως γνήσιας, δηλαδή ότι έχει γραφτεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί αυτή από το χέρι του διαθέτη. Με τη διαδικασία αυτή επιτυγχάνεται η ενίσχυση της διαθήκης με τη δημιουργία τεκμηρίου γνησιότητας, αν επί πέντε έτη από τη δημοσίευσή της δεν αμφισβητηθεί η γνησιότητά της σε δίκη ανάμεσα σε κάποιον απ’ αυτούς που αντλούν δικαιώματα απ’ αυτήν και κάποιον απ’ αυτούς που βλάπτονται από την ύπαρξή της. Αντιθέτως, στις περιπτώσεις της δημόσιας και της μυστικής διαθήκης, αρκεί η δημοσίευση της διαθήκης –κι όχι η κήρυξή της ως κυρίας- λόγω της σύμπραξης συμβολαιογράφου (στην μεν πρώτη περίπτωση, συντάσσεται από εκείνον, στη δε δεύτερη περίπτωση, εγχειρίζεται σε αυτόν το έγγραφο που αποτελεί τη διαθήκη κι εκείνος το σφραγίζει και συντάσσει σχετική πράξη), καθώς και μαρτύρων καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, οι οποίοι βεβαιώνουν την ταυτότητα του διαθέτη που υπογράφει.  

            Σύμφωνα με το άρθρο 808 παρ. 3 ΚΠολΔ, η κήρυξη ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας γίνεται με πράξη του αρμόδιου για τη δημοσίευσή της ειρηνοδίκη, εφόσον πιθανολογηθεί γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη. Για τον σκοπό αυτό απαιτείται η εξέταση ενός ή δύο μαρτύρων, ανάλογα το δικαστήριο, που θα βεβαιώσουν τη γνησιότητα της γραφής του διαθέτη και την συγγενική σχέση του διαθέτη και του τιμώμενου προσώπου (αυτού που αναφέρεται ως κληρονόμος στη διαθήκη). Όταν όμως με ιδιόγραφη διαθήκη ορίζεται αποκλειστικά κληρονόμος πρόσωπο που δεν είναι σύζυγος του διαθέτη ή δεν έχει με τον διαθέτη συγγενική σχέση τουλάχιστον τέταρτου βαθμού, διατάσσεται γραφολογική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να αποδειχθεί η γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη. Στην περίπτωση αυτή καλείται υποχρεωτικά, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, το Ελληνικό Δημόσιο, διότι σε περίπτωση ακύρωσης της διαθήκης, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την εξ αδιαθέτου διαδοχή, ελλείψει δε συγγενών που καλούνται εκ του νόμου ή συζύγου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος καλείται το Δημόσιο.

Αν διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, αναβάλλεται η έκδοση οριστικής απόφασης και ορίζεται πραγματογνώμονας, ο οποίος αφού ορκιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε ημέρα και ώρα που θα ορισθεί, θα προβεί σε διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη έγγραφα της δικογραφίας και, δη, την ιδιόγραφη διαθήκη, και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο έχει γραφεί και υπογραφεί, σε ανύποπτο χρόνο, από τον ανωτέρω αποβιώσαντα, προκειμένου να γνωμοδοτήσει, για το αν η ιδιόγραφη διαθήκη έχει συνταχθεί και υπογραφεί από τον διαθέτη. Η γνωμοδότηση πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη και να σαφής, κατατίθεται δε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, εντός ορισθείσας προθεσμίας, για να προχωρήσει η δίκη και να κηρυχθεί (ή όχι) η διαθήκη ως κυρία.

            Το δικηγορικό μας γραφείο έχει τεράστια εμπειρία σε ζητήματα κληρονομικού δικαίου και είναι σε θέση να καλύψει ζητήματα αποποίησης και αποδοχής, με μεγάλη ταχύτητα, στη βάση των εξαιρετικά σύντομων προθεσμιών που τάσσει ο νόμος.

            Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

Δημόσια διαθήκη: προσβάλλεται ως πλαστή;

Προκειμένου να αποτυπωθεί με επίσημο τρόπο η τελευταία βούληση ενός προσώπου (διαθέτη) αναφορικά με την τύχη της περιουσίας του μετά το θάνατό του, συχνά απευθύνεται ο ενδιαφερόμενος σε συμβολαιογράφο, όπου με την παρουσία είτε τριών μαρτύρων είτε την παρουσία ενός μάρτυρα κι ενός ακόμα συμβολαιογράφου, συντάσσεται η δημόσια διαθήκη.

         Ενώπιον του/των συμβολαιογράφου/ων και των μαρτύρων που συμπράττουν, ο διαθέτης δηλώνει προφορικά την τελευταία βούλησή του, και ο συμβολαιογράφος συντάσσει τη διαθήκη, ενώ μόλις ολοκληρωθεί η σύνταξή της, αναγιγνώσκεται στο διαθέτη και στα συμπράττοντα πρόσωπα ακούνε, ακολούθως όλοι υπογράφουν την συμβολαιογραφική πράξη.

         Εκτός της τελευταίας βούλησης, στο κείμενο της δημόσιας διαθήκης γίνεται αναφορά ότι τηρήθηκαν όλες οι διατυπώσεις που απαιτεί ο νόμος (άρ. 1729-1731 ΑΚ), δηλαδή ότι τόσο ο διαθέτης όσο και οι μάρτυρες είναι γνωστοί στον συμβολαιογράφο, ότι οι μάρτυρες (κι ο τυχόν συμπράττων συμβολαιογράφος) και μόνον αυτοί ήταν παρόντες καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, και τέλος ότι οι μάρτυρες ορκίστηκαν πως θα τηρήσουν μυστικές τις διατάξεις της διαθήκης μέχρι να δημοσιευθεί αυτή από το δικαστήριο.   

         Δίνεται μεγάλη σημασία στο ποια είναι τα συμπράττοντα πρόσωπα (λ.χ. δεν μπορεί να συμπράξει στη σύνταξη διαθήκης ως συμβολαιογράφος ή μάρτυρας ο σύζυγος του διαθέτη ή συγγενής του διαθέτη, ή ο τιμώμενος με τη διαθήκη κληρονόμος) κι ότι δεν συμπράττουν πρόσωπα άλλα από τα ανωτέρω αναφερόμενα, διότι σκοπός του νόμου είναι να προστατευθεί ο διαθέτης κι ότι δεν θα επηρεαστεί κατ’ αποφασιστικό τρόπο κατά την δήλωση της τελευταίας βούλησής του (λ.χ. ότι δεν απειλήθηκε, πλανήθηκε ή εξαπατήθηκε κατά τη διαμόρφωση της βούλησής του από τρίτους), ώστε αυτή να εκφράζεται ελεύθερα και αβίαστα.

         Όσον αφορά τους μάρτυρες δεν μπορούν να συμπράττουν πρόσωπα που δεν έχουν όραση ή ακοή, αφού δεν μπορούν να ελέγξουν την ταυτότητα των προσώπων που υπογράφουν ούτε να ακούσουν τη διαθήκη, όταν αναγνωστεί. Ομοίως, δεν μπορούν να συμπράξουν ως μάρτυρες τα πρόσωπα που συνδέονται με το συμβολαιογράφο με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, δεν μπορούν να συμπράξουν ως μάρτυρες ανήλικοι, δηλαδή πρόσωπα κάτω των 18 ετών. Όλες οι ανωτέρω περιπτώσεις επιφέρουν ακυρότητα της διαθήκης.

         Σε περίπτωση που κατά την σύνταξη της διαθήκης δεν τηρηθούν οι διατάξεις του νόμου, η διαθήκη είναι άκυρη, και θεωρείται σαν να μην έγινε, επιτρέπεται δε η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας, από όποιον εξαρτά έννομο συμφέρον από την αναγνώριση της ακυρότητας της προσβαλλόμενης διαθήκης. Δηλαδή, έννομο συμφέρον διατηρούν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, και τα τιμώμενα πρόσωπα, ήτοι τα πρόσωπα που αναφέρονταν ως κληρονόμοι σε προγενέστερη έγκυρη διαθήκη, στους οποίους δεν περιήλθε η κληρονομία εξαιτίας της εμφάνισης της προσβαλλόμενης διαθήκης. Η άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής για ακύρωση διαθήκης δεν υπόκειται σε καμία προθεσμία ενώ σύμφωνα με τη νομολογία υπάγεται μόνο στην εικοσαετή παραγραφή.   

         Επιπλέον, επειδή η δημόσια διαθήκη συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου, αυτή φέρει την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, δηλαδή «έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημοσία υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλη και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει τη βεβαίωση αυτή. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή τού εγγράφου ως πλαστού».

         Στην περίπτωση μιας δημόσιας διαθήκης λόγος προσβολής της ως πλαστής αποτελεί η βεβαίωση ψευδών περιστατικών από τον συμβολαιογράφο, που είτε έλαβαν χώρα ενώπιόν του είτε έγιναν από τον ίδιο. Κρίσιμα περιστατικά για τα οποία θα μπορούσε να υπάρξει ψευδής βεβαίωση είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων που ο νόμος ορίζει και αναφέρθηκαν ανωτέρω, λ.χ. σχετικά με την παρουσία των συμπραττόντων προσώπων κατά την σύνταξη της διαθήκης. 

Το δικηγορικό μας γραφείο έχει τεράστια εμπειρία σε ζητήματα κληρονομικού δικαίου και είναι σε θέση να καλύψει ζητήματα αποποίησης και αποδοχής, με μεγάλη ταχύτητα, στη βάση των εξαιρετικά σύντομων προθεσμιών που τάσσει ο νόμος.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

Αποποίηση κληρονομιάς κληρονομουμένου

            Μετά το θάνατο κάποιου προσώπου, γεννώνται κρίσιμα ζητήματα αναφορικά με την κληρονομική διαδοχή της περιουσίας του από τους κληρονόμους του. Για τους τελευταίους είναι πολύ σημαντικό να ελεγχθεί αν τα χρέη – παθητικό που βαρύνουν την περιουσία είναι περισσότερα από τα ενεργητικό αυτής (κινητά κι ακίνητα) και να αξιολογηθεί τελικώς αν θα πρέπει να αποποιηθούν ή όχι, νομίμως, εγκαίρως και εμπροθέσμως, μέσα στην προθεσμία των 4 μηνών από τη γνώση του θανάτου του κληρονομούμενου.

            Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές που από τυχαία περιστατικά ή από δυσάρεστες ειδοποιήσεις (λ.χ. από την Εφορία για χρέη!!) ενημερώνεται κάποιος ότι έχει καταστεί κληρονόμος ενός μακρινού ή μη προσφιλούς συγγενούς που απεβίωσε κατάχρεος, καιρό πριν. Άλλωστε ο νόμος διατηρεί την συγγένεια, παρά τις κοινωνικές σχέσεις ή τις επαφές που υφίστανται (ή όχι) μέσα στις οικογένειες, ενώ τα χρέη παραμένουν και οι δανειστές αναζητούν κληρονόμους για να ικανοποιηθούν…

            Σε τέτοιες περιπτώσεις, που ενημερώνεται κάποιος για τον θάνατο συγγενούς του αρκετό διάστημα μετά το θλιβερό συμβάν και στην ουσία έχει χάσει την προθεσμία για την αποποίηση, αυτομάτως και σιωπηρώς, μετά την παρέλευση του τετραμήνου, έχει καταστεί κληρονόμος. Στην ίδια θέση, βρίσκεται κι ο κληρονόμος αυτού του κληρονόμου, αν ο τελευταίος αποβιώσει, χωρίς να έχει αποποιηθεί την αρχική κληρονομία.

            Σχηματικά, λ.χ. αποβιώνει πριν ένα χρόνο ο θείος Α, κατάχρεος, χωρίς τέκνα και χωρίς διαθήκη, αφήνοντας κληρονόμο του την αδερφή του Β -μητέρα του Γ-, με την οποία δεν είχε σχέσεις ή επικοινωνία. Η Β δεν έμαθε για το θάνατο του Α, ενώ όταν απεβίωσε κι εκείνη, ο μοναδικός κληρονόμος- γιος της Γ, κατέστη κληρονόμος και των χρεών του θείου Α, αφού τα χρέη αυτά είχαν πρώτα περιέλθει στη μητέρα του (Β), μολονότι η ίδια δεν το γνώριζε, κι ενώ δεν είχε δικά της χρέη, αλλά μόνον ένα σπίτι. Ποιες οι ενέργειες του Γ όταν ειδοποιείται από τη Δ.Ο.Υ. για τα χρέη που προέρχονταν από το θείο του Α και τώρα βαρύνουν εκείνον;;

            Ο νόμος προβλέπει ότι το δικαίωμα αποποίησης είναι κληρονομητό, δηλαδή περιέρχεται στους κληρονόμους του κληρονόμου, αν ο τελευταίος απεβίωσε, χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμά του αποποίησης (πριν λήξει το τετράμηνο). Για το έγκυρο δε της αποποίησης της πρώτης κληρονομίας πρέπει οι κληρονόμοι του κληρονόμου να αποκτήσουν οριστικά τη δεύτερη κληρονομία, γιατί αν αυτοί αποποιηθούν τη δεύτερη κληρονομία θεωρούνται ότι ουδέποτε έγιναν κληρονόμοι του κληρονόμου που έχει δικαίωμα αποποίησης.

            Στις περιπτώσεις όμως που υπάρχει πλάνη αναφορικά με το δικαίωμα αποποίησης και την ορθή (νόμιμη κι εμπρόθεσμη) άσκησή του, ο νόμος προβλέπει τη δυνατότητα εντός προθεσμιών να ασκηθούν τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα και αγωγές, προκειμένου να ακυρωθεί αυτή η πλασματική αποδοχή κληρονομίας και να αποδεσμευθεί ο κληρονόμος από κληρονομίες (με χρέη), που αν γνώριζε ότι είχαν περιέλθει σε εκείνον, θα είχε σπεύσει να αποποιηθεί εγκαίρως. Οι προθεσμίες αυτές, υπό περιπτώσεις κι εφόσον αποδειχθούν στο δικαστήριο ειδικοί λόγοι, μπορούν να επιμηκυνθούν και εν τέλει να γίνει δεκτή η αγωγή, ακόμα και μετά την παρέλευση της αρχικώς προβλεπόμενης προθεσμίας άσκησης της αγωγής και να ακυρωθεί η πλασματική αποδοχή.

Το δικηγορικό μας γραφείο έχει τεράστια εμπειρία σε ζητήματα κληρονομικού δικαίου και είναι σε θέση να καλύψει ζητήματα αποποίησης και αποδοχής, με μεγάλη ταχύτητα, στη βάση των εξαιρετικά σύντομων προθεσμιών που τάσσει ο νόμος.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 
 

Όποιος εξαιρέθηκε από διαθήκη κληρονομεί τα χρέη; Διεκδικεί περιουσία; Ακυρώνονται διαθήκες;

Το δικηγορικό μας γραφείο έχει τεράστια εμπειρία σε ζητήματα κληρονομικού δικαίου και είναι σε θέση να καλύψει ζητήματα αποποίησης και αποδοχής καθώς και δικαστικών ενεργειών κι αγωγών, με μεγάλη ταχύτητα, στη βάση των εξαιρετικά σύντομων προθεσμιών που τάσσει ο νόμος.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Κληρονομιά με ή χωρίς διαθήκη

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ & ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Συχνά γεννώνται απορίες σχετικά με ζητήματα που αφορούν στις διαθήκες, δηλαδή στην αποτύπωση της τελευταίας βούλησης του κληρονομούμενου ως προς την μετά το θάνατό του τύχη της περιουσίας του και της κληρονομικής διαδοχής της. Συνηθίζεται τα ζητήματα αυτά να τακτοποιούνται προτού συμβεί το μοιραίο, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, ο κληρονομούμενος πεθαίνει «αδιάθετος» κι ακολουθείται η διαδικασία της «εξ αδιαθέτου διαδοχής» για τους κληρονόμους του, όπως έχουμε αναφερθεί και σε αρθρογραφία μας.

Παρακάτω, αναφέρονται ενδεικτικά, ορισμένα εκ των συνηθέστερων ερωτημάτων που δεχόμαστε ως προς τις διαθήκες:

– Ποια τα είδη διαθηκών που προβλέπονται στον νόμο;

Τρία είδη διαθηκών προβλέπει ο Αστικός Κώδικας, α) τη δημόσια, β) την μυστική, και γ) την ιδιόγραφη. Πέραν αυτών των βασικών ειδών, σε εξαιρετικές περιπτώσεις (λ.χ. σε πλοίο, σε εκστρατεία, σε αποκλεισμό), και για όσο χρονικό διάστημα ισχύον οι ιδιαίτερες περιστάσεις, προβλέπεται η έκτακτη.

– Τι είναι η δημόσια διαθήκη;

Δημόσια είναι η διαθήκη που συντάσσεται ενώπιον συμβολαιογράφου με την παρουσία τριών μαρτύρων ή συντάσσεται ενώπιον δύο συμβολαιογράφων με την παρουσία ενός μάρτυρα, κι ως εκ τούτου αποτελεί συμβολαιογραφικό έγγραφο.

– Πώς ενημερώνονται οι κληρονόμοι για την ύπαρξη μιας δημόσιας διαθήκης;

Ο συμβολαιογράφος που στα χέρια του φυλάσσεται μια δημόσια διαθήκη, οφείλει μόλις μάθει για το θάνατο του διαθέτη, να προχωρήσει στη δημοσίευσή της, οπότε ακολούθως καλούνται οι κληρονόμοι. Ειδικότερα, ο συμβολαιογράφος έχει υποχρέωση να στείλει αντίγραφο της δημόσιας διαθήκης στον ειρηνοδίκη της περιφέρειας, όπου ο ίδιος εδρεύει ενώ αν πρόκειται για μυστική διαθήκη την παραδίδει αυτοπροσώπως στον ειρηνοδίκη. Επομένως, αρμοδιότητα δημοσίευσης σε αυτή την περίπτωση έχει το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας όπου εδρεύει ο συμβολαιογράφος ενώπιον του οποίου συντάχθηκε ή κατατέθηκε η διαθήκη.

Τι συμβαίνει αν έχουν συνταχθεί δύο διαφορετικές δημόσιες διαθήκες ενώπιον δύο συμβολαιογράφων;

Γενική αρχή που ισχύει στις διαθήκες (ΑΚ 1764), μη εξαιρουμένων των δημοσίων διαθηκών, είναι πως η κάθε μεταγενέστερη διαθήκη καταργεί με το περιεχόμενό της την προηγούμενη, μόνο κατά το μέρος που εναντιώνεται σε αυτήν. Αν η μεταγενέστερη διαθήκη ανακληθεί, η προηγούμενη ενεργεί σαν να μην είχε καταργηθεί.

– Όλων των ειδών οι διαθήκες πρέπει να δημοσιευθούν και να κηρυχθούν κυρίες;

Όλες οι διαθήκες μπορούν να δημοσιευθούν και μάλιστα κρίνεται σκόπιμο να συμβαίνει αυτό, για να εξυπηρετούνται αμεσότερα τα συμφέροντα των κληρονόμων, αλλά και για να τακτοποιούνται ζητήματα ασφάλειας των συναλλαγών (γνωρίζοντας σε ποιον έχει περιέλθει ένα ακίνητο ή τα χρέη του διαθέτη μετά το θάνατό του).

Ωστόσο, κυρία μπορεί να κηρυχθεί μόνο η ιδιόγραφη, καθώς με τη διαδικασία αυτή επιδιώκεται η αναγνώριση της ιδιόγραφης διαθήκης ως γνήσιας, δηλαδή ότι έχει γραφτεί και υπογραφεί αυτή από το χέρι του διαθέτη, αν δεν προσβληθεί ως μη γνήσια μέσα σε διάστημα πέντε ετών από τη δημοσίευσή της. Με τη διαδικασία αυτή επιτυγχάνεται η ενίσχυση της διαθήκης με τη δημιουργία τεκμηρίου γνησιότητας, προστατεύοντας τους κληρονόμους που ευνοούνται από τη διαθήκη σε περίπτωση αμφισβήτησής της ως πλαστής.

– Για την κήρυξη μιας ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας απαιτείται μάρτυρας;

Ναι, η δίκη γίνεται με την παρουσία μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη της περιφέρειας της τελευταίας κατοικίας ή τόπου διαμονής που είχε ο διαθέτης κατά το χρόνο θανάτου του. Ο μάρτυρας πιστοποιεί ότι η γραφή και η υπογραφή επί του κειμένου της διαθήκης έχει τεθεί από τον διαθέτη.

– Τι συμβαίνει σε περίπτωση που με τη διαθήκη δεν εξαντλείται η περιουσία του διαθέτη;

Σύμφωνα με το άρθρο 1801 ΑΚ, αν έχει εγκατασταθεί ένας ή περισσότεροι κληρονόμοι σε μέρος μόνο της κληρονομίας, ως προς το υπόλοιπο επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Στην περίπτωση αυτή, αν υπάρχουν εκ του νόμου κληρονόμοι-μεριδούχοι θα πρέπει να ελέγξουν αν ό,τι απομένει από την κληρονομία (που δεν έχει συμπεριληφθεί στη διαθήκη) υπερσκελίζει σε αξία τα χρέη του διαθέτη, ώστε είτε να αποδεχθούν είτε να αποποιηθούν εγκαίρως και εμπροθέσμως. Σημαντικό: Μπορεί με τη διαθήκη να χαρίζονται τα ακίνητα και να μη γίνεται λόγος για τα χρέη της κληρονομιάς. Αυτά βαραίνουν όλους αυτούς που θα κληρονομούσαν ελλείψει διαθήκης!!

– Αν τιμώμενο πρόσωπο σε διαθήκη, δηλαδή κληρονόμος που αναφέρεται στη διαθήκη, αποποιηθεί, ποια η τύχη της κληρονομικής διαδοχής;

Σε περίπτωση αποποίησης και δη στα πλαίσια εκ διαθήκης διαδοχής, πρώτα καλείται ο τυχόν υποκατάστατος του αποποιηθέντος (Α.Κ. 1809), δηλαδή πρόσωπο που διόρισε ο διαθέτης για να υποκαταστήσει τον αρχικό εγκατάστατο κληρονόμο, σε περίπτωση που ο τελευταίος εκπέσει από το κληρονομικό δικαίωμα είτε πριν είτε μετά το θάνατο του διαθέτη. Αν δεν έχει ορισθεί υποκατάστατος για την περίπτωση έκπτωσης του αποποιηθέντος, χωρεί προσαύξηση υπέρ των υπόλοιπων εγκατάστατων συγκληρονόμων, εφόσον βέβαια υπάρχουν. Αν δεν χωρεί ούτε προσαύξηση (επειδή π.χ. ο αποποιηθείς είχε εγκατασταθεί ως αποκλειστικός κληρονόμος), η εκ διαθήκης διαδοχή ματαιώνεται και χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή (Α.Κ.  1710, παρ. 2 και 1801), οπότε καλούνται στην κληρονομία οι κατά τη σειρά της εξ αδιαθέτου διαδοχής ερχόμενοι κληρονόμοι (Α.Κ. 1813 επ.).

– Ποιες οι προθεσμίες προσβολής μιας διαθήκης;

α)Σύμφωνα με τα άρθρα 1782, 1783, 1784, 1788 ΑΚ, μια διαθήκη μπορεί να ακυρωθεί για πλάνη, απάτη ή απειλή του διαθέτη, ή αν έχει παραλειφθεί μεριδούχος, μέσα σε προθεσμία 2 ετών από τη δημοσίευσή της.

β) Ιδιόγραφη διαθήκη που έχει κηρυχθεί κυρία μπορεί να προσβληθεί ως πλαστή μέχρι 5 έτη από τη δημοσίευσή της (μετά την παρέλευση της 5ετίας τεκμαίρεται γνήσια) (ΑΚ 1777).

γ) Δικαίωμα να ακυρωθεί μια (άκυρη) διάταξη της τελευταίας βούλησης του διαθέτη αποσβένυται μετά την πάροδο 20ετίας από το θάνατο του διαθέτη (ΑΚ 157, εδ.γ΄). Στις περιπτώσεις αυτές εντάσσεται κι η έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη.

Το δικηγορικό μας γραφείο έχει τεράστια εμπειρία σε ζητήματα κληρονομικού δικαίου και είναι σε θέση να καλύψει ζητήματα αποποίησης και αποδοχής, με μεγάλη ταχύτητα, στη βάση των εξαιρετικά σύντομων προθεσμιών που τάσσει ο νόμος.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

Κληρονομιά

Ποιοι, πότε και πώς γίνονται κληρονόμοι.

Στο άκουσμα της θλιβερής είδησης του θανάτου ενός συγγενικού προσώπου μας, συχνά γεννάται το ερώτημα ποιοι από τους κοντινούς συγγενείς (τέκνα, γονείς, αδέλφια, ανίψια, παππούδες, θείοι, πρώτα ξαδέρφια, προπαππούδες) καθίστανται κληρονόμοι στην περίπτωση που δεν υπάρχει διαθήκη («εξ αδιαθέτου διαδοχή»), προκειμένου να προβούν αυτοί στις δέουσες ενέργειες (εμπρόθεσμη αποποίηση, αποδοχή κλπ.). Στους συγγενείς δεν συμπεριλαμβάνεται ο σύζυγος που επιζεί, ωστόσο, ο νόμος επιφυλάσσει γι’ αυτόν ιδιαίτερο κληρονομικό δικαίωμα (κληρονομεί κατά το ¼ με τα τέκνα του θανόντος και κατά το ½ με τους λοιπούς συγγενείς, εάν υπάρχουν – ΑΚ 1820, 1821).

Ως προς τους συγγενείς, λοιπόν, σκόπιμο είναι να διευκρινιστεί, ποιοι καλούνται στην κληρονομική διαδοχή και με ποια σειρά («διαδοχή τάξεων»), αλλά και τι συμβαίνει μετά την αποποίηση των συγγενών μιας τάξης, ειδικότερα:

            Στην πρώτη τάξη, όπως λέγεται, καλούνται τα τέκνα του αποβιώσαντος (ΑΚ 1813). Εάν αυτά δεν υπάρχουν, καλείται η δεύτερη τάξη, δηλαδή οι γονείς του κληρονομούμενου και τα αδέρφια του, καθώς και τα τέκνα και τα εγγόνια των αδερφών που είχαν πεθάνει πριν από τον κληρονομούμενο (ανίψια, μικρανίψια) (ΑΚ 1814, 1815). Οι μεν γονείς και τα αδέρφια κληρονομούν κατ’ ισομοιρία, δηλαδή κατά ίδια ποσοστά, τα δε τέκνα και εγγόνια των προαποβιωσάντων αδελφών κατά ρίζες, δηλαδή, στη θέση εκείνου που δεν ζει, και μάλιστα τα ανίψια αποκλείουν τα μικρανίψια της ίδιας ρίζας. Εφόσον δεν υπάρχουν συγγενείς της δεύτερης τάξης, καλούνται στην τρίτη τάξη, οι παππούδες και οι γιαγιάδες του κληρονομούμενου, καθώς και τα τέκνα και εγγόνια αυτών (δηλαδή, θείοι και πρώτα ξαδέλφια του κληρονομούμενου), με την σημείωση, πως οι θείοι και τα ξαδέλφια κληρονομούν κατά ρίζες, δηλαδή στη θέση των παππούδων και γιαγιάδων που δεν ζουν (ΑΚ 1816). Υπάρχει και τέταρτη τάξη στην οποία καλούνται οι προπαππούδες και προγιαγιάδες, οι οποίοι κληρονομούν κατ’ ισομοιρία, όταν δεν υπάρχει κληρονόμος από καμία από τις άλλες τάξεις (ΑΚ 1817).

            Κατ’ άρθρο 1856 ΑΚ, «αν ο κληρονόμος αποποιηθεί την κληρονομία, η επαγωγή προς εκείνον που αποποιήθηκε θεωρείται ότι δεν έγινε. Η κληρονομιά επάγεται σε εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά τον θάνατο του κληρονομούμενου. Η επαγωγή θεωρείται ότι έγινε κατά τον θάνατο του κληρονομούμενου». Συνεπώς, αυτός που καλείται ως κληρονόμος μετά την αποποίηση, δεν είναι απαραίτητο να εξακολουθεί να ζει κατά τον χρόνο της αποποίησης, αρκεί να ζούσε ή να ήταν συνειλημμένος κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου. Αν αυτός που καλείται ως κληρονόμος μετά την αποποίηση έχει πεθάνει στο μεσοδιάστημα μεταξύ του θανάτου του κληρονομούμενου και της αποποίησης τους αρχικώς καλούμενου, η κληρονομιά περιέρχεται στους κληρονόμους του, οι οποίοι αποκτούν το δικαίωμα αποποίησης της κληρονομιάς κατ’ άρθρο ΑΚ 1854.

            Η σειρά κλήσης στην κληρονομιά, μετά την αποποίηση του αρχικού κληρονόμου, είναι ανεξάρτητη από την βούληση του αποποιηθέντος και για να επιλυθεί το ανωτέρω ζήτημα για το ποιος καλείται στην κληρονομική διαδοχή ανατρέχουμε στις ανωτέρω διατάξεις (για την εξ αδιαθέτου διαδοχή), ενώ μεγάλης σπουδαιότητας ζήτημα είναι και το τι γίνεται με τη μερίδα εκείνου που αποποιείται.

            Σύμφωνα με την άποψη που επικρατεί σχεδόν ολοκληρωτικά, όταν ένας μεριδιούχος εκπίπτει από το κληρονομικό του δικαίωμα (λόγω αποκλήρωσης, αποποίησης ή παραίτησης από τη νόμιμη μοίρα, κήρυξης αναξιότητας) δεν χωρεί προσαύξηση στην νόμιμη μοίρα των υπόλοιπων μεριδιούχων, αλλά το μερίδιο του εκπεσόντος μεριδιούχου επανέρχεται στο τμήμα της κληρονομιάς που διέπεται από την ελευθερία διάθεσης, εφαρμοζομένων των διατάξεων για την εξ αδιαθέτου διαδοχή (ΑΚ 1826).

            Σχηματικά, επί παραδείγματι, αν πεθάνει η Α, άτεκνη και άγαμη, με συγγενείς εν ζωή τη μητέρα της, Β, τον αδερφό της, Γ, τον αδερφό της μητέρας της (θείο), Δ, και έναν πρώτο ξάδελφο, Ε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ως κληρονόμοι καλούνται η μητέρα Β και ο αδερφός της θανούσας Γ, -που ανήκουν στην ίδια τάξη-, κατά το ίδιο ποσοστό (1/2 έκαστος), ενώ στην περίπτωση που αποποιηθεί η μητέρα Β, μοναδικός κληρονόμος καθίσταται ο αδερφός της θανούσας Γ, καθώς κατά την αποποίηση, η μητέρα θεωρείται σαν να μην ζούσε κατά το χρόνο θανάτου της κόρης, αποκλειομένων των λοιπών συγγενών (Δ και Ε).

Το δικηγορικό μας γραφείο έχει τεράστια εμπειρία σε ζητήματα κληρονομικού δικαίου και είναι σε θέση να καλύψει ζητήματα αποποίησης και αποδοχής, με μεγάλη ταχύτητα, στη βάση των εξαιρετικά σύντομων προθεσμιών που τάσσει ο νόμος.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Διαθήκη: Πώς είναι η έγκυρη;

Από όλο το φάσμα του δικαίου αναμφισβήτητα ο τομέας ο οποίος θα χρειαστεί, αργά ή γρήγορα σε όλους μας, είτε από την μία πλευρά (αυτή του κληρονόμου) είτε από την άλλη πλευρά (αυτή του εν δυνάμει κληρονομούμενου) είναι εκείνος του κληρονομικού δικαίου, ο οποίος μάλιστα είναι εξαιρετικά δαιδαλώδης.

Στο παρόν άρθρο θα δούμε ορισμένα βασικά σημεία που αφορούν στην κληρονομική διαδοχή και συγκεκριμένα την διαδοχή μέσω διαθήκης και ιδίως μέσω χειρόγραφης (Ιδιόγραφης) Διαθήκης.

Διαθήκη είναι το έγγραφο με το οποίο κάποιος κατονομάζει τους κληρονόμους του και το πώς θα μοιραστεί η περιουσία του μετά τον θάνατό του. Μέσω της διαθήκης, δηλαδή, ο κληρονομούμενος ορίζει την τύχη της κληρονομικής του διαδοχής. Η διαθήκη συντάσσεται αυτοπροσώπως σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους και μπορεί να ανακληθεί ελεύθερα οποτεδήποτε.

Στον Αστικό Κώδικα της χώρας μας προβλέπονται τρία είδη κοινών διαθηκών, οι οποίες αποτελούν και τους βασικούς τύπους: 1. η ιδιόγραφη διαθήκη 2. η δημόσια διαθήκη και 3. η μυστική διαθήκη, ενώ ο νόμος προβλέπει και οι έκτακτες διαθήκες, οι οποίες υπό προϋποθέσεις συντάσσονται εν πλω ή εν εκστρατεία ή σε περίπτωση αποκλεισμού.

Ιδιόγραφη είναι η διαθήκη η οποία συντάσσεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται (ημέρα, μήνας και έτος) και υπογράφεται από αυτόν. Για να είναι έγκυρη μια ιδιόγραφη διαθήκη θα πρέπει να πληροί όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις, διαφορετικά κρίνεται ως άκυρη.

Συχνά μεταξύ των κληρονόμων δημιουργούνται αμφισβητήσεις αναφορικά με το κύρος της διαθήκης. Προβλέπεται, συνεπώς, στο νόμο και υπό προϋποθέσεις, το δικαίωμα ακύρωσης μιας διαθήκης. Στον Αστικό Κώδικα προβλέπονται διάφοροι λόγοι που οδηγούν στην προσβολή μιας διαθήκης, όπως η μη τήρηση του τύπου που ορίζει ο νόμος, η ικανότητα (ή μη) σύνταξης της διαθήκης και το περιεχόμενο αυτής.

Άκυρη κρίνεται μια ιδιόγραφη διαθήκη όταν δεν έχει συνταχθεί ολόκληρη από τον ίδιο τον διαθέτη, όταν δεν φέρει χρονολογία ή όταν δεν φέρει υπογραφή του διαθέτη.

Πιο συγκεκριμένα, ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να ακυρωθεί αν, παραδείγματος χάρη, ο διαθέτης  δεν γνωρίζει γραφή και κάποιος τρίτος κατευθύνει το χέρι του κατά την σύνταξη της διαθήκης, ή αν έχει συντάξει μόνο ένα μέρος αυτής ή αν έχει συνταχθεί με μηχανικό μέσο όπως, ηλεκτρονικό υπολογιστή, γραφομηχανή, μαγνητόφωνο, cd κτλ.

Όσον αφορά στην χρονολόγηση της διαθήκης, θα πρέπει αυτή να είναι πλήρης, να περιλαμβάνει, δηλαδή, την ημέρα, τον μήνα και το έτος. Εάν λείπει οποιοδήποτε από τα παραπάνω στοιχεία από τα παραπάνω στοιχεία, τότε προκύπτει ζήτημα ως προς το κύρος της.

Σχετικά με την υπογραφή του διαθέτη, εάν αυτή λείπει η ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη. Η υπογραφή θα πρέπει να τίθεται στο τέλος της διαθήκης και όχι στην αρχή ή το μέσο αυτής, καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει πιθανότητα ακύρωσης. Όπως προαναφέραμε, η υπογραφή του διαθέτη θα πρέπει να είναι ιδιόχειρη και να περιέχει το κύριο όνομα και το επώνυμό του και να μην αποτυπώνεται με άλλα μέσα, παραδείγματος χάρη, με σφραγίδα ή με σταυρό.

Τελευταίος και πολύ σημαντικός λόγος ακύρωσης μιας ιδιόγραφης διαθήκης είναι η ανικανότητα του διαθέτη. Σύμφωνα με τη διάταξη 1719 «Ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι: 1. οι ανήλικοι 2. όσοι βρίσκονται σε δικαστική συμπαράσταση με πλήρη στέρηση της δικαιοπρακτικής τους ικανότητας ή με ρητή στέρηση της ικανότητας να συντάσσουν διαθήκη 3. όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους….»

Εν κατακλείδι, η ιδιόγραφη διαθήκη αποτελεί την πιο απλή μορφή διαθήκης. Δε χρειάζονται πολλά στοιχεία για την σύνταξή της, δεν έχει κόστος, αφού κυριολεκτικά χρειάζεται μόνο μολύβι και χαρτί και διασφαλίζει μυστικότητα. Ωστόσο, είναι κρίσιμη η συμβολή και η νομική συμβουλή ενός έμπειρου δικηγόρου πριν από την σύνταξή της, καθώς υπάρχουν και παγίδες.

Πιο σοβαρό και συχνό σφάλμα στο οποίο υποπίπτουν οι άνθρωποι που συντάσσουν την διαθήκη τους είναι ο περιορισμός της νόμιμης μοίρας των δικαιούχων. Σύμφωνα με την διάταξη 1829 ΑΚ «Κάθε περιορισμός του μεριδούχου από τη διαθήκη, όσο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα, θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί.» Διότι η περιουσία ενός προσώπου δεν είναι πλήρως ελεύθερη για να την μοιράσει στους συγγενείς του, όπως επιθυμεί, αλλά σύμφωνα με τον νόμο θα πρέπει ένα ελάχιστο μερίδιο να πάει στα παιδιά και στον σύζυγο. Ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας είναι μια σύνθετη διαδικασία και απαιτεί γνώση των νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν. Για να αποφευχθούν, λοιπόν, τα λάθη και να μην ακυρωθεί η διάταξη τελευταίας βουλήσεώς σας, θα πρέπει να απευθυνθείτε σε έμπειρο δικηγόρο κληρονομικού δικαίου για σωστή καθοδήγηση.

Το δικηγορικό μας γραφείο έχει τεράστια εμπειρία σε ζητήματα κληρονομικού δικαίου, διαθηκών και αποποιήσεων και είναι σε θέσει να σας βοηθήσει αποτελεσματικά.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Διαμεσολάβηση: υποχρεωτική πριν τις δίκες

Η σχέση της Διαμεσολάβησης με τη Χώρα μας είναι μία ιστορία ταραχώδης. Για πρώτη φορά εισήχθη στην νομική πραγματικότητα της Ελλάδας με το Ν. 3898/2010, ως ένας νέος, εναλλακτικός τρόπος εξωδικαστικής επίλυσης ιδιωτικών διαφορών. Παρά ταύτα, η πρώτη αυτή προσπάθεια ένταξης της Διαμεσολάβησης στο ελληνικό νομικό καθεστώς στέφθηκε με αποτυχία: επρόκειτο για μία διαδικασία παντελώς άγνωστη για τον ελληνικό κόσμο. Σήμερα, δέκα ολόκληρα χρόνια μετά, η Διαμεσολάβηση είναι λίγο γνωστή αλλά έχει καταστεί αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής δικαιοσύνης, σε μεγάλο βαθμό υποχρεωτικό.

Τί είναι όμως η Διαμεσολάβηση και πώς λειτουργεί σήμερα ως στάδιο της δικαστικής διαδικασίας;

Πρώτα απ’ όλα, για να αντιληφθεί κανείς τί ακριβώς είναι η Διαμεσολάβηση, πρέπει να ανατρέξει στο αρχικό νομοθέτημα (Ν. 3898/2010), το οποίο αναλύει με μεγάλη ενδελέχεια τις συνιστώσες του θεσμού. Έτσι, σχεδιαγραφείται η Διαμεσολάβηση, όπως είπαμε, ως ένας εναλλακτικός τρόπος εξωδικαστικής επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, κατά την οποία τα μέρη, με τη βοήθεια του Διαμεσολαβητή, διαπραγματεύονται ώστε να επιλύσουν ειρηνικά και συμβιβαστικά τη διαφορά τους, καταλήγοντας σε μία αμοιβαία επωφελή συμφωνία.

Τα οφέλη της Διαμεσολάβησης είναι πολλαπλά, ιδίως εν συγκρίσει με τη δικαστική οδό: η διαδικασία είναι ταχύτερη, χωρίς διαδικαστικές και τυπικές καθυστερήσεις, ενώ τα έξοδα είναι πολύ λιγότερα. Το σημαντικότερο είναι ότι, εν αντιθέσει με μία δικαστική απόφαση, που κατά κανόνα έχει έναν νικητή κι έναν χαμένο, στη Διαμεσολάβηση, τα μέρη «συνδημιουργούν» την απόφαση, ώστε να βγαίνουν και οι δύο κερδισμένοι. Παράλληλα, όλη η διαδικασία καλύπτεται από εχεμύθεια (πρακτικά δεν τηρούνται). Η ιδιαιτερότητα της Διαμεσολάβησης, πάντως, εντοπίζεται κυρίως στον εκούσιο χαρακτήρα της: τα μέρη προσφεύγουν με δική τους πρωτοβουλία στη διαδικασία, επιλέγοντας ελεύθερα από κοινού το πρόσωπο του Διαμεσολαβητή, ώστε να διασφαλίζεται η αμεροληψία και η ανεξαρτησία του και να προστατεύονται τα συμφέροντά τους, τα οποία διασφαλίζονται επιπροσθέτως από την υποχρεωτική παράσταση νομικού συμπαραστάτη (δικηγόρου). Σημειωτέον ότι ακόμη και μετά την προσφυγή στο Δικαστήριο είναι δυνατό τα μέρη να επιλέξουν τη Διαμεσολάβηση, με όριο όμως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της διαφοράς τους.

Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι ο Διαμεσολαβητής δεν είναι κάποιο τυχαίο πρόσωπο. Τουναντίον, προηγείται διαδικασία κατάρτισης, κατά την οποία ο Διαμεσολαβητής εκπαιδεύεται κι εξετάζεται, ώστε να διαπιστευθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο μάλιστα τηρεί ειδικό κατάλογο όπου περιλαμβάνονται όλοι οι Διαπιστευμένοι Διαμεσολαβητές. Έτσι, όταν λέμε ότι τα μέρη είναι ελεύθερα να επιλέξουν το πρόσωπο του Διαμεσολαβητή, εννοείται ότι υπάρχει η προϋπόθεση το πρόσωπο αυτό να είναι εγγεγραμμένο στον ειδικό αυτό κατάλογο.

Κάθε διαφορά ιδιωτικής φύσης μπορεί να υπαχθεί στη Διαμεσολάβηση, εφ’ όσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς. Αυτό σημαίνει ότι όλες σχεδόν οι αστικές (διαφορές μισθωτικές, οικογενειακές, κληρονομικές, εργατικές, μεταξύ άλλων) κι εμπορικές διαφορές υπάγονται στη Διαμεσολάβηση. Από την άλλη, διαφορές π.χ. ενός ιδιώτη με το Δημόσιο ή διαφορές που ο νόμος προϋποθέτει την προσφυγή στα δικαστήρια (όπως η επιμέλεια ανηλίκου), εξαιρούνται από το φάσμα της.

Όλα τα διαδικαστικά ζητήματα επιλέγονται ελεύθερα από τα μέρη, ώστε να είναι αυτή προσαρμοσμένη σε όλες τις ιδιαίτερες περιστάσεις κι απαιτήσεις της διαφοράς τους. Οι συναντήσεις διενεργούνται από κοινού αρχικά, παρουσία του Διαμεσολαβητή, ώστε τα μέρη να μπορέσουν να παρουσιάσουν τις θέσεις τους, κι έπειτα πραγματοποιούνται και κατ’ ιδίαν συναντήσεις, όπου, με την καθοδήγηση και τις επισημάνσεις του Διαμεσολαβητή το κάθε μέρος διαμορφώνει τις θέσεις του, ενώ δύναται να υποβάλει προτάσεις στο άλλο μέρος, μέσω του Διαμεσολαβητή. Η κάθε Διαμεσολάβηση, βέβαια, είναι μοναδική, όσο και η υπαγόμενη διαφορά. Τουτέστιν, δεν είναι προκαθορισμένη ούτε η διαδικασία ούτε και ο χρόνος για την ολοκλήρωσή της. Έτσι, μπορεί να διαρκέσει αρκετές συνεδρίες, κοινές ή κατά μόνας, ή και μόνο μία· η εμπειρία αποδεικνύει ότι πολλές διαφορές επιλύονται πράγματι εντός μίας ημέρας, όπως είναι και το ζητούμενο!!!

Το αποτέλεσμα της Διαμεσολάβησης δεν είναι απόφαση, αλλά συμφωνία, αμοιβαία αποδεκτή, η οποία, όταν επιτευχθεί, αποτυπώνεται εγγράφως, υπογράφεται από τα μέρη και κατατίθεται στο κατά τόπο αρμόδιο Πρωτοδικείο. Εκεί, λαμβάνει εκτελεστό χαρακτήρα, όπως ακριβώς οι δικαστικές αποφάσεις.

Ο ευέλικτος κι ελκυστικός χαρακτήρας της διαμεσολάβησης υποσχόταν την ανατροπή του κλασικού μοντέλου δικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών από το νεοείσακτο θεσμό. Το καλωσόρισμα της Διαμεσολάβησης όμως στη Χώρα μας ήταν αρκετά ψυχρό. Παρά τις ενημερωτικές καμπάνιες, που πληροφορούσαν τον κόσμο για τον πρωτοποριακό θεσμό, τις υψηλές προδιαγραφές του και την επιτυχία του ιδίως στις χώρες της Ευρώπης και τις Η.Π.Α., η Διαμεσολάβηση αντιμετωπίστηκε με καχυποψία, δισταγμό κι εν τέλει, αδιαφορία.

Έτσι, το 2018, με τον Ν. 4512/2018, ο Έλληνας νομοθέτης επεδίωξε για πρώτη φορά να καταστήσει τη Διαμεσολάβηση υποχρεωτική. Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία δημιούργησε αντιδράσεις από ολόκληρο το νομικό κόσμο της Ελλάδας, που υποστήριζε ότι η Χώρα μας δεν ήταν ακόμη προετοιμασμένη για αυτήν την αλλαγή. Μετά από διαδοχικές παρατάσεις στην εφαρμογή του νόμου, εκδόθηκε τελικά ο Ν. 4640/2019, σκοπός του οποίου ήταν να εξορθολογίσει την ενσωμάτωση της Διαμεσολάβησης στην ελληνική πραγματικότητα, με τρόπο σταδιακό, κλιμακωτό και στην πραγματικότητα, ευκολότερο.

Έτσι, προέβλεψε ο νόμος ότι θα υπάγονται υποχρεωτικά στη Διαμεσολάβηση α. οι οικογενειακές διαφορές (πλην ορισμένων εξαιρέσεων, πχ. περιπτώσεις διαζυγίου, ακύρωσης γάμου, προσβολής πατρότητας – μεταξύ άλλων) και β. όλες οι διαφορές που εκδικάζονται με την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς (εφ’ όσον υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ) και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Πρόκειται δηλαδή  για τη συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων. Υποχρεωτική όμως δεν καθίσταται η επίλυση της διαφοράς μέσω της Διαμεσολάβησης, αλλά η απόπειρα επίλυσής της. Ειδικότερα, υποχρεωτική κατέστη μόνον η αρχική συνεδρία (Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία: Υ.Α.Σ.), η αποφυγή της οποίας συνεπάγεται σαφέστατες – δικονομικού χαρακτήρα – κυρώσεις. Σκοπός είναι έτσι να πραγματοποιηθεί μία πρώτη επαφή με τον θεσμό της Διαμεσολάβησης από τα μέρη, ώστε να διαπιστωθεί ότι, τουλάχιστον σε μεγάλο ποσοστό, οι διαφορές μπορούν να επιλυθούν μέσω αυτής, χωρίς την ανάγκη της προσφυγής στα δικαστήρια. Παράλληλα, όμως, η προσφυγή ακριβώς στα δικαστήρια δεν αποκλείεται.

            Η διαδικασία της Υ.Α.Σ. είναι απλή. Το ενδιαφερόμενο μέρος επικοινωνεί με έναν Διαμεσολαβητή της επιλογής του, ο οποίος στη συνέχεια επικοινωνεί με το άλλο μέρος, για να εγκρίνει κι εκείνο τον ορισμό του συγκεκριμένου Διαμεσολαβητή ως αυτού που θα διενεργήσει την Υ.Α.Σ. Διότι ο θεσμός της Διαμεσολάβησης διέπεται καθ’ ολοκληρίαν από τη συναίνεση των μερών. Έτσι, και μόνον έτσι, είναι εφικτή η επιδίωξη μίας πραγματικά κοινής, συναινετικής λύσης της διαφοράς.

            Εφ’ όσον οριστεί ο Διαμεσολαβητής και ο χώρος και χρόνος της Υ.Α.Σ., τα μέρη προσέρχονται με το δικηγόρο τους, ώστε να εκτεθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι επιμέρους θέσεις και τα συμφέροντά τους κατά τη διάρκεια της προσπάθειας εξεύρεσης της κοινής συμφωνίας. Τα μέρη είναι δυνατόν ήδη από την Υ.Α.Σ., να συμφωνήσουν να συνεχίσουν μέσω της διαδικασίας της Διαμεσολάβησης έως την εξεύρεση κοινής και συναινετικής λύσης ή απλώς να «συμφωνήσουν ότι διαφωνούν» και να οδηγηθεί η διαφορά τους στα δικαστήρια.

            Έτσι λοιπόν, εάν διαπιστωθεί ότι η λύση είναι εφικτή, αυτή αποτυπώνεται κατ’ αρχάς προφορικά και κατόπιν οι δικηγόροι των μερών, με την καθοδήγηση του Διαμεσολαβητή, αποτυπώνουν κι εγγράφως τη συμφωνία αυτή, επί τόπου, ώστε να συμπεριληφθεί στο πρακτικό συμβιβασμού – επίτευξης της συμφωνίας, η οποία υπογράφεται από τα μέρη κι έπειτα κατατίθεται στη γραμματεία των αρμόδιων δικαστηρίων για να αποτελέσει εκτελεστό τύπο. Εάν όμως τα μέρη διατυπώσουν εντελώς ασυμβίβαστες προτάσεις και διαφαίνεται ότι δεν υπάρχει ελπίδα επίλυσης της διαφοράς, συντάσσεται πρακτικό αποτυχίας, το οποίο επιτρέπει στα μέρη να στραφούν στη δικαστική διαδικασία και το οποίο πρέπει υποχρεωτικά να προσκομιστεί και κατατεθεί στο δικαστήριο – διαφορετικά η συζήτηση της υπόθεσης θα είναι απαράδεκτη!

Ως προς τις οικογενειακές διαφορές, η πρόβλεψη για την Υ.Α.Σ. τέθηκε σε εφαρμογή την 15.01.2020, ενώ για τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας των Πρωτοδικείων της επικρατείας θα ετίθετο σε ισχύ την 15.03.2020, λόγω όμως της έλευσης της πανδημίας του νέου κορωνοϊού στη Χώρα μας, ανεστάλη η διαδικασία, έως την 01.07.2020.

Το γραφείο μας, διαθέτει άδεια πιστοποιημένου διαμεσολαβητή και εμπειρία άνω των 30 ετών στο πλαίσιο της επίλυσης των διαφορών.

Για περισσότερες πληροφορίες καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

ΚΟΙΝΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΑ:

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΙΟΥΧΩΝ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΤΩΝ

            Ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο και χρηστικό εργαλείο στη σύγχρονη καθημερινότητα είναι οι κοινοί λογαριασμοί σε τραπεζικά ιδρύματα, όπου συγκαταθέτες και συνδικαιούχοι μπορεί να είναι μέλη μίας οικογένειας ή και άτομα χωρίς συγγενικούς δεσμούς, όπως φίλοι ή συνεργάτες. Επειδή όμως πρόκειται πράγματι για μία ιδιαίτερη μορφή λογαριασμών, δημιουργούνται πολύ συχνά ερωτήσεις για το τί συμβαίνει εάν, επί παραδείγματι, ο ένας συνδικαιούχος εκ των δύο αποβιώσει και ποια είναι τα δικαιώματα των κληρονόμων, καθώς και το τι συμβαίνει εάν κάποιος συνδικαιούχος είναι οφειλέτης και ο πιστωτής του προβεί σε κατάσχεση.

            Ως προς το ζήτημα των δικαιωμάτων των κληρονόμων συνδικαιούχου:

            Το πρώτο που πρέπει να τονιστεί είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκατασταθεί ο κληρονόμος στη θέση του αρχικού συνδικαιούχου ούτε μπορεί να απαιτήσει απευθείας από την Τράπεζα το μερίδιό του.

            Το δεύτερο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ελεγχθεί η σύμβαση για το άνοιγμα του εκάστοτε λογαριασμού, ώστε να διευκρινιστεί το εξής: ο νόμος που ορίζει τα σχετικά με τους κοινούς λογαριασμούς προβλέπει την περίπτωση ρήτρας «αποξένωσης» των ειδικών και καθολικών διαδόχων των συνδικαιούχων από το εκάστοτε υφιστάμενο υπόλοιπο του λογαριασμού. Το εάν έχει τεθεί ή όχι εναπόκειται αφ’ ενός στη βούληση των συνδικαιούχων κι αφ’ ετέρου στα πρότυπα που χρησιμοποιεί το εκάστοτε πιστωτικό ίδρυμα, οπότε πρέπει κάθε φορά να ελέγχεται η ύπαρξή του.

            Εάν υφίσταται η ρήτρα, τότε πράγματι ο τυχόν κληρονόμος θα αποξενωθεί πλήρως από το υπόλοιπο του λογαριασμού, αλλά δεν μένει εντελώς απροστάτευτος. Ο νόμος θεωρεί την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό ως δωρεά, κρίνοντάς την κατά το δίκαιο της νόμιμης μοίρας, οπότε συνυπολογίζεται στην κληρονομία του αποθανόντος. Εάν δεν υφίσταται η ρήτρα, τότε ο κληρονόμος, με την προσκόμιση κληρονομητηρίου στο τραπεζικό ίδρυμα, μπορεί να πληροφορηθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού, ώστε να είναι σε θέση να διεκδικήσει από τους επιζήσαντες συνδικαιούχους το αναλογούν σε αυτόν ποσό, και με βάση τις εσωτερικές τους σχέσεις.  Σημειώνεται εν προκειμένω ότι δεν τεκμαίρεται συγκεκριμένο ποσό εκ του νόμου που μπορεί να διεκδικηθεί (π.χ. το ½ αν είναι δύο οι συνδικαιούχοι κ.ο.κ.), και είναι ζήτημα απόδειξης. Έτσι, αν ο αποβιώσας συνδικαιούχος δεν είχε προβεί, επί παραδείγματι, σε καμία κατάθεση και τούτο αποδειχθεί από τον εναγόμενο συνδικαιούχο (ή συνδικαιούχους), τότε ο κληρονόμος πολύ πιθανόν να μην λάβει τίποτε.

            Ως προς την κατάσχεση λογαριασμών από πιστωτές συνδικαιούχου:

            Και πάλι διακρίνονται εδώ δύο περιπτώσεις:

            Εάν πρόκειται για λογαριασμό που τηρείται στο τραπεζικό ίδρυμα που τυγχάνει και πιστωτής του οφειλέτη συνδικαιούχου, τότε μπορεί να κατασχεθεί ολόκληρο το ποσό του λογαριασμού, ακόμη κι αν υφίστανται συνδικαιούχοι που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την οφειλή. Στην οποία περίπτωση οι συνδικαιούχοι, για να διεκδικήσουν το μερίδιό τους, θα πρέπει να στραφούν κατά του οφειλέτη συνδικαιούχου.

            Εάν αντίθετα πρόκειται για λογαριασμό που τηρείται σε τραπεζικό ίδρυμα που δεν τυγχάνει πιστωτής του οφειλέτη συνδικαιούχου, τότε δεν μπορεί να κατασχεθεί ολόκληρο το ποσό του λογαριασμού, αλλά μέχρις του ποσοστού που αναλογεί κλασματικά στον συνδικαιούχο. Τουτέστιν, αν οι συνδικαιούχοι είναι δύο, μπορεί να κατασχεθεί μέχρις το ½ του υφιστάμενου υπολοίπου, ή, αν οι συνδικαιούχοι είναι τρεις, κατάσχεται μέχρις και το 1/3 του υπολοίπου κ.ο.κ. Βέβαια, τα ποσοστά είναι πράγματι πλασματικά και κατά τεκμήριο, οπότε, αν οι συνδικαιούχοι εν προκειμένω αδικούνται, και πάλι θα πρέπει να αναζητήσουν το πραγματικό τους μερίδιο από τον οφειλέτη, με βάση τις εσωτερικές τους σχέσεις.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο –διαμεσολαβητή   στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 

Ενόψει αναστολής λειτουργίας Δικαστηρίων

Με ακέραιο το αίσθημα ευθύνης μας απέναντι στους συμπολίτες μας κι ενόψει της πρωτόγνωρης για τη Χώρα μας συγκυρίας, θα θέλαμε να επισημάνουμε πως για την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των εντολέων μας, σκόπιμη είναι η ταχύτερη δυνατή επικοινωνία με το γραφείο μας, ώστε να δρομολογηθεί άμεσα ο προγραμματισμός των υποθέσεών σας.

Η επανεκκίνηση των δικαστηρίων και των αρμόδιων αρχών θα σημάνει την αναπόδραστη συσσώρευση υποθέσεων, κι ως εκ τούτου η προηγούμενη σύνταξη προγραμματισμού και η θέση προτεραιότητας είναι απαραίτητη για την καλύτερη δυνατή κινητοποίηση των απαραίτητων διαδικασιών ώστε να μη διακινδυνεύσει η απώλεια προθεσμιών και κάθε είδος νομικής προφύλαξης (επί παραδείγματι απέναντι σε ζητήματα που αφορούν επιχειρηματικές-εμπορικές ανάγκες, μηνύσεις, πλειστηριασμούς, διατροφές, αποζημιώσεις, διεκδικήσεις, υποθέσεις κληρονομιών, ακινήτων, πνευματικής ιδιοκτησίας, ρύθμισης δανείων, διαζύγια και πολλά άλλα).

Η μεγάλη καθυστέρηση στην ενημέρωσή μας και την οργάνωση της εκάστοτε υπόθεσης μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά επιζήμια για εσάς, καθώς ενδεχομένως δεν θα υπάρχει ικανός χρόνος συγκέντρωσης εγγράφων και σύνταξης δικογράφων, γι’ αυτό σας παρακαλούμε όπως μεριμνήσετε άμεσα για την δρομολόγηση των θεμάτων που σας αφορούν.

Επικοινωνήστε μαζί μας τηλεφωνικά ή με email ώστε άμεσα και υπεύθυνα να εξυπηρετήσουμε  όπως κάθε υπόθεση απαιτεί για να την κερδίσουμε.

Για περισσότερες πληροφορίες μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

Email akorela.lawfirm@gmail.com