RSS

Category Archives: ΑΚΙΝΗΤΑ και ΧΡΕΗ.

ΠΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΣΕΙ Η ΤΙΜΗ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΣΤΟΝ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟ;

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΘΕΙ Ο ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ;

            Από την 1η Ιανουαρίου του 2022 τέθηκε σε ισχύ το νέο άρθρο του 966 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με το οποίο, μέσω των διαδοχικών προσπαθειών εκπλειστηριασμού ενός ακινήτου, η τιμή προσφοράς του μπορεί να βρεθεί ουσιαστικά σε «ελεύθερη» πτώση και να εκποιηθεί ακόμη και σε τιμή κατά πολύ χαμηλότερη της πραγματικής εμπορικής του αξίας.

            Τί ισχύει όμως στην πραγματικότητα;

            Το περιεχόμενο του νέου και ήδη σε ισχύ άρθρου ορίζει ότι, εάν ο αρχικός πλειστηριασμός αποβεί άγονος, τότε πραγματοποιείται για δεύτερη φορά, στην ίδια τιμή πρώτη προσφοράς. Εάν και την δεύτερη φορά ο πλειστηριασμός αποβεί άγονος, τότε, την τρίτη φορά, ο πλειστηριασμός πραγματοποιείται με την τιμή στο 85% της πρώτης προσφοράς κι αν και πάλι ο πλειστηριασμός αποβεί άγονος, την τέταρτη φορά, ο πλειστηριασμός πραγματοποιείται στο 65% της τιμής πρώτης προσφοράς. Εάν και την τέταρτη φορά αποβεί άγονος, υπάρχει δυνατότητα, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον (δηλαδή, μέσω δικαστικής απόφασης) να επιδιωχθεί η εκποίηση του ακινήτου σε ελεύθερη τιμή, ήτοι σε τιμή ακόμη και κατώτερη του 65% της τιμής πρώτης προσφοράς.

            Η πρώτη ανάγνωση των ανωτέρω οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υφίσταται ένας πολύ ορατός κίνδυνος για τον οφειλέτη να βρεθεί στην πραγματικά δυσάρεστη θέση να εκπλειστηριαστεί το ακίνητό του σε μία πραγματικά εξευτελιστική τιμή – σημειωτέον άλλωστε ότι κατά κανόνα οι Τράπεζες «εκτιμούν» τα ακίνητα σε ήδη παράλογα κι εξωφρενικά χαμηλές τιμές κατά τον προσδιορισμό της τιμής προσφοράς – ώστε είναι πιθανή και η απώλεια του ακινήτου και η μη απόσβεση της οφειλής του οφειλέτη κατά μεγάλο μέρος, λόγω του «ελλειμματικού» εκπλειστηριάσματος.

            Υπάρχουν όμως πολύ απλοί και πρακτικοί τρόποι ο οφειλέτης να προστατευθεί από αυτό το πραγματικά απευκταίο σενάριο, το οποίο για έναν αδρανή στις νομικές εξελίξεις οφειλέτη μπορεί να αποδειχθεί δυστυχώς ρεαλιστικό. Το πρώτο που απαιτείται από τον δανειολήπτη είναι να βρίσκεται σε εγρήγορση και τα αντανακλαστικά του να είναι άμεσα. Εφ’ όσον λοιπόν η υπόθεσή του οδηγείται στον πλειστηριασμό, το πρώτο βήμα γίνεται με την κατάθεση ανακοπής ή/και ασφαλιστικών μέτρων κατά της έκθεσης κατάσχεσης, με στόχο είτε την ακύρωσή της (εάν υφίσταται λόγος προς τούτο) ή, ιδίως, την αύξηση της τιμής της πρώτης προσφοράς, στο επίπεδο τουλάχιστον της πραγματικής εμπορικής αξίας του ακινήτου, που σπανίως αποτυπώνει η εκτίμηση των Τραπεζών, ή ακόμη και σε μία «ιδανική» εμπορική αξία. Με αυτόν τον τρόπο, οι αλλεπάλληλες μειώσεις κατά την τρίτη και την τέταρτη φάση του πλειστηριασμού στην τιμή πρώτης προσφοράς δεν θα έχουν τόσο αντίκτυπο σε βάρος του οφειλέτη.

            Δεύτερον, ακόμη κι αν φτάσει κανείς σε αυτό το πέμπτο επίπεδο πτώσης τιμής, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μία καλά προετοιμασμένη νομική παρουσία του οφειλέτη στο δικαστήριο θα είναι σε θέση να αποδείξει ότι η εκπλειστηρίαση ακινήτου σε εξευτελιστική τιμή αποτελεί όχι απλώς δυσοίωνο και άδικο σενάριο για τον δανειολήπτη, αλλά και εξόχως καταχρηστική ενέργεια εκ μέρους της Τραπέζης. Το οποίο πρακτικά σημαίνει ότι ο οφειλέτης θα είναι σε θέση να εμποδίσει την περαιτέρω πτώση της τιμής πρώτης προσφοράς του προς πλειστηριασμό ακινήτου του.

            Πολύ περισσότερο, το ίδιο άρθρο δίνει στον οφειλέτη το δικαίωμα, μετά την τέταρτη άγονη έκβαση του πλειστηριασμού, να απευθυνθεί ο ίδιος στο δικαστήριο, με αίτημα την απελευθέρωση του ακινήτου του, το οποίο θα βασίζεται ακριβώς στον κίνδυνο της εκποίησης του ακινήτου αντί πινακίου φακής, κατά τρόπο όχι απλώς αθέμιτα ζημιογόνο, αλλά και καταχρηστικό προς τον ίδιο. Έτσι, ο προετοιμασμένος νομικά οφειλέτης θα μπορέσει ουσιαστικά να «ανατρέψει» αυτήν την εκ πρώτης όψεως δυσοίωνη για τον ίδιο διαδικασία και να διεκδικήσει την απεμπλοκή του από τον πλειστηριασμό!

            Απαραίτητη προϋπόθεση, σε κάθε περίπτωση, είναι η εξ αρχής έγκαιρη απεύθυνση του οφειλέτη σε εξειδικευμένους νομικούς συμπαραστάτες, οι οποίοι, διά της ειδικεύσεώς τους και της εμπειρίας τους, θα μπορέσουν να τον καθοδηγήσουν υπεύθυνα στις καταλληλότερες νομικές ενέργειες, που θα κατατείνουν στη βέλτιστη υπεράσπιση των συμφερόντων και δικαιωμάτων του.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με μισθώσεις ακινήτων και ζητήματα πλειστηριασμών καλέστε στο δικηγορικό γραφείο για ραντεβού και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 

Σε ποια τιμή βγαίνουν τα ακίνητα στον πλειστηριασμό;

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με μισθώσεις ακινήτων και ζητήματα πλειστηριασμών καλέστε στο δικηγορικό γραφείο για ραντεβού και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 

Απόφαση ΔΕΕ για ελβετικό φράγκο-Ταφόπλακα. Υπάρχει ελπίδα;

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ:

ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΕΣ;

            Την Τρίτη, 21.12.2021, εκδόθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) η πολυαναμενόμενη απόφαση επί της υπ’ αριθμ. C243/20 υπόθεσης, στην οποία πλειάδα Ελλήνων Δανειοληπτών είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους. Η συγκεκριμένη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος σε Συλλογική Αγωγή Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και η σημασία της ήταν σπουδαία, δεδομένου του αρνητικού προηγούμενου που είχε δημιουργήσει η πολύκροτη και αρνητική για τους δανειολήπτες υπ’ αριθμ. 4/2019 Απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, καθώς και οι σχετικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο της Χώρας εντεύθεν.

Δυστυχώς, ακόμη μία φορά, οι ελπίδες των δανειοληπτών διαψεύστηκαν, καθώς η απόφαση του Δ.Ε.Ε. θεωρείται, ήδη, μία πανηγυρική νίκη για τις Τράπεζες.

            Ποιο είναι το όλο ζήτημα; Ουσιαστικά, οι δανειολήπτες σε Ελβετικό Φράγκο, όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές Χώρες, επιδίωξαν να αμβλύνουν την ζημία που υπέστησαν όταν η μέχρι πρότινος συμφέρουσα συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου κατέρρευσε  και οι δόσεις των στεγαστικών δανείων τους οδηγήθηκαν στα ύψη, μέσω, μεταξύ άλλων, της αναγνώρισης ότι η ρήτρα της πληρωμής της εκάστοτε δόσης με βάση την τρέχουσα ισοτιμία είναι καταχρηστική, δεδομένων των συνθηκών, προκρίνοντας ως πιο δίκαιη λύση την αναδρομή στην αρχική ισοτιμία. Το οποίο, σε ανθρώπινο επίπεδο είναι κατανοητό, ακόμη και θεμιτό, αλλά δυστυχώς όχι απαραίτητα και σε νομικό. Κι αυτό που αναγνώρισε το Δ.Ε.Ε., αυτό που αναγνώρισε και ο Άρειος Πάγος, είναι ότι αυτή η ρήτρα επαναλαμβάνει στην πραγματικότητα το εθνικό δίκαιο (άρθρο 291 Α.Κ.) κι ως εκ τούτου δεν μπορεί να ελεγχθεί για καταχρηστικότητα. Με απλά λόγια, η ρήτρα αυτή επαναλαμβάνει εθνικό δίκαιο, κι άρα δεν ελέγχεται. Άλλωστε, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι το συγκεκριμένο άρθρο ισχύει από χρόνια πριν και, πολύ περισσότερο, ότι ήταν αυτή ακριβώς η ρήτρα που καθιστούσε τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο επωφελή. Βλέπουμε, επομένως, ότι από νομικής άποψης, δεν είναι απαραίτητα άστοχη η απόφαση του Δ.Ε.Ε., ούτε του Αρείου Πάγου, ακόμη κι εάν βρίσκεται ενάντια στα συμφέροντα των δανειοληπτών.

            Είναι όμως και δίκαιη; Σήμερα, ξέρουμε πλέον, λίγο ή πολύ, ότι το Τραπεζικό Σύστημα προέβλεπε την μεταβολή της ισοτιμίας και ότι σε αυτήν ουσιαστικά επένδυσε για να δώσει φαινομενικά επωφελή δανειακά προϊόντα για τους δανειολήπτες, που όμως, σε βάθος χρόνου, θα αύξαναν την κερδοφορία της Τράπεζας. Επίσης, σήμερα ξέρουμε πλέον ότι οι Τράπεζες στις ενημερώσεις τους παρουσίαζαν την ισοτιμία ως ουσιαστικά αμετάβλητη, εμφανίζοντας τα δανειακά προϊόντα σε Ελβετικό Φράγκο ως μία ασφαλή και σίγουρη και στο διηνεκές συμφέρουσα επιλογή για τους δανειολήπτες, παραπλανώντας τους σε εγκληματικό βαθμό. Αυτό που οι Τράπεζες, βέβαια, δεν κατόρθωσαν να προβλέψουν μέσα στην φιλαργυρία τους, ήταν ότι οι δανειολήπτες δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στη διόγκωση της οφειλής τους κι ότι τα δάνεια θα «κοκκίνιζαν» στη συντριπτική πλειονότητά τους. Κάτι το οποίο, παρά τη φαινομενική «νίκη» τους σε νομικό επίπεδο δεν φαίνεται να μπορούν να ανορθώσουν. Διότι σήμερα το ζήτημα της οφειλής σε Ελβετικό Φράγκο έχει αναχθεί σε κοινωνικό φαινόμενο σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Το ζήτημα είναι, βέβαια, ότι μολονότι σήμερα ξέρουμε κάποια βασικά πράγματα για τα αίτια αυτού του φαινομένου, ήτοι την πλεονεξία των Τραπεζών, είναι πάρα πολύ δύσκολο να τα αποδείξουμε. Έτσι, ακόμη και θετικές αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. που θέτουν π.χ. τα κριτήρια της διαφανούς ενημέρωσης που δικαιούνταν οι Δανειολήπτες κι όφειλαν να τους παρέχουν οι Τράπεζες (C-212/20/18.11.2021, C-609/19/10.06.2021, C-776/19 έως C-782/19/10.06.2021), στην πραγματικότητα καθιστούν πολύ δύσκολη την πρακτική εφαρμογή τους, καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολο ο δανειολήπτης να αποδείξει ότι έλαβε ή δεν έλαβε ορισμένη και συγκεκριμένη ενημέρωση. Μάλιστα, στο πλαίσιο των Συλλογικών Αγωγών, είναι κατά κυριολεξία ακατόρθωτο, αφού χάνεται εντελώς η προσωπική υπόθεση στο γενικό πλαίσιο της «ομάδας».

            Τι μπορεί να γίνει σήμερα; Πολλοί δανειολήπτες, εξωθημένοι από την απελπισία μπροστά σε ένα πραγματικά τοξικό προϊόν που δεν μπορούσαν εν μέσω οικονομικής κρίσης κι εντεύθεν να αποπληρώσουν, οδηγήθηκαν σε Συλλογικές Αγωγές που μέσω ενίοτε νομικών ακροβατισμών επιδίωξαν, άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο γενναία, να επανορθώσουν μία πραγματική αδικία. Το ρίσκο όμως ήταν μεγάλο, και συγκεκριμένα να απολεσθεί από ένα «ομαδικό δεδικασμένο» η δυνατότητα αμφισβήτησης της οφειλής τους, κατ’ αρχήν τουλάχιστον. Φυσικά, τούτο δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι τα πρώτα χρόνια που εμφανίστηκε το φαινόμενο των Δανείων σε Ελβετικό Φράγκο η νομολογία του Δ.Ε.Ε. και των ελληνικών δικαστηρίων τασσόταν κατά κόρον υπέρ των δανειοληπτών, αλλά, όσο το φαινόμενο έπαιρνε διαστάσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, οι εθνικές και ευρωπαϊκές αποφάσεις «άλλαξαν στρατόπεδο» και τάχθηκαν αναφανδόν υπέρ του Τραπεζικού Συστήματος, ως ένα ακόμη δείγμα παροχής δικαιοπολιτικής προστασίας και κάλυψης του πιστωτικού συστήματος για να μην καταρρεύσει αυτό (άλλη είναι π.χ. οι ανακεφαλαιοποιήσεις των Τραπεζών μέσω Δημοσίου Χρήματος).

            Υπάρχει όμως τρόπος να παρακαμφθεί αυτή η δικαιοπολιτική προστασία των Τραπεζών και να δικαιωθεί ο δανειολήπτης σε Ελβετικό Φράγκο;

            Το κλειδί, ίσως, στην αποτελεσματική αμφισβήτηση της οφειλής και επαναφορά της σε φυσιολογικά επίπεδα δίχως νομικούς ακροβατισμούς και με έμφαση στα ιδιαίτερα στοιχεία και χαρακτηριστικά της κάθε μεμονωμένης υπόθεσης είναι η Αρνητική Αναγνωριστική Αγωγή. Μία αγωγή στην οποία θα εκτίθενται όλα τα συγκεκριμένα περιστατικά που οδήγησαν στην λήψη του δανείου (π.χ. το ζήτημα της ενημέρωσης: ο δανειολήπτης μπορεί να έχει στην κατοχή του τις ενδεικτικές δόσεις που θα καλούνταν να πληρώσει σε βάθος χρόνου ή να ενημερώθηκε για το δάνειο παρουσία μαρτύρων ή να συντρέχει στην περίπτωσή του κάποια προϋπόθεση που αποδεικνύει την ελλιπή ενημέρωση που έλαβε), αλλά και η (κακή) διαχείριση του δανείου του από την πιστώτριά του.

Διότι, διαπιστώνεται πολλές φορές από την οικονομοτεχνική ή και οικονομομετρική εξέταση των οφειλών σε Ελβετικό Φράγκο ότι οι πιστώτριες Τράπεζες επιδίωκαν ακόμη μεγαλύτερη κερδοσκοπία από τους δανειολήπτες τους, εφαρμόζοντας αυθαίρετες ισοτιμίες και αυθαίρετους επιτοκιακούς δείκτες, χρεώνοντας υπέρογκα κι ενίοτε παράνομα έξοδα και επιβαρύνσεις και εφαρμόζοντας εν γένει αθέμιτες χρηματοπιστωτικές πρακτικές. Φυσικά, όλα αυτά μπορεί να διακρίνει μόνον το έμπειρο μάτι ενός ειδικού οικονομολόγου, ο οποίος, ελέγχοντας την εξέλιξη του δανείου, μήνα μετά το μήνα, μπορεί να διακρίνει στοιχεία που ούτε ο νομικός αλλά και φυσικά ούτε ο ιδιώτης θα μπορούσε να διανοηθεί. Η αποκάλυψη αυτών των ατασθαλιών, η οποία συντελείται με μία πλήρη – και συχνά ογκώδη – Οικονομοτεχνική ή Οικονομομετρική Έκθεση από εξειδικευμένο οικονομολόγο, θα πρέπει να λάβει νομική μορφή και μέσω συγκεκριμένων νομικών συλλογισμών κι αιτημάτων, θα συνταχθεί μία Αρνητική Αναγνωριστική Αγωγή, η οποία θα διαπιστώνει ότι η πραγματική οφειλή είναι στην πραγματικότητα σημαντικά χαμηλότερη από αυτήν που αξιώνει η πιστώτρια Τράπεζα – ακόμη και στις τρέχουσες συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Μάλιστα, αυτές οι Αγωγές, επειδή ακριβώς βασίζονται σε Οικονομοτεχνικές Εκθέσεις που ελέγχουν με ενδελέχεια πολύ εξειδικευμένες πτυχές μεμονωμένων δανειακών προϊόντων είναι εξαιρετικά δύσκολο να αμφισβητηθούν από τις πιστώτριες Τράπεζες αλλά και από τη Δικαιοσύνη, κι ως εκ τούτου έχουν υψηλό βαθμό επιτυχίας, ιδίως εν συγκρίσει με τις Ομαδικές (Συλλογικές) Αγωγές.

Εν κατακλείδι, η κατάρρευση της ισοτιμίας Ελβετικού Φράγκου και Ευρώ οδήγησε σε μία άνευ προηγουμένου αδικία και οικονομική επιβάρυνση για τους Δανειολήπτες και αποτέλεσε προοπτική απρόσκοπτης κερδοσκοπίας από τις Τράπεζες, έστω και αν η άκρατη φιλαργυρία τους οδήγησε όχι στην κερδοσκοπία, αλλά στον «κοκκίνισμα» των δανειακών προϊόντων. Η Δικαιοσύνη και η Πολιτεία, εθνική και κοινοτική, από την πλευρά τους επέλεξαν να υποστηρίξουν το πιστωτικό σύστημα ώστε να μην καταρρεύσει, άσχετο αν για τον κίνδυνο της κατάρρευσης ευθυνόταν σε μεγάλο βαθμό το ίδιο. Σε αυτό το εξαιρετικά δυσοίωνο πλαίσιο για τους Δανειολήπτες, υπάρχει ακόμη η ελπίδα, η οποία όμως δεν μπορεί να έρθει από συλλογικές και απρόσωπες κι ως εκ τούτου γενικές διεκδικήσεις, αλλά από συγκεκριμένες, προσωπικές κι ατομικές, που θα υποστηρίζονται όχι από νομικούς ευφάνταστους ακροβατισμούς, αλλά από ισχυρές οικονομοτεχνικές μελέτες κι αγωγές ειδικού περιεχομένου από εξειδικευμένος οικονομολόγους και νομικούς, οι οποίες, ακόμη κι αν δεν μπορούν να αναιρέσουν την πραγματική αδικία που υπέστησαν οι δανειολήπτες όλα αυτά τα χρόνια, δύνανται τουλάχιστον να εξορθολογίσουν τις οφειλές σε μία κανονικότητα, η οποία θα είναι και σύμφωνη με τα συμβατικά κείμενα και σύμφωνη με το νόμο.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή και οικονομολόγο για διάσωση περιουσίας και αποφυγή πλειστηριασμών στα τηλ: 2108811903, 6932455478.

 

Διαταγή πληρωμής-πλειστηριασμός

Σήμερα, μετά από μια δεκαετή οικονομική κρίση και με μια νέα οικονομική κρίση να κάνει την εμφάνιση της ως επακόλουθο της πανδημίας covid-19, έχουμε όλοι λίγο – πολύ ακούσει για «επίδοση διαταγών πληρωμής» από τις τράπεζες. Γνωρίζουμε όμως περί  τίνος πραγματικά πρόκειται;

Όταν ένας δανειολήπτης δεν πληρώσει για τουλάχιστον τρεις μήνες (90 ημέρες) την δόση του δανείου του, οι τράπεζες  δύνανται να αποστείλουν εξώδικη καταγγελία της ληξιπρόθεσμης δανειακής σύμβασης και να απαιτήσουν μέσω αυτής ολόκληρο το ποσό του δανείου ή της πιστωτικής κάρτας εντός μιας σύντομης προθεσμίας. Όπως είναι φυσικό, η συντριπτική πλειοψηφία των οφειλετών δεν δύναται να καταβάλλει τόσο μεγάλα ποσά σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και, έτσι, στη συνέχεια οι τράπεζες εκδίδουν δικαστική απόφαση που λέγεται «Διαταγή Πληρωμής» ως απαραίτητο μέσο για την έναρξη των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης – πλειστηριασμών ακινήτων.

Τους τελευταίους μόνο μήνες, κατόπιν της σχετικής ομαλοποίησης της λειτουργίας της δικαιοσύνης μετά την λήξη των μέτρων κατά της διασποράς του covid-19, οι τράπεζες επέδωσαν -και συνεχίζουν να επιδίδουν- χιλιάδες Διαταγές Πληρωμής. Σημειωτέον δε, ότι επιδίδονται τόσο νέες όσο και παλαιές Διαταγές Πληρωμής, των οποίων γίνεται επίδοση δεύτερη φορά προκειμένου αυτές να τελεσιδικήσουν και να ξεκινήσει η αναγκαστική εκτέλεση.

Στην περίπτωση που ανήκετε στους χιλιάδες δανειολήπτες που έλαβαν μια νέα Διαταγή Πληρωμής, που επιδίδεται δηλαδή για πρώτη φορά μετά την έκδοσή της, θα πρέπει να απευθυνθείτε άμεσα σε έμπειρο δικηγόρο, ώστε να ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή κατά αυτής, αλλά και αίτηση αναστολής της εκτέλεσής της με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Αν από την άλλη πλευρά, η Διαταγή Πληρωμής σας επιδίδεται για δεύτερη φορά, και πάλι θα πρέπει να προχωρήσετε άμεσα, σε ανακοπή αυτής, ειδάλλως θα τελεσιδικήσει και, όπως είπαμε παραπάνω θα ξεκινήσει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Να σημειωθεί πως στη δεύτερη επίδοση δεν δίνεται από τον νόμο η δυνατότητα άσκησης ασφαλιστικών μέτρων, ωστόσο με τα κατάλληλα νομικά μέσα μπορούμε να κερδίσουμε πολύτιμο χρόνο για απευθείας διαπραγμάτευση με τις τράπεζες.

Να υπενθυμίσουμε δε ακόμη μία φορά ότι είτε αφορά σε πρώτη είτε σε δεύτερη επίδοση η προθεσμία της ανακοπής είναι ιδιαιτέρως στενή, δηλαδή έχει διάρκεια 15 εργάσιμων ημερών, που ξεκινά να τρέχει την επομένη της επίδοσης, γι’ αυτό ακριβώς απαιτούνται εγρήγορση και άμεσες κινήσεις.

Καταληκτικά, με την ανακοπή κατά μιας Διαταγής Πληρωμής αμφισβητούμε την απαίτηση της τράπεζας και, αν εν τέλει γίνει δεκτή από το δικαστήριο, ακυρώνουμε την Διαταγή Πληρωμής. Σε κάθε περίπτωση η δικάσιμος είναι αρκετά μακρινή και υπάρχει πολύς χρόνος για διαπραγμάτευση που είναι πιθανό να φέρει ένα γενναίο κούρεμα στις οφειλές σας.

Το δικηγορικό μας γραφείο ασχολείται κατά κόρον με οικονομικά ζητήματα και δη ανακοπές κατά διαταγών πληρωμής, αλλά και είναι σε θέση να σας καθοδηγήσει με συνέπεια και να σας κερδίσει τον απαραίτητο χρόνο, ώστε να βρούμε λύση και να αποφύγετε τον επικείμενο πλειστηριασμό.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή για διάσωση περιουσίας και αποφυγή πλειστηριασμών στα τηλ: 2108811903, 6932455478.

 

Έξυπνη διαπραγμάτευση με κούρεμα και μικρές δόσεις

Όταν ένας οφειλέτης επιδιώκει τη ρύθμιση της οφειλής του, το κρίσιμο είναι να χειριστεί έξυπνα την διαπραγμάτευση. Ο χρόνος είναι ο σημαντικότερος σύμμαχος ή ο μεγαλύτερος εχθρός μας σε αυτή την περίπτωση, γι’ αυτό ακριβώς ένας δανειολήπτης – οφειλέτης πρέπει να απευθυνθεί σε έμπειρο δικηγόρο δανείων που θα τον καθοδηγήσει σωστά ώστε να μην χαθεί λεπτό ανεκμετάλλευτο.

Ποιές κινήσεις, όμως, αποτελούν έξυπνη διαπραγμάτευση;

Έξυπνη διαπραγμάτευση πλέον γίνεται όταν ο οφειλέτης μπορεί να «ανοίξει» μια δικαστική διαδικασία έναντι της τράπεζας, του fund ή της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, ώστε να την χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης προκειμένου μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης από το δικαστήριο (η οποία εκτείνεται σε ορίζοντα πολλών ετών) να έχει όλο τον χρόνο μπροστά του να κινήσει την διαπραγμάτευση και τον εξωδικαστικό συμβιβασμό με τις μέγιστες πιθανότητες για ένα καλό κούρεμα!

Όπλα του οφειλέτη αποτελούν η αναγνωριστική αγωγή (στα πλαίσια της οποίας η σύμπραξη με οικονομολόγο ασκεί ακόμη μεγαλύτερη πίεση), η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, τα ασφαλιστικά μέτρα και τυχόν έφεση κατά απορριπτικής απόφασης.

Το ποιο από τα παραπάνω ένδικα βοηθήματα και μέσα ταιριάζει στην δική σας οφειλή γνωρίζουμε μετά από εμπειρία χειρισμού εκατοντάδων υποθέσεων διατραπεζικής   εξωδικαστικής διαπραγμάτευσης.

Με την επίσημη διαπραγμάτευση μέσω έμπειρου δικηγόρου είναι δυνατόν να επιτύχετε ρυθμίσεις με ευνοϊκούς όρους, χωρίς να αναλωθείτε οι ίδιοι σε επαναλαμβανόμενες συζητήσεις με υπαλλήλους τραπεζών, funds, εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις ή, ακόμη χειρότερα, εισπρακτικών γραφείων, οι οποίες αλλάζουν πρόταση – αυξάνοντας τα απαιτούμενα ποσά σε κάθε τηλεφώνημα – και τελικά δεν οδηγούν πουθενά παρά μόνο προκαλούν ανείπωτο άγχος και ανησυχία.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή για διάσωση περιουσίας στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 

Αφορά δανειολήπτες δανείων σε ελβετικό φράγκο. Αναγνώριση καταχρηστικότητας

Απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ για τα δάνεια που συνδέονται με το ελβετικό φράγκο και περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες

Με απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έκρινε ότι το περιεχόμενο ρήτρας που περιλαμβάνεται σε σύμβαση δανείου μεταξύ τράπεζας και καταναλωτή και η οποία καθορίζει τις τιμές αγοράς και πώλησης ξένου νομίσματος – συγκεκριμένα του ελβετικού φράγκου (CHF) – συνδεδεμένου με το δάνειο, πρέπει να παρέχει στον καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και συνετός τη δυνατότητα να αντιληφθεί, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται η συναλλαγματική ισοτιμία του ξένου νομίσματος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ποσού των δόσεων αποπληρωμής, προκειμένου ο καταναλωτής αυτός να είναι σε θέση να καθορίζει ο ίδιος, ανά πάσα στιγμή, τη συναλλαγματική ισοτιμία που εφαρμόζει η τράπεζα.

Σημειώνεται ότι η απόφαση του ΔΕΕ εκδόθηκε επί αιτήσεως προδικαστικής παραπομπής η οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, δύο Πολωνών δανειοληπτών και, αφετέρου, πολωνικής τράπεζας, σχετικά με τους όρους εξόφλησης πίστωσης δυνάμει σύμβασης ενυπόθηκου δανείου συνδεόμενου με το ελβετικό φράγκο η οποία περιέχει ρήτρες φερόμενες ως καταχρηστικές.

Ιστορικό της υπόθεσης: Στις 16 Μαΐου 2008, οι M.P. και B.P. συνήψαν με την A, τραπεζικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Πολωνία, σύμβαση ενυπόθηκου δανείου ύψους 460.000 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 100 000 ευρώ), πληρωτέου σε 480 μηνιαίες δόσεις. Το δάνειο ήταν συνδεδεμένο με ξένο νόμισμα, ήτοι το ελβετικό φράγκο (CHF), και το επιτόκιο αντιστοιχούσε στο επιτόκιο αναφοράς LIBOR 3M (CHF), προσαυξημένο κατά σταθερό περιθώριο κέρδους 1,20 εκατοστιαίων μονάδων. Στο πλαίσιο της αίτησής τους για τη χορήγηση δανείου, οι δανειολήπτες υπέγραψαν δήλωση κατά την οποία, μολονότι είχαν πλήρη επίγνωση του συναλλαγματικού κινδύνου, παραιτούνταν από τη δυνατότητα σύναψης δανείου σε πολωνικά ζλότι και επέλεγαν να συνάψουν δάνειο συνδεόμενο με ξένο νόμισμα. Η δήλωση αυτή διευκρίνιζε, επιπλέον, ότι οι δανειολήπτες είχαν ενημερωθεί για το γεγονός ότι οι δόσεις του δανείου εκφράζονταν στο εν λόγω ξένο νόμισμα και έπρεπε να εξοφληθούν σε πολωνικά ζλότι σύμφωνα με τους κανόνες που περιγράφονταν στους γενικούς όρους της σύμβασης, των οποίων είχαν λάβει γνώση. Από το άρθρο 2, σημεία 2 και 12, των γενικών όρων προκύπτει ότι το δάνειο που συνδέεται με ξένο νόμισμα είναι δάνειο με επιτόκιο στηριζόμενο σε επιτόκιο αναφοράς σχετικό με νόμισμα διαφορετικό από το πολωνικό ζλότι, του οποίου η εκταμίευση και η αποπληρωμή πραγματοποιούνται σε πολωνικά ζλότι βάσει της τιμής του ξένου νομίσματος που περιλαμβάνεται στον ισχύοντα στην τράπεζα πίνακα συναλλαγματικών ισοτιμιών. Κατά το άρθρο 7, σημείο 4, των γενικών όρων, η εκταμίευση των κεφαλαίων πραγματοποιείται σε πολωνικά ζλότι βάσει τιμής όχι χαμηλότερης από την τιμή αγοράς που αναγράφεται στον ισχύοντα πίνακα κατά τον χρόνο της εκταμίευσης αυτής. Το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου εκφράζεται στο ξένο νόμισμα και υπολογίζεται βάσει της ισοτιμίας που ισχύει κατά τον χρόνο εκταμίευσης του δανείου. Δυνάμει του άρθρου 9, σημείο 2, των γενικών όρων, οι πληρωτέες δόσεις του δανείου εκφράζονται στο ξένο νόμισμα και χρεώνονται κατά τη δήλη ημέρα της εκάστοτε δανειακής δόσης στον τραπεζικό λογαριασμό του δανειολήπτη, σύμφωνα με την τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου που αναγράφεται στον ισχύοντα στην τράπεζα πίνακα κατά τη λήξη της εργάσιμης ημέρας που προηγείται της δήλης ημέρας της εκάστοτε εξοφλητικής δόσης. Στις 10 Ιανουαρίου 2013, οι M.P. και B.P. συνήψαν με την A τροποποιητική πράξη της επίμαχης σύμβασης, η οποία προέβλεπε ότι οι δανειολήπτες θα προέβαιναν οι ίδιοι στην αποπληρωμή του δανείου σε ελβετικά φράγκα, χωρίς να χρησιμοποιήσουν τον μηχανισμό της τράπεζας για τη μετατροπή των νομισμάτων. Συνεπεία των διακυμάνσεων της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ του πολωνικού ζλότι και του ελβετικού φράγκου, η διαφορά μεταξύ του επιστραφέντος από τους ενάγοντες της κύριας δίκης ποσού για την περίοδο από 16 Μαΐου 2008 έως 10 Οκτωβρίου 2014 και του ποσού που θα είχε επιστραφεί αν το δάνειο είχε συνομολογηθεί σε πολωνικά ζλότι και είχε ισχύσει το εφαρμοστέο επιτόκιο ανήλθε στα 30.601,01 PLN (περίπου 6.732 ευρώ).Θεωρώντας ότι η ρήτρα υπολογισμού του δανείου σε αξία ξένου νομίσματος ήταν καταχρηστική για τον λόγο ότι δεν διευκρίνιζε τον τρόπο καθορισμού της συναλλαγματικής ισοτιμίας από την τράπεζα, οι Μ.P. και B.P. άσκησαν αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η A να τους καταβάλει το ποσό των 50.000 PLN (περίπου 10.850 ευρώ).Το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης ερμήνευαν διαφορετικά το γράμμα της συμβατικής ρήτρας υπολογισμού του ενυπόθηκου δανείου σε αξία ξένου νομίσματος. Συγκεκριμένα, ενώ, για την τράπεζα, η ρήτρα αυτή προβλέπει τον καθορισμό της τιμής του ξένου νομίσματος βάσει της αγοραίας τιμής, όπως αποτυπώνεται καθημερινά στον πίνακα συναλλαγματικών ισοτιμιών της τράπεζας, οι δανειολήπτες ερμήνευαν τη ρήτρα αυτή ως ορίζουσα ότι η τιμή του ξένου νομίσματος καθορίζεται με βάση μια αντικειμενική ισοτιμία, όπως είναι η καθοριζόμενη από τη Narodowy Bank Polski (Εθνική Τράπεζα της Πολωνίας).Κατά το δικαστήριο αυτό, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ρήτρα υπολογισμού σε αξία ξένου νομίσματος παρουσιάζει, λόγω της γενικότητας του γράμματός της, κάποια ασάφεια, οπότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι η A δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις πληροφόρησης και διαφάνειας που υπέχει, όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ [οδηγία σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές].Διερωτήθηκε ωστόσο αν, λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας της σύμβασης δανείου, ήτοι των 40 ετών, και του ίδιου του μηχανισμού σύνδεσης με ξένο νόμισμα, του οποίου η τιμή μεταβάλλεται διαρκώς, το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ πρέπει, παρά ταύτα, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εναπόκειται στην τράπεζα να συντάξει τη ρήτρα υπολογισμού σε αξία ξένου νομίσματος κατά τρόπο που να παρέχει στον δανειολήπτη τη δυνατότητα να καθορίζει αυτοτελώς την τιμή αυτή σε δεδομένη χρονική στιγμή. Συγκεκριμένα, κατά το δικαστήριο αυτό, ένας τέτοιος βαθμός ακρίβειας είναι στην πράξη αδύνατο να επιτευχθεί. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επεσήμανε ότι το άρθρο 65 του πολωνικού Αστικού Κώδικα του παρέχει τη δυνατότητα να αναζητεί την κοινή βούληση των συμβαλλομένων μερών. Εν προκειμένω, εξέθεσε ότι η αγοραία αξία του ξένου νομίσματος σύνδεσης θα μπορούσε να αποτελέσει το κριτήριο καθορισμού της τιμής του εν λόγω νομίσματος βάσει του γράμματος της επίμαχης στην κύρια δίκη σύμβασης. Πρόσθεσε ότι μια τέτοια λύση θα εξασφάλιζε ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.Κατά τα λοιπά, το αιτούν δικαστήριο υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με τις αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz, C-415/11 και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus, C-421/14, πρέπει να εξακριβωθεί αν η επίμαχη συμβατική ρήτρα διαμορφώνει την κατανομή των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων κατά τρόπο που δεν θα είχε γίνει δεκτός από τους συμβαλλομένους στο πλαίσιο καλόπιστων μεταξύ τους διαπραγματεύσεων. Λαμβανομένων όμως υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες συνήφθη και εκτελέστηκε η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση δανείου, αφενός, το εν λόγω δικαστήριο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο οι δανειολήπτες να είχαν παρά ταύτα συνάψει τη σύμβαση αυτή αν είχαν κατανοήσει τους όρους της όπως ακριβώς και η τράπεζα. Αφετέρου, κατά το ίδιο δικαστήριο, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου εκτέλεσης της σύμβασης η A εφάρμοσε, βάσει του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη σύμβαση αυτή, τις τιμές της αγοράς συναλλάγματος και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κακόπιστη. Θα μπορούσε, το πολύ, να της προσαφθεί κάποια αδιαφορία, αλλά όχι η πρόθεση να διαμορφώσει τη συμβατική ρήτρα κατά τρόπο ώστε να ζημιωθεί ο καταναλωτής μέσω της εφαρμογής συναλλαγματικών ισοτιμιών αυθαίρετων και άσχετων προς τις αγοραίες τιμές.Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Rejonowy dla Warszawy – Woli w Warszawie II Wydział Cywilny (πρωτοβάθμιο δικαστήριο Βαρσοβίας – περιφέρεια Wola, δεύτερο πολιτικό τμήμα, Πολωνία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα συναφώς. Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με την απόφασή του αυτή, το Δικαστήριο, αποφάνθηκε ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, έχει την έννοια ότι το περιεχόμενο ρήτρας που περιλαμβάνεται σε σύμβαση δανείου συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή και η οποία καθορίζει τις τιμές αγοράς και πώλησης ξένου νομίσματος συνδεδεμένου με το δάνειο πρέπει να παρέχει στον καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και συνετός τη δυνατότητα να αντιληφθεί, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται η συναλλαγματική ισοτιμία του ξένου νομίσματος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ποσού των δόσεων αποπληρωμής, ούτως ώστε ο καταναλωτής αυτός να είναι σε θέση να καθορίζει ο ίδιος, ανά πάσα στιγμή, τη συναλλαγματική ισοτιμία που εφαρμόζει ο επαγγελματίας. Επιπλέον, το ΔΕΕ έκρινε ότι τα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ αποκλείουν τη δυνατότητα του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο διαπίστωσε τον καταχρηστικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, μίας ρήτρας υπολογισμού σε αξία ξένου νομίσματος περιλαμβανόμενης σε σύμβαση δανείου συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, να ερμηνεύει την εν λόγω ρήτρα κατά τρόπο ώστε να αμβλύνεται ο καταχρηστικός χαρακτήρας της, ακόμη και αν η συγκεκριμένη ερμηνεία αντικατοπτρίζει την κοινή βούληση των συμβαλλομένων μερών. Γίνεται υπόμνηση ότι η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή για διάσωση περιουσίας και αποφυγή πλειστηριασμών στα τηλ: 2108811903, 6932455478.

 

Υπάρχει απόρρητο μηνυμάτων και συνομιλιών;

ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

          Με την εκτεταμένη χρήση των εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης (facebook, messenger, instagram, viber κ.ά.), μέσω των οποίων εν πολλοίς πραγματοποιείται η επικοινωνία μας, συχνά γεννάται το εύλογο ερώτημα αναφορικά με την νομιμότητα τυχόν αξιοποίησης κατά τη διαδικασία της ποινικής δίκης ιδιωτικών συνομιλιών που έχουν καταγραφεί στις εφαρμογές αυτές.

          Η σχετικά πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου (ΑΠ 954/2020) έκρινε ότι οι επικαλούμενες εκτυπώσεις από συνομιλίες, οι οποίες φέρονται να έγιναν μεταξύ των δύο κατηγορουμένων μέσω της εφαρμογής messenger του μέσου κοινωνικής δικτύωσης Facebook είναι νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία και ορθώς αξιοποιήθηκαν ως αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας από το δικαστήριο της ουσίας. Το σκεπτικό της απόφασης αυτής έγκειται στο ότι η συλλογή και η επεξεργασία των επίμαχων στοιχείων έγινε με τη λιγότερη δυνατή επέμβαση στην προσωπική ζωή των κατηγορουμένων και με τα ηπιότερα δυνατά μέσα επίτευξης του επιδιωκόμενου σκοπού, τηρώντας την απαιτούμενη σχέση αναλογικότητας, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε ούτε προέκυψε ότι προηγήθηκε επέμβαση και διερεύνηση των προσωπικών υπολογιστών των κατηγορουμένων. Και τούτο διότι, οι επίμαχες πληροφορίες ανευρέθησαν σε υπηρεσιακό ηλεκτρονικό υπολογιστή και η ανάκτησή τους έγινε χωρίς να απαιτηθεί η χρήση κωδικών χρήστη ή πρόσβασης, καθώς το επίμαχο προφίλ είχε παραμείνει ενεργό στη διαδικτυακή πλατφόρμα Facebook σε κάθε μεταγενέστερη είσοδο/ σύνδεση στο διαδίκτυο και στη σχετική ιστοσελίδα.

          Άλλωστε, σύμφωνα με το σκεπτικό του Αρείου Πάγου, η συνταγματική προστασία του απορρήτου εντοπίζεται κατά το στάδιο της επικοινωνίας, δηλαδή κατά τον χρόνο που αυτή πραγματοποιείται, και λήγει με τη λήξη της, ήτοι την στιγμή που ο παραλήπτης λάβει γνώση του περιεχομένου του μηνύματος. Από το χρονικό σημείο λήξης της επικοινωνίας και έπειτα, κάθε στοιχείο μπορεί να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της συνταγματικής προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων, αλλά δεν καλύπτεται πλέον από την συνταγματική προστασία του απορρήτου. Έτσι και τα ηλεκτρονικά μηνύματα, που διατηρεί ο αποστολέας ή ο παραλήπτης τους σε τυπωμένη μορφή ή στον υπολογιστή του, χωρίς χρήση κωδικού πρόσβασης, μετά την ολοκλήρωση της επικοινωνίας, δεν εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρ. 19 παρ. 1 Συντάγματος, αλλά σε εκείνο των διατάξεων 9 και 9 Α του Συντάγματος. Περαιτέρω, τα δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων δεν είναι απόλυτα. Όπως και κάθε άλλο συνταγματικό δικαίωμα, μπορούν να περιορισθούν, αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημόσιου συμφέροντος και αν η άσκησή τους προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων. Και τούτο, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, την οποία το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει πλέον ρητά.        

          Περαιτέρω, ως προς το επιτρεπτό ή μη της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει να αναφερθεί ότι το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.2472/1997 ορίζει πως η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Ο θεμελιώδης όμως αυτός κανόνας δεν είναι απόλυτος. Έτσι, ο ίδιος ο Ν.2472/1997 προβλέπει ότι, κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, χωρίς την συγκατάθεση του υποκειμένου, οσάκις αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων, στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.

          Κρίθηκε, λοιπόν, ότι οι διατάξεις του ν. 2472/1997 (για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων) δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση επεξεργασίας δεδομένων τέτοιου χαρακτήρα από τις δικαστικές- εισαγγελικές αρχές και τις υπηρεσίες που ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία τους στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της λειτουργίας, με σκοπό τη βεβαίωση εγκλημάτων είτε αυτά τιμωρούνται ως κακουργήματα είτε ως πλημμελήματα με δόλο.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο  – διαμεσολαβητή στα τηλ: 210 8811903 και 6932455478.

 

Ρυθμίσεις-πλατφόρμες

Ολοένα και συχνότερα, οι δανειολήπτες «κόκκινων δανείων», δηλαδή των δανείων που βρίσκονται σε καθυστέρηση, ενημερώνονται με κλήσεις και επιστολές από τις εταιρείες διαχείρισης, συχνά αναφέρονται ως «funds» αν και σπανίως έχουν αγοράσει τα δάνεια, ότι αναλαμβάνουν οι τελευταίοι να εξυγιάνουν τα δάνεια αυτά, προτείνοντας ρυθμίσεις και «κουρέματα», για λογαριασμό των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν μεταβιβάσει τις απαιτήσεις τους. Σκοπός τους άλλωστε είναι να εξυγιανθούν οι ισολογισμοί των τραπεζών, ώστε μετά τις ρυθμίσεις που επιδιώκουν να «κλείσουν» τα funds, οι ρυθμισμένες απαιτήσεις να επιστρέψουν και πάλι στην τράπεζα ως εξυπηρετούμενες.

Άλλωστε, το να καταστούν και πάλι εξυπηρετούμενες οι απαιτήσεις των τραπεζών, κατατείνει στο συμφέρον των πιστωτικών ιδρυμάτων αφού, όπως λέγεται,  θα βοηθήσει το τραπεζικό σύστημα να εξέλθει από την πολυετή κρίση και θα επιταχυνθεί η επιστροφή στην ομαλή χρηματοδότηση της οικονομίας. Συνεπώς, κοινό τόπο τόσο των οφειλετών όσο και των πιστωτών αποτελεί το «ξεκοκκίνισμα» των δανείων με λύσεις βιώσιμες και αποτελεσματικές κυρίως για τους πρώτους.

Προκύπτει, λοιπόν, ότι είναι κατάλληλη στιγμή οι οφειλέτες, με την κατάλληλη καθοδήγηση από εξειδικευμένο δικηγόρο, να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις με τα funds προκειμένου να επιτευχθεί μια όσο το δυνατόν βιώσιμη λύση για τους ίδιους και ρύθμιση των οφειλών τους με ευνοϊκούς ρεαλιστικούς όρους και γενναία «κουρέματα» (ρύθμιση με μειωμένη δόση, διαγραφή μέρους της συνολικής απαίτησης κλπ.) αφού θα έχει ληφθεί υπόψη εκτός από την οικονομική κατάσταση και η μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη.

Δέον να τονιστεί ότι εξωδικαστικώς μπορούν να διαπραγματευτούν οι οφειλέτες προτού εκδοθεί σε βάρος τους διαταγή πληρωμής, αλλά ακόμα κι ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση είτε ανακοπών κατά διαταγής πληρωμής είτε εφέσεων που έχουν ασκήσει οι οφειλέτες επί απορριπτικών αποφάσεων του ν. Κατσέλη (ν. 3869/2010). Ιδίως δε η εκκρεμοδικία αποτελεί έναν μοχλό πίεσης που μπορεί να λειτουργήσει θετικά κατά τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων.

Περαιτέρω, ενόψει θέσπισης από την Τράπεζα της Ελλάδος ενός νέου Κώδικα Δεοντολογίας και της ανάπτυξης μια ειδικής ψηφιακής πλατφόρμας από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων σε συνεργασία με την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, την εποπτεία της οποίας θα έχει η Τράπεζα της Ελλάδος, είναι σκόπιμο ο ενδιαφερόμενος δανειολήπτης (ή και ο εγγυητής σε κάποιο δάνειο) να απευθυνθεί σε εξειδικευμένο δικηγόρο ώστε να τον συνεπικουρήσει κατά τον χειρισμό της πλατφόρμας και κατά την διαδικασία υποβολής προτάσεων εξωδικαστικής διαπραγμάτευσης του χρέους του, ενημερώνοντας για τα ατομικά, εισοδηματικά και περιουσιακά του στοιχεία, ώστε στην συνέχεια να μπορεί να προτείνει ή να αντιπροτείνει συγκεκριμένες λύσεις και να επιτευχθεί η ρύθμιση του χρέους.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή για διάσωση περιουσίας στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 

Ανακοπή κι ασφαλιστικά μέτρα κατά διαταγής πληρωμής

Τους τελευταίους μήνες οι  τράπεζες επιδίδουν σωρεία νέων διαταγών πληρωμής προς τους οφειλέτες – δανειολήπτες ή παλαιών διαταγών πληρωμής (δεύτερη επίδοση) προκειμένου αυτές να τελεσιδικήσουν και να ξεκινήσει η αναγκαστική εκτέλεση.

Στην περίπτωση που ανήκετε στους χιλιάδες δανειολήπτες που έλαβαν μια (ή και περισσότερες) διαταγή πληρωμής, θα πρέπει να απευθυνθείτε άμεσα σε έμπειρο δικηγόρο, ώστε να ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή κατά αυτής, ειδάλλως θα χάσετε πολύτιμα δικαιώματα και θα είστε άοπλοι στον πόλεμο των πλειστηριασμών που επιδιώκουν οι τράπεζες.

Να υπενθυμίσουμε δε ακόμη μία φορά ότι η προθεσμία της ανακοπής είναι ιδιαιτέρως στενή, δηλαδή έχει διάρκεια 15 εργάσιμων ημερών, που ξεκινά να τρέχει την επομένη της επίδοσης, γι’ αυτό ακριβώς απαιτούνται εγρήγορση και άμεσες κινήσεις.

Το δικηγορικό μας γραφείο ασχολείται κατά κόρον με οικονομικά ζητήματα και δη ανακοπές κατά διαταγών πληρωμής, αλλά και με αιτήσεις αναστολής της εκτέλεσης διαταγών πληρωμής (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) και είναι σε θέση να σας καθοδηγήσει με συνέπεια και να σας κερδίσει τον απαραίτητο χρόνο,  ώστε να βρούμε λύση και να αποφύγετε τον επικείμενο πλειστηριασμό.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή για διάσωση περιουσίας και αποφυγή πλειστηριασμών στα τηλ: 2108811903, 6932455478.

 

Διαδικασία για απόκτηση ακινήτου από ηλεκτρονικό πλειστηριασμό

 Σύμφωνα με στοιχεία από το   Σύλλογο Συμβολαιογράφων, αρκετά διαδεδομένη στις μέρες μας είναι η απόκτηση – αγορά ακινήτων διαμέσου της διαδικασίας του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.

Η αγορά αυτή αφορά σε ακίνητα που έχουν κατασχεθεί εξαιτίας των χρεών του ιδιοκτήτη τους και τα οποία έχουν οδηγηθεί σε πλειστηριασμό από τον επισπεύδοντα δανειστή, που συνήθως είναι κάποια τράπεζα. Είναι γνωστό ότι οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές μπορεί να είναι είτε τυχαίοι τρίτοι, άσχετοι με το πλειστηριαζόμενο ακίνητο, είτε οικείοι του οφειλέτη (κατά του οποίου στρέφεται η διαδικασία) με σκοπό να πλειοδοτήσουν και να «επανακτηθεί» το ακίνητο.

Σε κάθε περίπτωση, σημαντικό είναι να γνωρίζουμε την διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσουμε για να «χτυπήσουμε» ένα ακίνητο που μας ενδιαφέρει στον πλειστηριασμό, αφού πρώτα έχουμε ελέγξει την νομική του κατάσταση, όπως αναλυτικά αναφέρουμε σε προηγούμενη αρθρογραφία μας.

Η διαδικασία διεξάγεται εξ ολοκλήρου ηλεκτρονικά, και υπάλληλος του πλειστηριασμού έχει οριστεί κάποιος συμβολαιογράφος της περιφέρειας του τόπου όπου βρίσκεται το πλειστηριαζόμενο ακίνητο, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ομαλή διεξαγωγή και τήρηση της διαδικασίας του πλειστηριασμού. Ο ενδιαφερόμενος- υποψήφιος πλειοδότης για να μπορέσει να συμμετάσχει στην διαδικασία, οφείλει πρώτα να πιστοποιηθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα πλειστηριασμού (στην πλατφόρμα www.eauction.gr), δηλαδή να εισαχθεί στην πλατφόρμα, να δημιουργήσει έναν λογαριασμό με τα ατομικά του στοιχεία και ακολούθως να επιλέξει τον πλειστηριασμό για τον οποίο ενδιαφέρεται και να υποβάλλει την αίτηση συμμετοχής του, αποστέλλοντας ηλεκτρονικό μήνυμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, αναφέροντας το ονοματεπώνυμό του, το όνομα του οφειλέτη, τον μοναδικό κωδικό που έχει λάβει με την εγγραφή του και την ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού.

Σημαντική προϋπόθεση είναι, ο επίμαχος πλειστηριασμός να είναι ήδη αναρτημένος, και να επίκειται η διεξαγωγή του σε ρητή ημερομηνία.

Στην περίπτωση που ο υποψήφιος πλειοδότης ενδιαφέρεται για ένα συγκεκριμένο ακίνητο, ο πλειστηριασμός του οποίου δεν έχει ακόμα αναρτηθεί, σκόπιμο είναι να παρακολουθεί διαρκώς την πλατφόρμα ώστε να ενημερωθεί άμεσα για το πότε θα αναρτηθεί η ημερομηνία του πλειστηριασμού για το εν λόγω ακίνητο, εφόσον γνωρίζει το όνομα του οφειλέτη- καθ’ ου ο πλειστηριασμός.

Στην συνέχεια, υποχρέωση του ενδιαφερόμενου πλειοδότη είναι η καταβολή χρηματικής εγγύησης συμμετοχής στον πλειστηριασμό, η οποία αντιστοιχεί στο 30% της τιμής πρώτης προσφοράς που αναγράφεται στα στοιχεία του πλειστηριασμού. Η κατάθεση γίνεται σε ακατάσχετο τραπεζικό λογαριασμό που κάθε φορά υποδεικνύει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος) κατόπιν γνωστοποίησης από τον εκάστοτε επισπεύδοντα δανειστή. Ο ενδιαφερόμενος οφείλει δύο ημέρες πριν την ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού να αποστείλει με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στον αρμόδιο συμβολαιογράφο τόσο το καταθετήριο όσο και το πληρεξούσιο, στην περίπτωση που ο υποψήφιος πλειοδοτεί για λογαριασμό τρίτου. Ο δε συμβολαιογράφος, την προτεραία της διεξαγωγής οφείλει να ελέγξει τις συμμετοχές και να τις οριστικοποιήσει.  

Κατά την ημέρα διεξαγωγής του πλειστηριασμού, η οποία είναι μία από τις εργάσιμες ημέρες Τετάρτη, Πέμπτη ή Παρασκευή, και μεταξύ των ωρών 10.00 -14.00, ή 14.00- 18.00, εκκινεί η πλειοδοτική διαδικασία και οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να την παρακολουθούν και να συμμετέχουν σε αυτήν υποβάλλοντας τις προσφορές τους χρησιμοποιώντας τον επιπρόσθετο κωδικό ασφαλείας που τους έχει γνωστοποιηθεί από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Με τον τρόπο αυτό, όλοι οι συμμετέχοντες γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή πώς διαμορφώνεται η τρέχουσα μέγιστη υποβληθείσα προσφορά καθώς και η θέση τους στην κατάταξη. Σε περίπτωση υποβολής προσφοράς κατά το τελευταίο λεπτό πριν την λήξη της διαδικασίας, δίδεται αυτομάτως παράταση 5 λεπτών, προκειμένου να μπορέσει κάποιος άλλος ενδιαφερόμενος να «απαντήσει», πράγμα που μπορεί να επαναλαμβάνεται για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 2 ωρών, από την ορισθείσα ώρα λήξης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.   

Μετά το πέρας της διαδικασίας υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών, ανακοινώνεται το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα και αμελλητί ενημερώνονται όλοι οι συμμετέχοντες, ενώ ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει την έκθεση κατακύρωσης στον πλειοδότη- υπερθεματιστή, ο οποίος ακολούθως επικοινωνεί με τον συμβολαιογράφο για να προμηθευτεί το αντίγραφο της έκθεσης κατακύρωσης. Ο υπερθεματιστής υποχρεούται να καταβάλλει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα (δηλαδή την μέγιστη υποβληθείσα προσφορά του) σε μετρητά ή με μεταφορά πίστωσης στον ειδικό τραπεζικό λογαριασμό ή με τραπεζική επιταγή την τρίτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, ενώ ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει το αργότερο την πέμπτη ημέρα από την διεξαγωγή του πλειστηριασμού να καταθέσει εντόκως το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Την κυριότητα του πλειστηριασθέντος ακινήτου αποκτά ο υπερθερματιστής από την στιγμή που θα μεταγράψει την κατακυρωτική έκθεση στο οικείο Υποθηκοφυλακείο/ Κτηματολόγιο, και αποκτά το ακίνητό του ελεύθερο από εμπράγματα βάρη και δουλείες. Εν τούτοις, υπάρχουν κίνδυνοι να ανατραπεί ο πλειστηριασμός για αρκετούς λόγους μετά την κατακύρωση, όπως σε άρθρα μας αναφέρουμε…          

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε και μιλήστε απ’ ευθείας με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 2108811903, 6932455478.

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,