RSS

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΚΟΡΩΝΟΙΟ – ΠΡΟΣΤΙΜΟ

30 Μαρ.

Η γενική απαγόρευση των μετακινήσεων που έχει επιβληθεί στην Ελλάδα από την 23η.03.2020 αποτελεί ένα μέτρο απαραίτητο για την αποφυγή της εξάπλωσης του κορωνοϊού στη Χώρα μας, η ανάγκη του οποίου δεν χρειάζεται εξηγήσεις και η αποτελεσματικότητά του επιβεβαιώνεται διαρκώς από τις εκτιμήσεις των ιθυνόντων για αισιόδοξη πορεία της Ελλάδας, εν συγκρίσει μάλιστα με λοιπές Ευρωπαϊκές (και μη) χώρες, όπου δυστυχώς η κατάσταση έχει υπερβεί τα εσκεμμένα.

Παρά ταύτα, η ανάγκη για μετακίνηση για πολλούς συμπολίτες μας είναι πολύ συχνά ανυπέρβλητη και δεν μπορεί να αναβληθεί. Αντιμετωπίζεται πολύ συχνά το εξής πρόβλημα: ο λόγος για τον οποίο η μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιηθεί να είναι τόσο ειδικός ή συγκεκριμένος που να μην μπορεί να εναρμονιστεί πλήρως με έναν από τους συγκεκριμένους λόγους μετακίνησης που προβλέπονται επί του παρόντος ή τα κριτήρια των οργάνων ελέγχου να είναι εξαιρετικά αυστηρά. Η κατεπείγουσα θέση σε εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων μετακίνησης έχει δημιουργήσει αρκετά προβλήματα, όπως αποδεικνύει αφ’ ενός η από 26.03.2020 συμπληρωματική υπουργική απόφαση που προσέθεσε τρεις λόγους στους ήδη υπάρχοντες (μετάβαση σε δημόσια υπηρεσία, μεταφορά από και προς τον τόπο εργασίας συζύγου ή συγγενούς πρώτου βαθμού, εφ’ όσον υφίσταται σχετική ανάγκη και μετάβαση για σίτιση αδέσποτων ζώων), ενώ πηγές από την αστυνομία αναφέρουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις που ενώ η ανάγκη είναι πρόδηλη αλλά η πρόβλεψη του νόμου ελλιπής, επιδεικνύουν κατανόηση στους «δυνητικούς» παραβάτες. Από την άλλη, μία δυστυχής πραγματικότητα είναι το γεγονός ότι πλήθος αστυνομικών επιδεικνύουν υπερβάλλοντα ζήλο κατά τη διενέργεια των ελέγχων, απαιτώντας πλήθος εγγράφων από τους μετακινούμενους ή ερμηνεύοντας αυστηρά και συσταλτικά τον νόμο, ώστε να είναι αναπόδραστη η επιβολή του προστίμου των 150 ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι το μέτρο αυτό δεν είναι εισπρακτικό, αλλά σκοπό έχει να αποτελέσει αντικίνητρο για τις άσκοπες μετακινήσεις, όπως παραδέχονται και οι αστυνομικές αρχές.

Έτσι, αποτελεί συχνό φαινόμενο να επιβάλλονται πρόστιμα σε ελεύθερους επαγγελματίες κι αυτοαπασχολούμενους όταν οι ανάγκες της εργασίας τους (και της επιβίωσής τους) τους οδηγούν μακριά από τον τόπο εργασίας τους ή και εκτός έδρας, σε εργαζόμενους που δεν έχουν προλάβει να αποκτήσουν την έγγραφη βεβαίωση του εργοδότη τους και την έχουν π.χ. μόνον σε φωτογραφία και σε συγγενείς και συζύγους εργαζομένων που μεταφέρουν τους ανθρώπους τους προς και από την εργασία τους, καθώς η ύπαρξη ανάγκης ερμηνεύεται εξαιρετικά αυστηρά. Φαίνεται δηλαδή ότι σε πολλές περιπτώσεις το κίνητρο για το πρόστιμο δεν είναι η αποτροπή των άσκοπων μετακινήσεων, αλλά αντιθέτως η είσπραξη προστίμων, τα οποία έχουν ήδη υπερβεί πανελλαδικά τις 7.000 μεμονωμένες περιστάσεις. Τούτο εξαναγκάζει όμως πολλούς συμπολίτες μας που έχουν ανάγκη να μετακινηθούν να καλούνται να επιλέγουν μεταξύ του ρίσκου της επιβολής του προστίμου και την ανάγκης που πρέπει να ικανοποιήσουν, κλίνοντας πολλές φορές στην εκ προοιμίου αποδοχή ενός (άδικου) προστίμου.

Για τον σκοπό αυτό, είναι σκόπιμο οι συμπολίτες μας να έχουν υπόψη ότι, όταν τους επιβάλλεται ένα άδικο πρόστιμο, ένα πρόστιμο που οφείλεται περισσότερο στο ζήλο και την αυστηρότητα των κριτηρίων του ελέγχοντος οργάνου κι όχι στο νόμο, δικαιούνται, εντός τριών ημερών από την επιβολή του προστίμου, να καταθέσουν ένσταση κατά αυτού στον διοικητή του αρμόδιου αστυνομικού τμήματος. Και μάλιστα, για να μην εξαναγκαστούν οι συμπολίτες μας να προβούν σε μετακίνηση για τον σκοπό αυτό και να αντιμετωπίσουν έναν ενδεχόμενα αυστηρό έλεγχό, τονίζεται ότι έχουν τη δυνατότητα να αποστείλουν την ένσταση αυτή τόσο με FAX όσο και με ηλεκτρονικό μήνυμα (άρθρο 104 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ.). Σύμφωνα δε με τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (άρθρ. 4), η υπηρεσία οφείλει να απαντήσει εντός 50 ημερών κι αν δεν το πράξει, ο πολίτης μπορεί να κλιμακώσει τις ενέργειές του, το οποίο συνεπάγεται ενδεχομένως πειθαρχικές και διοικητικές κυρώσεις για τα αρμόδια όργανα.

Σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς είναι σημαντικό να μην απολέσουμε την ανθρωπιά μας, καθόσον τα μέτρα που έχουν παρθεί συντείνουν μεν στην προστασία όλων μας, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να ανεχόμαστε άδικους και εσκεμμένους ελέγχους που δεν αναγνωρίζουν την ύπαρξη ανάγκης, χρησιμοποιούν άπιαστα και εντελώς αυστηρά κριτήρια για τη διενέργεια του ελέγχου και υπερβαίνουν τα όρια της αποτροπής των άσκοπων μετακινήσεων, ώστε να επιδοθούν ορισμένοι «ζηλωτές» σε ένα απάνθρωπο κυνήγι επιβολής προστίμων αδιακρίτως ύπαρξης ανθρώπινης ανάγκης. Η ευσυνειδησία είναι υποχρέωση και των πολιτών και των οργάνων τάξης και ασφάλειας. Είναι άδικο συνάνθρωποί μας να αποδέχονται τον κίνδυνο να καταβάλουν ένα πρόστιμο που δεν οφείλουν, όταν καλούνται να καλύψουν ανάγκες, καθημερινές ή έκτακτες, εργασιακές ή προσωπικές, οι οποίες τους εξωθούν όχι σε άσκοπες, αλλά σε όλως απαραίτητες μετακινήσεις.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 6932455478.

 

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

 
Αρέσει σε %d bloggers: