RSS

Απόφαση ΔΕΕ για ελβετικό φράγκο-Ταφόπλακα. Υπάρχει ελπίδα;

23 Δεκ.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ:

ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΕΣ;

            Την Τρίτη, 21.12.2021, εκδόθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) η πολυαναμενόμενη απόφαση επί της υπ’ αριθμ. C243/20 υπόθεσης, στην οποία πλειάδα Ελλήνων Δανειοληπτών είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους. Η συγκεκριμένη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος σε Συλλογική Αγωγή Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και η σημασία της ήταν σπουδαία, δεδομένου του αρνητικού προηγούμενου που είχε δημιουργήσει η πολύκροτη και αρνητική για τους δανειολήπτες υπ’ αριθμ. 4/2019 Απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, καθώς και οι σχετικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο της Χώρας εντεύθεν.

Δυστυχώς, ακόμη μία φορά, οι ελπίδες των δανειοληπτών διαψεύστηκαν, καθώς η απόφαση του Δ.Ε.Ε. θεωρείται, ήδη, μία πανηγυρική νίκη για τις Τράπεζες.

            Ποιο είναι το όλο ζήτημα; Ουσιαστικά, οι δανειολήπτες σε Ελβετικό Φράγκο, όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές Χώρες, επιδίωξαν να αμβλύνουν την ζημία που υπέστησαν όταν η μέχρι πρότινος συμφέρουσα συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου κατέρρευσε  και οι δόσεις των στεγαστικών δανείων τους οδηγήθηκαν στα ύψη, μέσω, μεταξύ άλλων, της αναγνώρισης ότι η ρήτρα της πληρωμής της εκάστοτε δόσης με βάση την τρέχουσα ισοτιμία είναι καταχρηστική, δεδομένων των συνθηκών, προκρίνοντας ως πιο δίκαιη λύση την αναδρομή στην αρχική ισοτιμία. Το οποίο, σε ανθρώπινο επίπεδο είναι κατανοητό, ακόμη και θεμιτό, αλλά δυστυχώς όχι απαραίτητα και σε νομικό. Κι αυτό που αναγνώρισε το Δ.Ε.Ε., αυτό που αναγνώρισε και ο Άρειος Πάγος, είναι ότι αυτή η ρήτρα επαναλαμβάνει στην πραγματικότητα το εθνικό δίκαιο (άρθρο 291 Α.Κ.) κι ως εκ τούτου δεν μπορεί να ελεγχθεί για καταχρηστικότητα. Με απλά λόγια, η ρήτρα αυτή επαναλαμβάνει εθνικό δίκαιο, κι άρα δεν ελέγχεται. Άλλωστε, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι το συγκεκριμένο άρθρο ισχύει από χρόνια πριν και, πολύ περισσότερο, ότι ήταν αυτή ακριβώς η ρήτρα που καθιστούσε τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο επωφελή. Βλέπουμε, επομένως, ότι από νομικής άποψης, δεν είναι απαραίτητα άστοχη η απόφαση του Δ.Ε.Ε., ούτε του Αρείου Πάγου, ακόμη κι εάν βρίσκεται ενάντια στα συμφέροντα των δανειοληπτών.

            Είναι όμως και δίκαιη; Σήμερα, ξέρουμε πλέον, λίγο ή πολύ, ότι το Τραπεζικό Σύστημα προέβλεπε την μεταβολή της ισοτιμίας και ότι σε αυτήν ουσιαστικά επένδυσε για να δώσει φαινομενικά επωφελή δανειακά προϊόντα για τους δανειολήπτες, που όμως, σε βάθος χρόνου, θα αύξαναν την κερδοφορία της Τράπεζας. Επίσης, σήμερα ξέρουμε πλέον ότι οι Τράπεζες στις ενημερώσεις τους παρουσίαζαν την ισοτιμία ως ουσιαστικά αμετάβλητη, εμφανίζοντας τα δανειακά προϊόντα σε Ελβετικό Φράγκο ως μία ασφαλή και σίγουρη και στο διηνεκές συμφέρουσα επιλογή για τους δανειολήπτες, παραπλανώντας τους σε εγκληματικό βαθμό. Αυτό που οι Τράπεζες, βέβαια, δεν κατόρθωσαν να προβλέψουν μέσα στην φιλαργυρία τους, ήταν ότι οι δανειολήπτες δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στη διόγκωση της οφειλής τους κι ότι τα δάνεια θα «κοκκίνιζαν» στη συντριπτική πλειονότητά τους. Κάτι το οποίο, παρά τη φαινομενική «νίκη» τους σε νομικό επίπεδο δεν φαίνεται να μπορούν να ανορθώσουν. Διότι σήμερα το ζήτημα της οφειλής σε Ελβετικό Φράγκο έχει αναχθεί σε κοινωνικό φαινόμενο σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Το ζήτημα είναι, βέβαια, ότι μολονότι σήμερα ξέρουμε κάποια βασικά πράγματα για τα αίτια αυτού του φαινομένου, ήτοι την πλεονεξία των Τραπεζών, είναι πάρα πολύ δύσκολο να τα αποδείξουμε. Έτσι, ακόμη και θετικές αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. που θέτουν π.χ. τα κριτήρια της διαφανούς ενημέρωσης που δικαιούνταν οι Δανειολήπτες κι όφειλαν να τους παρέχουν οι Τράπεζες (C-212/20/18.11.2021, C-609/19/10.06.2021, C-776/19 έως C-782/19/10.06.2021), στην πραγματικότητα καθιστούν πολύ δύσκολη την πρακτική εφαρμογή τους, καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολο ο δανειολήπτης να αποδείξει ότι έλαβε ή δεν έλαβε ορισμένη και συγκεκριμένη ενημέρωση. Μάλιστα, στο πλαίσιο των Συλλογικών Αγωγών, είναι κατά κυριολεξία ακατόρθωτο, αφού χάνεται εντελώς η προσωπική υπόθεση στο γενικό πλαίσιο της «ομάδας».

            Τι μπορεί να γίνει σήμερα; Πολλοί δανειολήπτες, εξωθημένοι από την απελπισία μπροστά σε ένα πραγματικά τοξικό προϊόν που δεν μπορούσαν εν μέσω οικονομικής κρίσης κι εντεύθεν να αποπληρώσουν, οδηγήθηκαν σε Συλλογικές Αγωγές που μέσω ενίοτε νομικών ακροβατισμών επιδίωξαν, άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο γενναία, να επανορθώσουν μία πραγματική αδικία. Το ρίσκο όμως ήταν μεγάλο, και συγκεκριμένα να απολεσθεί από ένα «ομαδικό δεδικασμένο» η δυνατότητα αμφισβήτησης της οφειλής τους, κατ’ αρχήν τουλάχιστον. Φυσικά, τούτο δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι τα πρώτα χρόνια που εμφανίστηκε το φαινόμενο των Δανείων σε Ελβετικό Φράγκο η νομολογία του Δ.Ε.Ε. και των ελληνικών δικαστηρίων τασσόταν κατά κόρον υπέρ των δανειοληπτών, αλλά, όσο το φαινόμενο έπαιρνε διαστάσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, οι εθνικές και ευρωπαϊκές αποφάσεις «άλλαξαν στρατόπεδο» και τάχθηκαν αναφανδόν υπέρ του Τραπεζικού Συστήματος, ως ένα ακόμη δείγμα παροχής δικαιοπολιτικής προστασίας και κάλυψης του πιστωτικού συστήματος για να μην καταρρεύσει αυτό (άλλη είναι π.χ. οι ανακεφαλαιοποιήσεις των Τραπεζών μέσω Δημοσίου Χρήματος).

            Υπάρχει όμως τρόπος να παρακαμφθεί αυτή η δικαιοπολιτική προστασία των Τραπεζών και να δικαιωθεί ο δανειολήπτης σε Ελβετικό Φράγκο;

            Το κλειδί, ίσως, στην αποτελεσματική αμφισβήτηση της οφειλής και επαναφορά της σε φυσιολογικά επίπεδα δίχως νομικούς ακροβατισμούς και με έμφαση στα ιδιαίτερα στοιχεία και χαρακτηριστικά της κάθε μεμονωμένης υπόθεσης είναι η Αρνητική Αναγνωριστική Αγωγή. Μία αγωγή στην οποία θα εκτίθενται όλα τα συγκεκριμένα περιστατικά που οδήγησαν στην λήψη του δανείου (π.χ. το ζήτημα της ενημέρωσης: ο δανειολήπτης μπορεί να έχει στην κατοχή του τις ενδεικτικές δόσεις που θα καλούνταν να πληρώσει σε βάθος χρόνου ή να ενημερώθηκε για το δάνειο παρουσία μαρτύρων ή να συντρέχει στην περίπτωσή του κάποια προϋπόθεση που αποδεικνύει την ελλιπή ενημέρωση που έλαβε), αλλά και η (κακή) διαχείριση του δανείου του από την πιστώτριά του.

Διότι, διαπιστώνεται πολλές φορές από την οικονομοτεχνική ή και οικονομομετρική εξέταση των οφειλών σε Ελβετικό Φράγκο ότι οι πιστώτριες Τράπεζες επιδίωκαν ακόμη μεγαλύτερη κερδοσκοπία από τους δανειολήπτες τους, εφαρμόζοντας αυθαίρετες ισοτιμίες και αυθαίρετους επιτοκιακούς δείκτες, χρεώνοντας υπέρογκα κι ενίοτε παράνομα έξοδα και επιβαρύνσεις και εφαρμόζοντας εν γένει αθέμιτες χρηματοπιστωτικές πρακτικές. Φυσικά, όλα αυτά μπορεί να διακρίνει μόνον το έμπειρο μάτι ενός ειδικού οικονομολόγου, ο οποίος, ελέγχοντας την εξέλιξη του δανείου, μήνα μετά το μήνα, μπορεί να διακρίνει στοιχεία που ούτε ο νομικός αλλά και φυσικά ούτε ο ιδιώτης θα μπορούσε να διανοηθεί. Η αποκάλυψη αυτών των ατασθαλιών, η οποία συντελείται με μία πλήρη – και συχνά ογκώδη – Οικονομοτεχνική ή Οικονομομετρική Έκθεση από εξειδικευμένο οικονομολόγο, θα πρέπει να λάβει νομική μορφή και μέσω συγκεκριμένων νομικών συλλογισμών κι αιτημάτων, θα συνταχθεί μία Αρνητική Αναγνωριστική Αγωγή, η οποία θα διαπιστώνει ότι η πραγματική οφειλή είναι στην πραγματικότητα σημαντικά χαμηλότερη από αυτήν που αξιώνει η πιστώτρια Τράπεζα – ακόμη και στις τρέχουσες συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Μάλιστα, αυτές οι Αγωγές, επειδή ακριβώς βασίζονται σε Οικονομοτεχνικές Εκθέσεις που ελέγχουν με ενδελέχεια πολύ εξειδικευμένες πτυχές μεμονωμένων δανειακών προϊόντων είναι εξαιρετικά δύσκολο να αμφισβητηθούν από τις πιστώτριες Τράπεζες αλλά και από τη Δικαιοσύνη, κι ως εκ τούτου έχουν υψηλό βαθμό επιτυχίας, ιδίως εν συγκρίσει με τις Ομαδικές (Συλλογικές) Αγωγές.

Εν κατακλείδι, η κατάρρευση της ισοτιμίας Ελβετικού Φράγκου και Ευρώ οδήγησε σε μία άνευ προηγουμένου αδικία και οικονομική επιβάρυνση για τους Δανειολήπτες και αποτέλεσε προοπτική απρόσκοπτης κερδοσκοπίας από τις Τράπεζες, έστω και αν η άκρατη φιλαργυρία τους οδήγησε όχι στην κερδοσκοπία, αλλά στον «κοκκίνισμα» των δανειακών προϊόντων. Η Δικαιοσύνη και η Πολιτεία, εθνική και κοινοτική, από την πλευρά τους επέλεξαν να υποστηρίξουν το πιστωτικό σύστημα ώστε να μην καταρρεύσει, άσχετο αν για τον κίνδυνο της κατάρρευσης ευθυνόταν σε μεγάλο βαθμό το ίδιο. Σε αυτό το εξαιρετικά δυσοίωνο πλαίσιο για τους Δανειολήπτες, υπάρχει ακόμη η ελπίδα, η οποία όμως δεν μπορεί να έρθει από συλλογικές και απρόσωπες κι ως εκ τούτου γενικές διεκδικήσεις, αλλά από συγκεκριμένες, προσωπικές κι ατομικές, που θα υποστηρίζονται όχι από νομικούς ευφάνταστους ακροβατισμούς, αλλά από ισχυρές οικονομοτεχνικές μελέτες κι αγωγές ειδικού περιεχομένου από εξειδικευμένος οικονομολόγους και νομικούς, οι οποίες, ακόμη κι αν δεν μπορούν να αναιρέσουν την πραγματική αδικία που υπέστησαν οι δανειολήπτες όλα αυτά τα χρόνια, δύνανται τουλάχιστον να εξορθολογίσουν τις οφειλές σε μία κανονικότητα, η οποία θα είναι και σύμφωνη με τα συμβατικά κείμενα και σύμφωνη με το νόμο.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο – διαμεσολαβητή και οικονομολόγο για διάσωση περιουσίας και αποφυγή πλειστηριασμών στα τηλ: 2108811903, 6932455478.

 

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

 
Αρέσει σε %d bloggers: