RSS

Εφετείο απορρίπτει έφεση τραπεζών κατά υπερχρεωμένου

17 Νοέ.

Απόφαση Έφεσης σε υπόθεση Υπερχρεωμένων του Γραφείου μας:

Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά κατόπιν συνεκδίκασης, απέρριψε τις εφέσεις τόσο της Εθνικής Τράπεζας όσο και της ALPHA Τράπεζας, οι οποίες στρέφονταν κατά Πρωτόδικης Απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας που έκανε δεκτή αίτηση δανειολήπτριας για υπαγωγή στο ν. Κατσέλη και στα προστατευτικά του πλαίσια, απορρίπτοντας κάθε προβεβλημένο από τις ίδιες ισχυρισμό.

 

Με την υπ’ αριθμ. 483/2017 απόφασή του, το Ειρηνοδικείο Κρωπίας είχε αποδεχθεί την αίτηση υπαγωγής στο ν. 3869/2010 της δανειολήπτριας κι εντολέα μας, ορίζοντας μηνιαίες δόσεις ύψους 13 ευρώ για τετραετία, ενώ διέσωσε την κύρια κατοικία της, διατάσσοντας μηνιαίες καταβολές 62,50 ευρώ για εικοσαετία, για τον σκοπό αυτό. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση και οι δύο πιστώτριες προς τις οποίες στράφηκε η αίτηση της οφειλέτριας, ζητώντας την εξαφάνιση, ακύρωση ή έστω μεταρρύθμισή της, χωρίς όμως να ευοδωθεί κανένα από τα αιτήματα, καθώς όλοι οι λόγοι που προβλήθηκαν απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, βάσει της υπ’ αριθμ. 9394/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Και οι δύο τράπεζες προέβαλαν ως λόγο έφεσης την αοριστία της αρχικής αίτησης, υποστηρίζοντας ότι το Ειρηνοδικείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε το ορισμένο αυτής. Πρόκειται για μία αντίρρηση που προβάλλεται παραδοσιακά κι απαρέγκλιτα από τις τράπεζες, η οποία δεν εδράζεται απαραίτητα σε ειδική επιχειρηματολογία, όπως εν προκειμένω. Το δικαστήριο έκρινε τον ισχυρισμό αβάσιμο, καθώς, επισκοπώντας το ίδιο το φάκελο της αίτησης, διαπίστωσε επάρκεια των προσκομιζόμενων απαραίτητων και ουσιωδών στοιχείων, όπερ σημαίνει ότι και η αίτηση ήταν αρκούντως ορισμένη.

Επίσης προβλήθηκε από τις δύο πιστώτριες κι ακολούθως απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι η απαιτούμενη εκ του νόμου υπεύθυνη δήλωση περί ορθότητας και πληρότητας της περιουσιακής κατάστασης ήταν ελλιπής, καθώς δεν εμπεριείχε ρητή αναφορά στη μη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων την τελευταία τριετία και συνεπώς θα έπρεπε να είχε οδηγήσει την αίτηση σε απόρριψη λόγω απαραδέκτου αυτής. Κατά τη γνώμη, όμως, του Δικαστηρίου, ο λόγος που δεν έγινε ειδική αναφορά ήταν το γεγονός ότι δεν υπήρξε τέτοιου είδους μεταβίβαση, ενώ, μολονότι η προσκόμιση της υπεύθυνης δήλωσης είναι πράγματι υποχρεωτική, τυχόν πλημμέλειες σε αυτήν δεν συμπαρασύρουν και την ίδια την αίτηση σε απαράδεκτο.

Ισχυρισμός της Alpha τράπεζας για δολιότητα της αιτούσας κρίθηκε επίσης αβάσιμος. Συγκεκριμένα, η ως άνω πιστώτρια ισχυρίστηκε ότι η αιτούσα, όταν έλαβε τα δάνεια, λόγω της εργασίας της ως αποκλειστικής νοσοκόμας και της ανεργίας του συζύγου της, θα έπρεπε να αναμένει ότι σύντομα δεν θα μπορούσε να τα αποπληρώσει. Σύμφωνα, όμως, με την παρούσα απόφαση, δεν αποδείχθηκε ότι η δανειολήπτρια, κατά το χρόνο συνάψεως των δανειακών συμβάσεων τελούσε σε γνώση ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών της ούτε κι ότι ήταν ενδεχόμενο να οδηγηθεί σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Για να αποδοθεί η δολιότητα στο δανειολήπτη, θα έπρεπε να είχε θελήσει κι επιδιώξει η αιτούσα την παραγωγή του αποτελέσματος της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής ή ότι έστω το προέβλεψε ως δυνατό και ως συνέπεια των πράξεών της, χωρίς να πράξει κάτι για να το αποφύγει, κάτι το οποίο όμως δεν αποδείχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα, το Δικαστήριο οδηγήθηκε στη δικανική πεποίθηση ότι η αιτούσα, κατά το χρόνο της συνάψεως των συμβάσεων, είχε την πεποίθηση ότι στο μέλλον θα είναι σε θέση να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της, αφού άλλωστε τα οικογενειακά της εισοδήματα εμφάνιζαν τότε σταθερότητα. Άλλωστε, είναι κρατούσα άποψη στη νομολογία ότι η δολιότητα δεν συνάγεται μόνο από την ανάληψη της δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής.

Η Alpha τράπεζα ισχυρίστηκε επίσης πως η εκκαλούμενη απόφαση προσδιόρισε εσφαλμένα την εμπορική αξία του εξαιρούμενου από την εκποίηση ακινήτου, προβάλλοντας ότι η εμπορική αξία του κατά το έτος 2009 ανερχόταν στο ποσό των 107.621,01 ευρώ, κι όχι στα 50.000 ευρώ, όπως έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός όμως αυτός απορρίφθηκε με επίκληση στα διδάγματα κοινής πείρας, και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι η οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα επέφερε μεγάλη μείωση στη ζήτηση των ακινήτων και, ως εκ τούτου, στην αγοραστική τους αξία, το οποίο δικαιολογεί και τη σημαντική πτώση στην αξία του ακινήτου, την οποία και αποδέχθηκε, θεωρώντας την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Ειρηνοδικείο Κρωπίας ορθή.

Σχετικός ισχυρισμό για την αξία του ακινήτου προέβαλε και η Εθνική, διατεινόμενη ότι το Ειρηνοδικείο θα έπρεπε να ορίσει το εν λόγω ποσό σε ποσοστό 85% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου κι όχι σε ποσοστό 60%. Και ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθώς το δικαστήριο δέχθηκε ότι η παλαιά διατύπωση του σχετικού αρ. 9 παρ. 2, το οποίο εφαρμόζεται και στην προκείμενη περίπτωση, επέτρεπε (όπως ρητώς ορίζεται και σήμερα) τον ορισμό των καταβολών και σε μικρότερο ποσοστό του 85%, κατά τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ο οποίος ορισμός μπορεί μάλιστα να φθάσει μέχρι και τη μηδενική καταβολή σε περίπτωση που είναι αδύνατη η όποια καταβολή χωρίς την υποβάθμιση του ανεκτού ορίου διαβιώσεως (κάτι που προκύπτει από το ίδιο το Σύνταγμα, αρ. 2 παρ. 1 για το σεβασμό και την αξία του ανθρώπου), το δε άρθρο 9 παρ. 2 απλώς ορίζει το ανώτατο όριο του ποσοστού καταβολής.

Περαιτέρω, η Εθνική προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το νεαρό, σύμφωνα με την ίδια, της ηλικίας της αιτούσας –ετών 42 κατά τη στιγμή της συζήτησης- της επιτρέπει να ανεύρει και πάλι εργασία και να βελτιώσει την οικονομική της κατάσταση. Τόσο όμως από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία όσο και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, το Δικαστήριο συμπεραίνει πως στην παρούσα συγκυρία, με την ανεργία να πλήττει τους Έλληνες, ιδίως τους νέους, πολύ περισσότερο για ένα άτομο χωρίς ιδιαίτερα επαγγελματικά προσόντα, όπως η αιτούσα, η ανεύρεση εργασίας αποδεικνύεται εξαιρετικά προβληματική.

Συνεπεία των ανωτέρω, οι συνεκδικαζόμενες δύο εφέσεις απορρίφθηκαν και η πρωτόδικη απόφαση η οποία έκανε δεκτή την αίτηση της οφειλέτριας και εντολέα μας κατέστη τελεσίδικη, με την επικύρωσή της από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως δευτεροβάθμιο, το οποίο δέχθηκε ότι το Ειρηνοδικείο Κρωπίας ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις νομικές διατάξεις και εκτίμησε προσηκόντως τις αποδείξεις.

 

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο για διάσωση κατοικίας – περιουσίας κι αποφυγή πλειστηριασμού στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , ,

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

 
Αρέσει σε %d bloggers: