RSS

Παράνομες χρεώσεις τραπεζών

22 Σεπτ.

Σπανίως αναλογίζεται κανείς τη σχετικά μικρή επιβάρυνση που έχει μία (δια)τραπεζική συναλλαγή, όπως σε αποστολές εμβασμάτων, συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες ή χρεωστικές, δηλαδή τις μικρές χρεώσεις που συνιστούν την προμήθεια των τραπεζών στις διάφορες συναλλαγές. Εξατομικευμένα, σε κάθε μεμονωμένη συναλλαγή, τα ποσά φαίνονται μικρά, όμως, αν προστεθούν τα ποσά που καταβάλλει ως προμήθεια ένας μέσος πολίτης στις συναλλαγές του, πολλώ δε μάλλον το σύνολο των πολιτών, είτε πρόκειται για απλούς ιδιώτες, δανειολήπτες ή επιχειρηματίες, αναδεικνύεται το τεράστιο ύψος του παράνομου και καταχρηστικού κέρδους των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις πρακτικές αυτές.

Ήδη από το 2001, με την υπ’ αριθμ. 1219/2001 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος καταδίκασε ως άκυρους σειρά Γενικών Όρων Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) πιστωτικού ιδρύματος οι οποίοι προέβλεπαν σχετικές επιβαρύνσεις, ενώ η νομολογία συνέχισε τα επόμενα χρόνια στο ίδιο μοτίβο, χωρίς όμως να πτοηθούν οι πρακτικές των τραπεζών. Ακόμη και η ανταπόκριση της Πολιτείας, η οποία εξέδωσε δύο σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις, το 2008 και το 2011, δεν στάθηκε ικανή να αναχαιτίσει την αυθαιρεσία των τραπεζών. Αλλά και από πλευράς πολιτών, δεν έχει υπάρξει ιδιαίτερη κινητοποίηση, γεγονός που οφείλεται τόσο στην ελλιπή ενημέρωσή τους, όσο και στο γεγονός ότι μεμονωμένα δεν θα μπορούσαν παρά να διεκδικήσουν μικροποσά.

Όσον αφορά τους δανειολήπτες, ως καταχρηστική κρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 430/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά και από την πολιτεία με την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, ο υπολογισμός των τόκων με βάση 360 ημερών αντί 365 για το έτος, η επιβάρυνση με τόκους για ολόκληρο το ποσό στεγαστικού δανείου, μολονότι έχει γίνει χρήση μόνον μέρους του, η περί τα 2,5% του προεξοφλούμενου κεφαλαίου επιβάρυνση σε περίπτωση πρόωρης προεξόφλησης (πέναλτι), τα έξοδα χρηματοδότησης του δανείου (περί το 1% του δανείου), τα έξοδα φακέλου, τα έξοδα διαχείρισης, τα έξοδα αξιολόγησης αίτησης κ.ο.κ. Μεταξύ των καταχρηστικών αυτών πρακτικών ανήκει και η μονομερής προσαρμογή του κυμαινόμενου επιτοκίου από τα πιστωτικά ιδρύματα. Αυτοί οι όροι, που συναντώνται κατά κανόνα στα «ψιλά γράμματα» των συμβάσεων, αντιτίθενται και στον νόμο περί προστασίας του καταναλωτή, καθώς κρίθηκαν από σειρά αποφάσεων ως αόριστοι και παραπλανητικοί, κι οπότε αδιαφανείς (ΕφΑθ 6547/2009, 5253/2003 κ.α).

Έτσι σε περιπτώσεις διαταγών πληρωμής και πλειστηριασμών κερδίζουμε την απόρριψη των διώξεων-εκτελέσεων λόγω αοριστίας και καταχρηστικότητας των απαιτήσεων των τραπεζών.

Αντίστοιχου βεληνεκούς αυθαιρεσία λαμβάνει χώρα στις διατραπεζικές αποστολές εμβασμάτων, ακόμη κι όταν γίνεται ηλεκτρονικά, μέσω ebanking. Η υπ’ αριθμ. Ζ1 21/12-1-2011 Υπουργική Απόφαση και η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει κρίνει παράνομες και καταχρηστικές τις χρεώσεις προμήθειας σε καταθέσεις σε λογαριασμό τρίτου, όπως και την επιβολή εξόδων κίνησης σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου ή τρεχούμενους, την επιβολή εξόδων αδράνειας σε καταθετικούς λογαριασμούς, την επιβολή εξόδων τήρησης και παρακολούθησης στους λογαριασμούς καταθέσεων κ.α.

Τέλος, αξίζει μνεία η Ευρωπαϊκή Οδηγία 751/2015, η οποία ψηφίστηκε το Μάρτιο του 2015 και τέθηκε σε εφαρμογή τον Οκτώβριο του ιδίου έτους και την οποία μέχρι σήμερα η Ελλάδα δεν έχει θέσει σε εφαρμογή, έχοντας βρει απέναντί της την αντίδραση της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών. Η Οδηγία, η οποία αφορά κατά κανόνα τις επιχειρήσεις που συναλλάσσονται μέσω χρεωστικών και πιστωτικών καρτών, ορίζει πλαφόν στις προμήθειες των Τραπεζών κατά την εκτέλεση των συναλλαγών το 0,3% επί της αξίας οποιασδήποτε διασυνοριακής συναλλαγής με πιστωτική κάρτα και 0,2% επί της αξίας οποιασδήποτε διασυνοριακής συναλλαγής με χρεωστική κάρτα, ενώ για τις εγχώριες συναλλαγές, η προμήθεια των τραπεζών για τις συναλλαγές είναι 0,2% επί του ετήσιου μέσου όρου όλων των πληρωμών με τη χρήση χρεωστικών καρτών. Στην Ελλάδα, τα αντίστοιχα έξοδα προμήθειας κυμαίνονται μεταξύ του 2 με 3% για τις αντίστοιχες συναλλαγές.

Στη σύγχρονη εποχή, κατά την οποία οι συναλλαγές διενεργούνται μέσω e-banking, μέσω πλαστικού χρήματος κι έχουν αποκτήσει σημαντικά ευρωπαϊκό και διεθνή χαρακτήρα, οι «μικρές» αυτές χρεώσεις οδηγούν τα πιστωτικά ιδρύματα σε αρκετά υψηλά κέρδη, τα οποία όμως, σε μεγάλο βαθμό έχουν ήδη κριθεί καταχρηστικά και παράνομα. Η ελλιπής ενημέρωση των πολιτών και το γεγονός ότι εξατομικευμένα τα ποσά φαίνονται χαμηλά είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο τα τραπεζικά ιδρύματα είναι σε θέση να εξακολουθούν τις πρακτικές τους, χωρίς να αντιμετωπίζουν κάποια αντίσταση ή αντίδραση από το ευρύ κοινό.

Επίσης λίγοι είναι αυτοί που θα διεκδικήσουν εξώδικα ή δικαστικά τα όσα έχουν  καταβάλει χωρίς πραγματικά να τα οφείλουν κι αυτό διότι θεωρούν ότι θα δαπανήσουν αρκετό χρόνο-χρήμα  αν και στην πραγματικότητα αυτό αποτελεί καλή επένδυση, διότι ειδικά στις περιπτώσεις μακροχρόνιων συναλλαγών,   οι εκτιμήσεις των ειδικών οικονομολόγων αποδεικνύουν πολύ μεγάλο κέρδος για τους διεκδικητές.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

 
Αρέσει σε %d bloggers: