RSS

Category Archives: Αποζημιώσεις

Απόρρητο προσωπικών δεδομένων

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ  Ν 2472/97

Η νέα πνοή που δόθηκε τον τελευταίο καιρό στην Προστασία Προσωπικών Δεδομένων, κατόπιν των διαβημάτων σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, καθιστά την επιστροφή της προσοχής στο νόμο 2472/1997 επίκαιρη έως και αναγκαία, όχι μόνον γιατί έχει στραφεί και πάλι το ενδιαφέρον του κόσμου στο συγκεκριμένο δικαιϊκό τομέα, αλλά και για να υπενθυμιστεί η σημασία του, ιδίως της επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, που στη σύγχρονη εποχή της τεχνολογικής ανάπτυξης, αποκτά άλλη διάσταση.

Αντικείμενο του νόμου, κατά το άρθρ. 1, είναι «η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής». Τα δεδομένα αυτά γενικώς ορίζονται ως «κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων». Ως τέτοια δεν λογίζονται τα συγκεντρωτικά στοιχεία στατιστικής φύσης. Ειδική μνεία γίνεται στα «ευαίσθητα δεδομένα», τα οποία αφορούν στοιχεία όπως η φυλή του υποκειμένου, οι πολιτικές, θρησκευτικές ή φιλοσοφικές του πεποιθήσεις, η ερωτική του ζωή, η υγεία του κ.ο.κ. (αρθρ. 2 περ. α & β). Η επεξεργασία, από την άλλη, των δεδομένων, είναι η εργασία ή σειρά εργασιών που έχει χαρακτήρα κάθε μορφής διαχείρισης των δεδομένων, που γίνεται από τον «Υπεύθυνο Επεξεργασίας», ήτοι αυτόν που καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων. Μπορεί να είναι φυσικό αλλά και νομικό πρόσωπο (αρθρ. 2 περ. δ & ζ).

Εκ προοιμίου ο νόμος ορίζει πως οι διατάξεις του δεν αφορούν επεξεργασία που γίνεται από φυσικό πρόσωπο για προσωπική χρήση, από  δικαστικές και εισαγγελικές αρχές για ζητήματα που αφορούν την απονομή δικαιοσύνης ή τη βεβαίωση εγκλημάτων (κακουργημάτων ή πλημμελημάτων), καθώς και από δημόσιες αρχές για ζητήματα ασφάλειας του κράτους, άμυνας και δημόσιας ασφάλειας, καθώς και τη διαχείριση κυκλοφορίας (αρθρ. 3 παρ. 2 περ. α-γ).  Για να είναι νόμιμη η επεξεργασία, θα πρέπει τα δεδομένα να συλλέγονται και να επεξεργάζονται με νόμιμο και θεμιτό τρόπο, για σκοπούς επίσης νόμιμους και θεμιτούς. Θα πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα απαιτεί ο σκοπός της επεξεργασίας, να είναι ακριβή και να υποβάλλονται σε ενημέρωση, καθώς και να τηρούνται σε κατάλληλη μορφή (αρθρ. 4 παρ. 1). Την ευθύνη για την τήρηση των ανωτέρω έχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας. (αρθρ. 4 παρ. 2).

Για να είναι επιτρεπτή η επεξεργασία, πρέπει να έχει προηγηθεί συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων. Εξαιρετικά, αυτή δεν χρειάζεται, αν η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης μέρος της οποίας είναι το υποκείμενο ή αν την επιβάλλει η ανάγκη διαφύλαξης ζωτικού συμφέροντος ή εκτέλεσης έργου δημοσίου συμφέροντος ή ικανοποίησης εννόμου συμφέροντος του υπεύθυνου επεξεργασίας, που  υπερέχει των δικαιωμάτων του υποκειμένου. (αρθρ. 5 παρ. 1 & 2)

Η επεξεργασία δεδομένων προϋποθέτει επίσης την ενημέρωση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Α.Π.Δ.Π.Χ.), η οποία λαμβάνει χώρα μέσω της γνωστοποίησης. Σημειωτέον ότι η γνωστοποίηση πρέπει να γίνεται σε κάθε περίπτωση επεξεργασίας δεδομένων, όχι μόνον των ευαίσθητων. Η γνωστοποίηση είναι τυπική διαδικασία (τα απαραίτητα έντυπα δίδονται στον ιστότοπο της Α.Π.Δ.Π.Χ. www.dpa.gr) και με αυτήν πρέπει να δηλώνονται τα εξής στοιχεία του Υπεύθυνου Επεξεργασίας: α) το ονοματεπώνυμο ή επωνυμία, β) η διεύθυνση της εγκατάστασης του αρχείου ή του κυρίου εξοπλισμού επεξεργασίας, γ) ο σκοπός της επεξεργασίας, δ) το είδος των δεδομένων, ε) το χρονικό διάστημα της επεξεργασίας, στ) τους αποδέκτες της ανακοίνωσης των δεδομένων, ζ) οι ενδεχόμενες διαβιβάσεις  τους και η) τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος επεξεργασίας και των μέτρων ασφαλείας τους (αρθρ. 6 παρ. 1 & 2).

Αν τα δεδομένα είναι όμως ευαίσθητα, η επεξεργασία τους είναι κατ’ αρχήν παράνομη. Για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί η επεξεργασία αυτή, θα πρέπει να δοθεί εξαιρετική άδεια από την Α.Π.Δ.Π.Χ., η οποία απαιτεί την προσκόμιση αίτησης που περιλαμβάνει όλα τα ως άνω στοιχεία, αλλά επιπλέον και (τουλάχιστον) μία από τις κατωτέρω προϋποθέσεις: α) να έχει συγκαταθέσει εγγράφως το υποκείμενο, β) να είναι αναγκαία η επεξεργασία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου, γ) τα δεδομένα να έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί από το υποκείμενο, δ) να αφορούν θέματα υγείας και να εκτελείται η επεξεργασία από πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την παροχή υπηρεσιών υγείας (πχ. ιατρούς), ε) να εκτελείται από Δημόσια Αρχή, στ) να γίνεται για ερευνητικούς και επιστημονικούς σκοπούς, ζ) να συνδέονται τα δεδομένα με άσκηση δημοσίου λειτουργήματος. Η άδεια θα χορηγηθεί αν η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος καθώς και στο πλαίσιο καλλιτεχνικής έκφρασης. Η αίτηση γίνεται από τον Υπεύθυνο Επεξεργασίας και εκδίδεται για ορισμένο χρόνο (αρθρ. 7), ενώ τα έντυπά της είναι τυποποιημένα και μπορεί κανείς να τα ανεύρει στην ως άνω ηλεκτρονική διεύθυνση.

Εξαίρεση στην εξαίρεση προβλέπει το άρθρο 7Α, το οποίο επιτρέπει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ακόμη και ευαίσθητων, χωρίς γνωστοποίηση και άδεια από την Αρχή, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) όταν η επεξεργασία πραγματοποιείται για σκοπό που αφορά σχέση εργασίας, έργου ή παροχής υπηρεσιών στο δημόσιο τομέα και το υποκείμενο έχει ενημερωθεί, β) όταν αφορά πελάτες ή προμηθευτές, εφόσον τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται σε τρίτους (δεν λογίζονται τρίτοι τα δικαστήρια και οι δημόσιες αρχές), γ) όταν γίνεται από σωματεία, εταιρείες και πολιτικά κόμματα για δεδομένα μελών που έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους και δεν κοινοποιούνται σε τρίτους, δ) όταν αφορά δεδομένα υγείας και γίνεται από ιατρούς ή άλλα πρόσωπα στο χώρο της υγείας, που δεσμεύονται από το απόρρητο, ε) όταν η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους και δικαστικούς επιμελητές και αφορούν την παροχή νομικών υπηρεσιών, εφ’ όσον αυτοί δεσμεύονται από υποχρέωση απορρήτου.

Τέλος, η επεξεργασία είναι απόρρητη, πρέπει να γίνεται από πρόσωπα με επαγγελματική κατάρτιση, υπό τον έλεγχο του Υπεύθυνου Επεξεργασίας, να λαμβάνονται τα κατάλληλα οργανωτικά ή τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων. Ο Υπεύθυνος Επεξεργασίας οφείλει να ενημερώνει το υποκείμενο για τη συλλογή των δεδομένων, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες αυτής, καθώς και την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. Αυτό αφορά το δικαίωμα του υποκειμένου να γνωρίζει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υπόκεινται επεξεργασία και, κατόπιν σχετικού του ερώτημα προς τον Υπεύθυνο Επεξεργασίας, πρέπει να λαμβάνει έγγραφη απάντηση σχετικά με όλα τα δεδομένα που επεξεργάζονται, τους σκοπούς και τους αποδέκτες τους, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τον τρόπο της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, τη διόρθωση ή διαγραφή των δεδομένων και την κοινοποίηση αυτών σε τρίτους (αρθρ. 10-12).

Για τις παραβιάσεις του ανωτέρω νόμου και την παραβίαση του απορρήτου των προσωπικών δεδομένων ο θιγόμενος μπορεί να ζητήσει και αποζημίωση και άλλη αποκατάσταση.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932 455478.

 

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , , , , , ,

Αποζημίωση από εισπρακτική εταιρία

Απόφαση του Δικηγορικού μας Γραφείου:

Με απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας που αναγνωρίζει την υποχρέωση πιστωτικού ιδρύματος να καταβάλει στον εντολέα μας, και οφειλέτη του πρώτου, ποσό περί τις 6.000 ευρώ ως ηθική βλάβη για την παράνομη μεταβίβαση των προσωπικών του δεδομένων σε δικηγορικό γραφείο, το οποίο λειτουργούσε εν είδει εισπρακτικής και παρενοχλούσε επανειλημμένως  τον οφειλέτη, συνεχίζουμε, ως γραφείο, να συμβάλλουμε στην εδραίωση της νομολογιακής τάσης που δικαιώνει τους οφειλέτες, αναγνωρίζοντας την εκτροχιασμένη κατάσταση  στην οποία έχουν οδηγήσει οι θρασείς και παράνομες πρακτικές των πιστωτικών ιδρυμάτων σε συνεργασία με τις εισπρακτικές εταιρείες σήμερα.

Η υπ’ αριθμ. 27/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας έκανε δεκτό ότι η τραπεζική εταιρεία με την οποία ο εντολέας μας είχε συνάψει δανειακή σύμβαση, παραβίασε τον νόμο 2472/1997 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων διαβιβάζοντας ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του σε δικηγορική εταιρεία -χωρίς προηγούμενή του ενημέρωση, πολλώ δε μάλλον συναίνεσή του– τα οποία η εταιρεία καταχώρησε στο αρχείο της και τα χρησιμοποίησε, αφ’ ενός για να επιβεβαιώσει τα στοιχεία αυτά από τον οφειλέτη, αφ’ ετέρου για να ενημερώσει τον ίδιο  για τις οφειλές του, αιφνιδιαστικά και κατ’ επανάληψη.

Η τραπεζική εταιρεία, λόγω της μη ομαλής εξέλιξης της δανειακής σύμβασης, ζήτησε από το δικηγορικό γραφείο να αναλάβει την «ενημέρωση» του οφειλέτη, το οποίο κι έπραξε, προβαίνοντας σε τηλεφωνικές οχλήσεις στο κινητό του, σε καθημερινή βάση, ακόμη και ημέρα Σάββατο, προκαλώντας σε αυτόν μεγάλη ψυχική αναστάτωση, θυμό και οργή, τόσο από την παρενόχληση, όσο και από το γεγονός ότι τα –ευαίσθητα- προσωπικά του στοιχεία μεταβιβάστηκαν σε τρίτο, χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή του, ούτε και, φυσικά, συγκατάθεσή του. Ο ισχυρισμός περί του αντιθέτου από την εναγόμενη απορρίφθηκε από το δικαστήριο, διότι το κείμενο της σύμβασης που προέβαλε η τράπεζα ως απόδειξη της ενημέρωσης του οφειλέτη δεν περιελάμβανε με σαφή και αναμφίβολο τρόπο την ενημέρωση, ούτε κι έγινε αυτή μεταγενέστερα, πριν τη διαβίβαση των στοιχείων στη δικηγορική εταιρεία.

Άλλωστε, για την νομιμότητα της εν λόγω διαβίβασης δεν απαιτείται απλώς η ενημέρωση, αλλά και η συγκατάθεση του οφειλέτη, ήτοι η «ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επίγνωση», με την οποία ο οφειλέτης «δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το(ν) αφορούν», κάτι που δεν συνέβη, βεβαίως, στην προκείμενη περίπτωση. Ακόμη, περαιτέρω, κι αν η υπογραφή της σύμβασης από τον οφειλέτη θεωρούνταν ως συγκατάθεση, θα υπήρχε σαφής ανάκληση εκ μέρους του με την καταγγελία που είχε υποβάλει στην Υπηρεσία Πελατών της τράπεζας. Το δικηγορικό γραφείο δεν ενήργησε υπό τη δικηγορική του ιδιότητα, αλλά ως εταιρεία ενημέρωσης, όπως ρητώς δέχεται η απόφαση, λόγω των συχνών τηλεφωνημάτων προς τον οφειλέτη και της επεξεργασίας και καταχώρησης των δεδομένων του από το ίδιο.

Έτσι, η απόφαση δέχθηκε ότι οι παράνομες ενέργειες του πιστωτικού ιδρύματος προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος οφειλέτη και του προκάλεσαν σημαντική ηθική βλάβη, ενόψει δε του μεγέθους αυτής και των συνθηκών τέλεσής της, το δικαστήριο κατέληξε ότι η εύλογη ικανοποίηση του ενάγοντος πρέπει να οριστεί στο ποσό των 6.000 ευρώ περίπου, απορρίπτοντας παράλληλα τόσο τον ισχυρισμό περί καταχρηστικότητας της άσκησης της αγωγής αυτής, όσο και τον ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος που προέβαλε η εναγόμενη τράπεζα.

Είναι μία ακόμη απόφαση που έρχεται ώστε να εδραιώσει την νομολογία των δικαστηρίων που τάσσονται σωρηδόν κατά των τραπεζών, των εισπρακτικών εταιρειών και των παράνομων τακτικών και των δύο, για τις οποίες οφείλουν να αποζημιώνουν τους οφειλέτες τους, καθώς, με την παράνομη μεταβίβαση των ευαίσθητων προσωπικών τους δεδομένων αφ’ ενός και την κατ’ επανάληψη όχλησή τους αφ’ ετέρου, τους προκαλούν σημαντική ψυχική αναστάτωση, οργή, θυμό και, ως εκ τούτου, ηθική βλάβη.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , ,

Εγκλήματα κατά της τιμής

 Ποινικά αδικήματα  – πλημμελήματα

Τα βασικά εγκλήματα κατά της τιμής που σήμερα τυποποιούνται στον Ποινικό Κώδικα είναι η εξύβριση, κατ’ άρθρο 361, η δυσφήμηση κατ’ άρθρο 362 και η συκοφαντική δυσφήμηση κατ’ άρθρο 363. Πολλές φορές η διάκριση μεταξύ τους αποδεικνύεται δύσκολη και στην κοινή γνώμη οι τρεις έννοιες συχνά συγχέονται μεταξύ τους. Για να γίνουν ευκολότερα οι διαφορές των τριών εγκλημάτων μεταξύ τους, είναι σκόπιμο να γίνει ανάλυση:

Απλή δυσφήμηση: Σύμφωνα με το άρθρο 362 του Π.Κ., «όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή». Όμως, αν το γεγονός είναι αληθές κι αυτό αποδειχθεί, η πράξη μένει ατιμώρητη. Σημειωτέον, πάντως, ότι η απόδειξη γεγονότος που αφορά ζήτημα του οικογενειακού ή του ιδιωτικού βίου που δεν θίγει το δημόσιο συμφέρον, η διάδοση του οποίου έγινε κακόβουλα, είναι απαγορευμένη (αρ. 366 παρ. 1). Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι στην περίπτωση αυτή αποκλείεται και το ενδεχόμενο της τιμωρίας για εξύβριση, αν από το τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης (αρ. 366 παρ. 3).

Όσον αφορά το (επικουρικό) αδίκημα της εξύβρισης, από τη διάταξη του αρ. 361 παρ. 1 προκύπτει ότι «όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης… προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους». Εν προκειμένω ενδιαφέρει ο δράστης να προσβάλλει την τιμή κάποιου, χωρίς να προϋποτίθεται η παρουσία τρίτου προσώπου ούτε η διάδοση συγκεκριμένου ισχυρισμού. Αρκεί το γεγονός ότι ο λόγος ή το έργο έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή της τιμής του άλλου.

Η δε συκοφαντική δυσφήμηση προβλέπεται στο άρθρο 363 του Π.Κ. και προσθέτει στη διάταξη της απλής συκοφαντικής δυσφήμησης την πρόσθετη περίσταση όπου το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος το γνωρίζει, διαδίδοντάς το. («Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.»)

Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 367 του Π.Κ. παρ. 1, οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή λοιπές επαγγελματικές εργασίες, οι δυσμενείς εκφράσεις που περιέχονται σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα που ανάγονται στον κύκλο της υπηρεσίας της καθώς και οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον δεν εμπίπτουν σε καμία από τις τρεις ως άνω κατηγορίες αδικημάτων και δεν αποτελούν, ως εκ τούτου, άδικες πράξεις. Ο κανόνας αυτός αίρεται, όμως, όταν οι ως άνω κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης και όταν από τις συνθήκες που τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης (αρ. 367 παρ. 2)

Τέλος, κατά κανόνα, τα εγκλήματα κατά της τιμής είναι κατ’ έγκληση διωκόμενα, δηλαδή πρέπει να ζητήσει την τιμωρία του δράστη ο ίδιος ο παθών με έγκληση (μήνυση), όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 368 του Π.Κ.

Επίσης για όλα τα παραπάνω μπορεί να ζητηθεί και αποκατάσταση της φήμης, του ονόματος με δημόσιες αναρτήσεις ή άλλους τρόπου ή και ανάλογη αποζημίωση ώστε να ικανοποιηθεί ο παθών για την ηθική του βλάβη έστω χρηματικά.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , ,

Εισπρακτικές εταιρίες

Προσωπικά δεδομένα

Με αφορμή την εξέταση σειράς καταγγελιών από πολίτες εις βάρος πιστωτικού ιδρύματος, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Α.Π.Δ.Π.Χ.) εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 98/2017 απόφασή της, σύμφωνα με την οποία, η διάθεση των δεδομένων των οφειλετών από τις τράπεζες στις Εταιρείες Ενημέρωσης Οφειλετών (ενν. Εισπρακτικές), πρέπει να γίνεται αφού έχει προηγηθεί ειδική ατομική ενημέρωση των οφειλετών αυτών.

Όπως διαπιστώθηκε από δειγματολογική έρευνα που διενήργησε η Α.Π.Δ.Π.Χ., η ενημέρωση που κατά κανόνα λαμβάνει χώρα από τα πιστωτικά ιδρύματα είναι γενική κι αφηρημένη, τυποποιημένη και τίθεται εντός των αρχικών συμβάσεων ή εντός των τροποποιήσεων αυτών, πολύ συχνά ως Γενικός Όρος Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.). Το περιεχόμενο δε αυτής αφορά κυρίως το δικαίωμα του δανειστή να μεταφέρει (γενικώς και απροσδιορίστως) τα στοιχεία του οφειλέτη σε τρίτους, δηλαδή σε εισπρακτικές εταιρείες, στην περίπτωση που οι οφειλές του καταστούν ληξιπρόθεσμες, ώστε να διενεργήσει εκείνη τη διαπραγμάτευση αντί της δανείστριας τράπεζας. Μάλιστα, οι Γ.Ο.Σ. αναφέρονται απλώς στο «ενδεχόμενο» άσκησης του δικαιώματος αυτού.

Το γεγονός είναι, όμως, ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού χωρίς προηγούμενη –και συγκεκριμένη- ενημέρωση του οφειλέτη συνεπάγεται δυσμενείς συνέπειες για τον ίδιο, κάτι το οποίο και νομολογιακά έχει γίνει παραδεκτό (πχ με την Α.Π. 1740/2013). Άλλωστε, από τη συνήθη πρακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων να αναθέτουν την «ενημέρωση» των οφειλετών σε περισσότερες, διαδοχικά, Εταιρείες Ενημέρωσης, μπορεί να δυσχεράνει έτι περισσότερο την προστασία του οφειλέτη, καθώς τον αποστερεί πλήρως από τη δυνατότητα να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, ιδίως της πρόσβασης και αντίρρησης (άρθρα 12 και 13 του ν. 2472/1997). Είναι εμφανές ότι η μη έγκαιρη και επαρκής ενημέρωση του οφειλέτη αναφορικά με τη μεταβίβαση των στοιχείων του σε τρίτο μέρος αποκλείει την άσκηση κάθε δυνατής νόμιμης ενέργειάς του κατά της μεταβίβασης αυτής.

Ως εκ τούτου, με την παρούσα και υπ’ αριθμ. 98/2017, η Α.Π.Δ.Π.Χ. εξειδικεύει τους απαιτούμενους όρους για την επάρκεια της ενημέρωσης, όσον αφορά τόσο το περιεχόμενό της, όσο και το χρόνο και τρόπο πραγματοποίησής της. Συγκεκριμένα, η διάθεση των δεδομένων των οφειλετών από τις τράπεζες προς τις Εισπρακτικές θα πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη ατομικώς και ειδικώς από την ίδια την τράπεζα σε εύλογο χρονικό διάστημα πριν τη διενέργεια της διάθεσης, ώστε να αφήνεται στον οφειλέτη το αντίστοιχο, εύλογο επίσης, περιθώριο να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του. Για το σκοπό αυτό, η ενημέρωση πρέπει να γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο και είναι αυτονόητο πως πρέπει να λαμβάνει χώρα σε κάθε ξεχωριστή μεταβίβαση δεδομένων από την τράπεζα σε Εισπρακτική Εταιρεία.

Εάν οι τράπεζες δεν τηρούν τα παραπάνω αλλά και στην περίπτωση που νόμιμα διαθέτουν τα απόρρητα στοιχεία,  όμως οι εισπρακτικές παίρνουν πάνω από 2 τηλέφωνα την εβδομάδα ή απειλούν ή και μιλούν προσβλητικά και ενοχλούν και άλλους στην  ίδια στέγη ή στην εργασία δικαιούστε να ασκήσετε αγωγή για αποζημίωση που ανέρχεται περί τις 6.000 ευρώ.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Αποζημίωση απόλυσης

Απόφαση Αρείου περί μη καταχρηστικότητας από καθυστέρηση αγωγής

Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 909/2017 απόφαση του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου, δεν κρίνεται καταχρηστική, κατά το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.) η άσκηση αξίωσης αποζημίωσης, προερχόμενης από σύμβαση εργασίας, από τον εργαζόμενο προς τον εργοδότη, ακόμη κι αν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τριών ετών από την ημέρα της απόλυσης, κατά το οποίο ο εργαζόμενος δεν προέβη σε κάποια σχετική διαμαρτυρία.

Εν προκειμένω, η απόφαση αφορά εργάτη στην Εγνατία Οδό, ο οποίος διεκδίκησε ποσό περί τις 250.000 ευρώ από μη καταβληθείσες αποδοχές για υπερωριακή εργασία κι απασχόληση τις Κυριακές, κίνηση στην οποία προέβη μετά από τρία χρόνια -πλήρους σιγής και απουσίας διαμαρτυρίας- από το χρόνο απόλυσής του. Τόσο το Πρωτοδικείο όσο και το Εφετείο απέρριψαν την αγωγή του αυτή, λόγω πρόσκρουσης στο άρθρο 281 Α.Κ.

Ειδικότερα, αρχικά κρίθηκε ότι η άσκηση της αγωγής, κατόπιν παρέλευσης τριών ετών από την απόλυση, γίνεται καταχρηστικά, καθώς το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησε εύλογη πεποίθηση στον εργοδότη ότι τέτοιου είδους αξίωση δεν επρόκειτο να ασκηθεί από τον εργαζόμενο. Δηλαδή, θεωρήθηκε ότι ο εργάτης, αδρανώντας για κάποιο, και μάλιστα μεγάλο, χρονικό διάστημα, έχει απολέσει το δικαίωμα αξίωσης των μη καταβληθέντων αποδοχών του. Συμπέραναν, επομένως, και το Πρωτοδικείο και το Εφετείο ότι η απουσία αντίρρησης ή επιφύλαξης εκ μέρους του εργάτη τόσο κατά τη διάρκεια της σύμβασης όσο και κατά την καταγγελία αυτής και η επάνοδός του τρία έτη μετά την απόλυση, ενείχαν στοιχεία καταχρηστικότητας, με αποτέλεσμα η αγωγή του να μην μπορεί να γίνει δεκτή.

Αντίθετη ήταν, όμως, η κρίση του Αρείου Πάγου, ο οποίος δέχθηκε αφ’ ενός ότι «επί αξιώσεων απολυθέντος εργαζομένου για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, επιδομάτων κ.λπ., μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργοδότη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο (σ.σ.: τον εργοδότη) ότι δεν προτίθεται ν’ ασκήσει (σ.σ.: ο εργαζόμενος) τις αξιώσεις αυτές», αφ’ ετέρου πως το Εφετείο, η απόφαση του οποίου αναιρεσιβάλλονταν, εσφαλμένα έκρινε και εφάρμοσε το άρθρο 281 Α.Κ., καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνταν για τη διάγνωση της καταχρηστικότητας. Κάνοντας τα ως άνω δεκτά, αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και την ανέπεμψε στο Εφετείο, ώστε να εκδικασθεί εκ νέου, από διαφορετική σύνθεση δικαστών.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

Διεκδίκηση δεδουλευμένων μισθών

Νέα γρήγορη διαδικασία είσπραξης μισθών με διαταγή πληρωμής

Με τον προσφάτως ψηφισθέντα Ν. 4488/2017 και συγκεκριμένα με το άρθρο 48 του νόμου, γίνεται τροποποίηση του άρθρου 636 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.) και συγκεκριμένα προστίθεται νέο άρθρο 636Α, το οποίο προβλέπει ρητώς δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής για οφειλόμενους μισθούς από τον εργαζόμενο, προβλέποντας παράλληλα τις προϋποθέσεις έκδοσης αυτής.

Συγκεκριμένα, κατά την παρ. 1 του άρθρου, η έκδοση διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού μπορεί να ζητηθεί, εφ’ όσον πληρούνται δύο προϋποθέσεις: αφ’ ενός, η σύναψη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και το ύψος του μισθού να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή και με απόφαση ασφαλιστικών, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης από τον οφειλέτη, κι αφ’ ετέρου, εφ’ όσον επιδοθεί έγγραφη όχληση με δικαστικό επιμελητή τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες πριν την κατάθεση της αίτησης. Τίθεται επίσης τεκμήριο ότι η εργασία που αντιστοιχεί στο μισθό έχει παρασχεθεί, το οποίο σημαίνει ότι, αν αυτό δεν ισχύει, θα πρέπει να αποδειχθεί από τον εργοδότη ότι η εργασία δεν έχει παρασχεθεί κι άρα ο μισθός δεν οφείλεται.

Η συζήτηση, δε, επί της αιτήσεως προσδιορίζεται κατά προτεραιότητα στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο και μάλιστα όχι πέραν των τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης. Η συντομία με την οποία θέλει ο νομοθέτης να συζητούνται οι υποθέσεις αυτές εκτείνεται και στην περίπτωση αναβολής της συζήτησης, στην οποία περίπτωση, ο νέος προσδιορισμός γίνεται υποχρεωτικώς εντός τριάντα ημερών. Πρόκειται, βεβαίως, για διάταξη με κοινωνικό και οικονομικό χαρακτήρα και απεικονίζει τη διάθεση της Πολιτείας να μην επιτρέπει σε τέτοιου είδους περιπτώσεις να εκτείνονται σε βάθος χρόνου, δίνοντας, καταφανώς, μία σημαντική ενίσχυση στους εργαζόμενους οι οποίοι, ενώ παρέχουν την εργασία τους, δεν λαμβάνουν τον αντίστοιχο μισθό.

Οι εν λόγω διατάξεις τάσσονται σαφώς με το μέρος του εργαζόμενου, κι αναγνωρίζουν μία κατάσταση που έχει επικρατήσει ως φαινόμενο στην ελληνική επικράτεια, ήτοι την αδικαιολόγητη μη καταβολή του μισθού στον εργαζόμενο. Κατά τούτο, οι προϋποθέσεις που τίθενται, αποδεικνύουν ενώπιον του δικαστηρίου ουσιαστικά την νόμιμη συμβατική σχέση εργασίας, το ύψος του μισθού και την προηγούμενη ενημέρωση του οφειλέτη εργοδότη, απαιτήσεις εύλογες από το νομοθέτη.

Κατά τα λοιπά, το τεκμήριο που παρέχεται ως προς την εκ προοιμίου παραδοχή της παροχής της εργασίας από τον εργαζόμενο προς τον εργοδότη, είναι ένα αναμφισβήτητο νομικό πλεονέκτημα του πρώτου, ώστε να διευκολύνεται η απόδειξη της νόμιμης απαίτησης του.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , ,

Παράνομες χρεώσεις τραπεζών

Σπανίως αναλογίζεται κανείς τη σχετικά μικρή επιβάρυνση που έχει μία (δια)τραπεζική συναλλαγή, όπως σε αποστολές εμβασμάτων, συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες ή χρεωστικές, δηλαδή τις μικρές χρεώσεις που συνιστούν την προμήθεια των τραπεζών στις διάφορες συναλλαγές. Εξατομικευμένα, σε κάθε μεμονωμένη συναλλαγή, τα ποσά φαίνονται μικρά, όμως, αν προστεθούν τα ποσά που καταβάλλει ως προμήθεια ένας μέσος πολίτης στις συναλλαγές του, πολλώ δε μάλλον το σύνολο των πολιτών, είτε πρόκειται για απλούς ιδιώτες, δανειολήπτες ή επιχειρηματίες, αναδεικνύεται το τεράστιο ύψος του παράνομου και καταχρηστικού κέρδους των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις πρακτικές αυτές.

Ήδη από το 2001, με την υπ’ αριθμ. 1219/2001 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος καταδίκασε ως άκυρους σειρά Γενικών Όρων Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) πιστωτικού ιδρύματος οι οποίοι προέβλεπαν σχετικές επιβαρύνσεις, ενώ η νομολογία συνέχισε τα επόμενα χρόνια στο ίδιο μοτίβο, χωρίς όμως να πτοηθούν οι πρακτικές των τραπεζών. Ακόμη και η ανταπόκριση της Πολιτείας, η οποία εξέδωσε δύο σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις, το 2008 και το 2011, δεν στάθηκε ικανή να αναχαιτίσει την αυθαιρεσία των τραπεζών. Αλλά και από πλευράς πολιτών, δεν έχει υπάρξει ιδιαίτερη κινητοποίηση, γεγονός που οφείλεται τόσο στην ελλιπή ενημέρωσή τους, όσο και στο γεγονός ότι μεμονωμένα δεν θα μπορούσαν παρά να διεκδικήσουν μικροποσά.

Όσον αφορά τους δανειολήπτες, ως καταχρηστική κρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 430/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά και από την πολιτεία με την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, ο υπολογισμός των τόκων με βάση 360 ημερών αντί 365 για το έτος, η επιβάρυνση με τόκους για ολόκληρο το ποσό στεγαστικού δανείου, μολονότι έχει γίνει χρήση μόνον μέρους του, η περί τα 2,5% του προεξοφλούμενου κεφαλαίου επιβάρυνση σε περίπτωση πρόωρης προεξόφλησης (πέναλτι), τα έξοδα χρηματοδότησης του δανείου (περί το 1% του δανείου), τα έξοδα φακέλου, τα έξοδα διαχείρισης, τα έξοδα αξιολόγησης αίτησης κ.ο.κ. Μεταξύ των καταχρηστικών αυτών πρακτικών ανήκει και η μονομερής προσαρμογή του κυμαινόμενου επιτοκίου από τα πιστωτικά ιδρύματα. Αυτοί οι όροι, που συναντώνται κατά κανόνα στα «ψιλά γράμματα» των συμβάσεων, αντιτίθενται και στον νόμο περί προστασίας του καταναλωτή, καθώς κρίθηκαν από σειρά αποφάσεων ως αόριστοι και παραπλανητικοί, κι οπότε αδιαφανείς (ΕφΑθ 6547/2009, 5253/2003 κ.α).

Έτσι σε περιπτώσεις διαταγών πληρωμής και πλειστηριασμών κερδίζουμε την απόρριψη των διώξεων-εκτελέσεων λόγω αοριστίας και καταχρηστικότητας των απαιτήσεων των τραπεζών.

Αντίστοιχου βεληνεκούς αυθαιρεσία λαμβάνει χώρα στις διατραπεζικές αποστολές εμβασμάτων, ακόμη κι όταν γίνεται ηλεκτρονικά, μέσω ebanking. Η υπ’ αριθμ. Ζ1 21/12-1-2011 Υπουργική Απόφαση και η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει κρίνει παράνομες και καταχρηστικές τις χρεώσεις προμήθειας σε καταθέσεις σε λογαριασμό τρίτου, όπως και την επιβολή εξόδων κίνησης σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου ή τρεχούμενους, την επιβολή εξόδων αδράνειας σε καταθετικούς λογαριασμούς, την επιβολή εξόδων τήρησης και παρακολούθησης στους λογαριασμούς καταθέσεων κ.α.

Τέλος, αξίζει μνεία η Ευρωπαϊκή Οδηγία 751/2015, η οποία ψηφίστηκε το Μάρτιο του 2015 και τέθηκε σε εφαρμογή τον Οκτώβριο του ιδίου έτους και την οποία μέχρι σήμερα η Ελλάδα δεν έχει θέσει σε εφαρμογή, έχοντας βρει απέναντί της την αντίδραση της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών. Η Οδηγία, η οποία αφορά κατά κανόνα τις επιχειρήσεις που συναλλάσσονται μέσω χρεωστικών και πιστωτικών καρτών, ορίζει πλαφόν στις προμήθειες των Τραπεζών κατά την εκτέλεση των συναλλαγών το 0,3% επί της αξίας οποιασδήποτε διασυνοριακής συναλλαγής με πιστωτική κάρτα και 0,2% επί της αξίας οποιασδήποτε διασυνοριακής συναλλαγής με χρεωστική κάρτα, ενώ για τις εγχώριες συναλλαγές, η προμήθεια των τραπεζών για τις συναλλαγές είναι 0,2% επί του ετήσιου μέσου όρου όλων των πληρωμών με τη χρήση χρεωστικών καρτών. Στην Ελλάδα, τα αντίστοιχα έξοδα προμήθειας κυμαίνονται μεταξύ του 2 με 3% για τις αντίστοιχες συναλλαγές.

Στη σύγχρονη εποχή, κατά την οποία οι συναλλαγές διενεργούνται μέσω e-banking, μέσω πλαστικού χρήματος κι έχουν αποκτήσει σημαντικά ευρωπαϊκό και διεθνή χαρακτήρα, οι «μικρές» αυτές χρεώσεις οδηγούν τα πιστωτικά ιδρύματα σε αρκετά υψηλά κέρδη, τα οποία όμως, σε μεγάλο βαθμό έχουν ήδη κριθεί καταχρηστικά και παράνομα. Η ελλιπής ενημέρωση των πολιτών και το γεγονός ότι εξατομικευμένα τα ποσά φαίνονται χαμηλά είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο τα τραπεζικά ιδρύματα είναι σε θέση να εξακολουθούν τις πρακτικές τους, χωρίς να αντιμετωπίζουν κάποια αντίσταση ή αντίδραση από το ευρύ κοινό.

Επίσης λίγοι είναι αυτοί που θα διεκδικήσουν εξώδικα ή δικαστικά τα όσα έχουν  καταβάλει χωρίς πραγματικά να τα οφείλουν κι αυτό διότι θεωρούν ότι θα δαπανήσουν αρκετό χρόνο-χρήμα  αν και στην πραγματικότητα αυτό αποτελεί καλή επένδυση, διότι ειδικά στις περιπτώσεις μακροχρόνιων συναλλαγών,   οι εκτιμήσεις των ειδικών οικονομολόγων αποδεικνύουν πολύ μεγάλο κέρδος για τους διεκδικητές.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,