RSS

Εφετείο απορρίπτει έφεση τραπεζών κατά υπερχρεωμένου

Απόφαση Έφεσης σε υπόθεση Υπερχρεωμένων του Γραφείου μας:

Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά κατόπιν συνεκδίκασης, απέρριψε τις εφέσεις τόσο της Εθνικής Τράπεζας όσο και της ALPHA Τράπεζας, οι οποίες στρέφονταν κατά Πρωτόδικης Απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας που έκανε δεκτή αίτηση δανειολήπτριας για υπαγωγή στο ν. Κατσέλη και στα προστατευτικά του πλαίσια, απορρίπτοντας κάθε προβεβλημένο από τις ίδιες ισχυρισμό.

 

Με την υπ’ αριθμ. 483/2017 απόφασή του, το Ειρηνοδικείο Κρωπίας είχε αποδεχθεί την αίτηση υπαγωγής στο ν. 3869/2010 της δανειολήπτριας κι εντολέα μας, ορίζοντας μηνιαίες δόσεις ύψους 13 ευρώ για τετραετία, ενώ διέσωσε την κύρια κατοικία της, διατάσσοντας μηνιαίες καταβολές 62,50 ευρώ για εικοσαετία, για τον σκοπό αυτό. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση και οι δύο πιστώτριες προς τις οποίες στράφηκε η αίτηση της οφειλέτριας, ζητώντας την εξαφάνιση, ακύρωση ή έστω μεταρρύθμισή της, χωρίς όμως να ευοδωθεί κανένα από τα αιτήματα, καθώς όλοι οι λόγοι που προβλήθηκαν απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, βάσει της υπ’ αριθμ. 9394/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Και οι δύο τράπεζες προέβαλαν ως λόγο έφεσης την αοριστία της αρχικής αίτησης, υποστηρίζοντας ότι το Ειρηνοδικείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε το ορισμένο αυτής. Πρόκειται για μία αντίρρηση που προβάλλεται παραδοσιακά κι απαρέγκλιτα από τις τράπεζες, η οποία δεν εδράζεται απαραίτητα σε ειδική επιχειρηματολογία, όπως εν προκειμένω. Το δικαστήριο έκρινε τον ισχυρισμό αβάσιμο, καθώς, επισκοπώντας το ίδιο το φάκελο της αίτησης, διαπίστωσε επάρκεια των προσκομιζόμενων απαραίτητων και ουσιωδών στοιχείων, όπερ σημαίνει ότι και η αίτηση ήταν αρκούντως ορισμένη.

Επίσης προβλήθηκε από τις δύο πιστώτριες κι ακολούθως απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι η απαιτούμενη εκ του νόμου υπεύθυνη δήλωση περί ορθότητας και πληρότητας της περιουσιακής κατάστασης ήταν ελλιπής, καθώς δεν εμπεριείχε ρητή αναφορά στη μη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων την τελευταία τριετία και συνεπώς θα έπρεπε να είχε οδηγήσει την αίτηση σε απόρριψη λόγω απαραδέκτου αυτής. Κατά τη γνώμη, όμως, του Δικαστηρίου, ο λόγος που δεν έγινε ειδική αναφορά ήταν το γεγονός ότι δεν υπήρξε τέτοιου είδους μεταβίβαση, ενώ, μολονότι η προσκόμιση της υπεύθυνης δήλωσης είναι πράγματι υποχρεωτική, τυχόν πλημμέλειες σε αυτήν δεν συμπαρασύρουν και την ίδια την αίτηση σε απαράδεκτο.

Ισχυρισμός της Alpha τράπεζας για δολιότητα της αιτούσας κρίθηκε επίσης αβάσιμος. Συγκεκριμένα, η ως άνω πιστώτρια ισχυρίστηκε ότι η αιτούσα, όταν έλαβε τα δάνεια, λόγω της εργασίας της ως αποκλειστικής νοσοκόμας και της ανεργίας του συζύγου της, θα έπρεπε να αναμένει ότι σύντομα δεν θα μπορούσε να τα αποπληρώσει. Σύμφωνα, όμως, με την παρούσα απόφαση, δεν αποδείχθηκε ότι η δανειολήπτρια, κατά το χρόνο συνάψεως των δανειακών συμβάσεων τελούσε σε γνώση ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών της ούτε κι ότι ήταν ενδεχόμενο να οδηγηθεί σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Για να αποδοθεί η δολιότητα στο δανειολήπτη, θα έπρεπε να είχε θελήσει κι επιδιώξει η αιτούσα την παραγωγή του αποτελέσματος της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής ή ότι έστω το προέβλεψε ως δυνατό και ως συνέπεια των πράξεών της, χωρίς να πράξει κάτι για να το αποφύγει, κάτι το οποίο όμως δεν αποδείχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα, το Δικαστήριο οδηγήθηκε στη δικανική πεποίθηση ότι η αιτούσα, κατά το χρόνο της συνάψεως των συμβάσεων, είχε την πεποίθηση ότι στο μέλλον θα είναι σε θέση να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της, αφού άλλωστε τα οικογενειακά της εισοδήματα εμφάνιζαν τότε σταθερότητα. Άλλωστε, είναι κρατούσα άποψη στη νομολογία ότι η δολιότητα δεν συνάγεται μόνο από την ανάληψη της δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής.

Η Alpha τράπεζα ισχυρίστηκε επίσης πως η εκκαλούμενη απόφαση προσδιόρισε εσφαλμένα την εμπορική αξία του εξαιρούμενου από την εκποίηση ακινήτου, προβάλλοντας ότι η εμπορική αξία του κατά το έτος 2009 ανερχόταν στο ποσό των 107.621,01 ευρώ, κι όχι στα 50.000 ευρώ, όπως έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός όμως αυτός απορρίφθηκε με επίκληση στα διδάγματα κοινής πείρας, και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι η οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα επέφερε μεγάλη μείωση στη ζήτηση των ακινήτων και, ως εκ τούτου, στην αγοραστική τους αξία, το οποίο δικαιολογεί και τη σημαντική πτώση στην αξία του ακινήτου, την οποία και αποδέχθηκε, θεωρώντας την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Ειρηνοδικείο Κρωπίας ορθή.

Σχετικός ισχυρισμό για την αξία του ακινήτου προέβαλε και η Εθνική, διατεινόμενη ότι το Ειρηνοδικείο θα έπρεπε να ορίσει το εν λόγω ποσό σε ποσοστό 85% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου κι όχι σε ποσοστό 60%. Και ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθώς το δικαστήριο δέχθηκε ότι η παλαιά διατύπωση του σχετικού αρ. 9 παρ. 2, το οποίο εφαρμόζεται και στην προκείμενη περίπτωση, επέτρεπε (όπως ρητώς ορίζεται και σήμερα) τον ορισμό των καταβολών και σε μικρότερο ποσοστό του 85%, κατά τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ο οποίος ορισμός μπορεί μάλιστα να φθάσει μέχρι και τη μηδενική καταβολή σε περίπτωση που είναι αδύνατη η όποια καταβολή χωρίς την υποβάθμιση του ανεκτού ορίου διαβιώσεως (κάτι που προκύπτει από το ίδιο το Σύνταγμα, αρ. 2 παρ. 1 για το σεβασμό και την αξία του ανθρώπου), το δε άρθρο 9 παρ. 2 απλώς ορίζει το ανώτατο όριο του ποσοστού καταβολής.

Περαιτέρω, η Εθνική προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το νεαρό, σύμφωνα με την ίδια, της ηλικίας της αιτούσας –ετών 42 κατά τη στιγμή της συζήτησης- της επιτρέπει να ανεύρει και πάλι εργασία και να βελτιώσει την οικονομική της κατάσταση. Τόσο όμως από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία όσο και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, το Δικαστήριο συμπεραίνει πως στην παρούσα συγκυρία, με την ανεργία να πλήττει τους Έλληνες, ιδίως τους νέους, πολύ περισσότερο για ένα άτομο χωρίς ιδιαίτερα επαγγελματικά προσόντα, όπως η αιτούσα, η ανεύρεση εργασίας αποδεικνύεται εξαιρετικά προβληματική.

Συνεπεία των ανωτέρω, οι συνεκδικαζόμενες δύο εφέσεις απορρίφθηκαν και η πρωτόδικη απόφαση η οποία έκανε δεκτή την αίτηση της οφειλέτριας και εντολέα μας κατέστη τελεσίδικη, με την επικύρωσή της από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως δευτεροβάθμιο, το οποίο δέχθηκε ότι το Ειρηνοδικείο Κρωπίας ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις νομικές διατάξεις και εκτίμησε προσηκόντως τις αποδείξεις.

 

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο για διάσωση κατοικίας – περιουσίας κι αποφυγή πλειστηριασμού στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

Advertisements
 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , ,

Απόφαση Εφετείου για υπερχρεωμένα δικαιώνει απόλυτα τον δανειολήπτη-εντολέα

Απόρριψη εφέσεως της τράπεζας κατά δανειολήπτη υπερχρεωμένου

Απόφαση Έφεσης σε υπόθεση Υπερχρεωμένων του Γραφείου μας:

Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά απορρίπτει την έφεση αντίδικου πιστωτικού ιδρύματος που στράφηκε κατά πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, το οποίο έκανε δεκτή την υπαγωγή του εντολέα μας στα προστατευτικά πλαίσια του Ν. 3869/2017, κρίνοντας ως αβάσιμους και τους τέσσερις προβαλλόμενους λόγους.

 

Με την υπ’ αριθμ. 9038/2017 απόφαση  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίπτεται η έφεση που άσκησε η Ε.Τ.Ε. κατά της 482/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία έφεση ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που έκανε δεκτή την αίτηση υπαγωγής του δανειολήπτη και εντολέα μας στα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά. Το Δικαστήριο απέρριψε ένα προς ένα τα αιτήματα της Τράπεζας, όπως θα δειχθεί κατωτέρω, κρίνοντάς τα όλα αβάσιμα.

Ως πρώτο λόγο, η εκκαλούσα τράπεζα προέβαλε ότι η υπεύθυνη δήλωση που προσκόμισε ο αιτών κι αφορά στην ορθότητα και πληρότητα της περιουσιακής του κατάστασης δεν ανέφερε με σαφήνεια αν ο ίδιος είχε προβεί σε μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων την τελευταία τριετία πριν από την κατάθεση της αίτησης υπαγωγής του στο ν. Κατσέλη κι, ως εκ τούτου, η αίτηση του αιτούντος θα έπρεπε να κριθεί ως απαράδεκτη, καθώς η δήλωση αυτή είναι τυπικά απαιτούμενη για το παραδεκτό της αίτησης. Το Δικαστήριο, όμως, αντέλεξε, καθώς έκρινε ότι η απουσία μίας τέτοιας δήλωσης περί μη μεταβίβασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων συνίστατο στην ακριβώς απουσία μεταβιβάσεων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων. Η υπεύθυνη δήλωση αυτή είναι μεν τυπικό στοιχείο για την αίτηση, οι πλημμέλειές της όμως δεν δύνανται να οδηγήσουν την αίτηση σε απόρριψη ως απαράδεκτη.

Ως δεύτερο λόγο, η πιστώτρια προέβαλε την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου στην οποία προέβη το δικαστήριο του πρώτου βαθμού, μην απορρίπτοντας την αίτηση ως αόριστη. Το Μ.Π.Α., όμως, προβαίνοντας το ίδιο σε επισκόπηση της αίτησης, τη θεώρησε αρκούντως ορισμένη, καθώς περιέχονται όλα τα ουσιώδη στοιχεία (ήτοι η κατάσταση περιουσίας και εισοδημάτων του αιτούντος, οι απαιτήσεις κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του κλπ). Επομένως, και αυτός ο λόγος, που παραδοσιακά και σχεδόν αδιακρίτως προβάλλεται από τις εκκαλούσες πιστώτριες σε αντίστοιχες περιπτώσεις, χωρίς απαραίτητα ιδιαίτερη αιτιολόγηση, κρίθηκε αβάσιμος.

Ως τρίτος λόγος για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης προβλήθηκε το γεγονός ότι η άσκηση της αίτησης υπαγωγής στα προστατευτικά πλαίσια του νόμου για τα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά έγινε με τρόπο καταχρηστικό (αρ. 281 ΑΚ). Αντίθετα, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι η αίτηση ασκήθηκε στα πλαίσια των δικαιωμάτων του οφειλέτη, χωρίς υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματός του. Σκοπός δε του νομοθέτη με τον ν. 3869/2010 είναι η επανένταξη του οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή και η επανάκτηση της οικονομικής του ελευθερίας, που δεν εντοπίζεται όμως μόνον σε ακραίες κι έκτακτες περιπτώσεις αδυναμίας ανταπόκρισης στις δανειακές του υποχρεώσεις, αλλά κι όταν οδηγήθηκε εκεί και από αστοχία εκτιμήσεων ή ατυχούς οικονομικού προγραμματισμού.

Ως τέταρτο και τελευταίο λόγο, η Ε.Τ.Ε. προέβαλε το γεγονός ότι το Ειρηνοδικείο Κρωπίας εκτίμησε πλημμελώς το αποδεικτικό υλικό, καθώς θα έπρεπε να είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αδυναμία του οφειλέτη να ανταποκριθεί στις πληρωμές του ήταν πρόσκαιρη κι όχι μόνιμη, καθώς ο τελευταίος, σε ηλικία 40 ετών κατά τη συζήτηση, είχε μεγάλες δυνατότητες εξεύρεσης εργασίας και αποκατάστασης της εισοδηματικής του κατάστασης. Το Μ.Π.Α. απέρριψε και αυτόν το λόγο ως αβάσιμο, επικαλούμενο τόσο το αποδεικτικό υλικό όσο και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία καταδεικνύουν με πάσα βεβαιότητα ότι η ανεργία τα τελευταία χρόνια πλήττει όλο και περισσότερο τους νέους ανθρώπους στην Ελλάδα, πολύ δε περισσότερο έναν άνθρωπο ηλικίας περί τα 40 έτη χωρίς, ιδιαίτερα προσόντα (γνώση ηλεκτρονικών υπολογιστών ή εξειδικευμένες γραμματικές ή επιστημονικές γνώσεις).

Έτσι, έγινε δεκτό ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς έκρινε και έκανε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αίτηση του δανειολήπτη κι εντολέα μας, εφήρμοσε ορθώς τις σχετικές νομικές διατάξεις και εκτίμησε προσηκόντως το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό. Κατά συνέπεια το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την έφεση της Ε.Τ.Ε., κρατώντας σε πλήρη ισχύ την πρωτόδικη και θετική για τον εντολέα μας απόφαση του Ειρηνοδικείου.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο για διάσωση κατοικίας – περιουσίας κι αποφυγή πλειστηριασμού στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

ΣΤΕ: άκυρη η παράταση των φορολογικών ελέγχων άνω της 5ετίας

Εκατοντάδες χιλιάδες εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις φαίνεται πως οδεύουν στο αρχείο, καθώς με νέα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και συγκεκριμένα την υπ’ αριθμ. 2934/2017, τίθεται τέλος σε φορολογικούς ελέγχους που τεχνηέντως παρατείνονταν από τις φορολογικές αρχές πέραν του ευλόγου χρόνου, κρατώντας τους φορολογούμενους σε διαρκή αγωνία κι αναμονή, ένα είδος «φορολογικής ομηρίας» σε βάθος χρόνου.

Το τέχνασμα το οποίο επικαλούνταν μέχρι τώρα οι φορολογικές αρχές για να παρατείνουν διαρκώς το χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του Ελληνικού Δημοσίου ήταν η ανεύρεση «νέων στοιχείων», ήτοι αδήλωτων εισοδημάτων που εντοπίζονταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς των φορολογουμένων σε ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα. Αυτήν την τακτική ακριβώς κρίνει η εν λόγω απόφαση, θεωρώντας ότι οι προ του 2012 καταθέσεις των φορολογουμένων σε ελληνικές τράπεζες δεν δύνανται να ληφθούν υπ’ όψιν από τις φορολογικές αρχές ώστε να υπερβεί η παραγραφή την πενταετία, παραγράφοντας κατά συνέπεια τους φορολογικούς ελέγχους μέχρι το 2011, αφού τα στοιχεία αυτά θα μπορούσαν νωρίτερα να τα έχουν διασταυρώσει!!!.

Αναλυτικότερα, το ΣτΕ κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά, τα οποία κατά την κρίσιμη πενταετία είτε είχαν τεθεί στη διάθεση της Δ.Ο.Υ. και αγνοήθηκαν είτε δεν είχαν ληφθεί προσηκόντως υπ’ όψιν από αυτήν είτε όφειλε να τα είχε λάβει υπ’ όψιν, σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν «συμπληρωματικά στοιχεία». Διαφορετικά,  η ύπαρξη της πενταετούς παραγραφής θα έχανε την ουσία της, καθώς κατά κανόνα όλοι οι φορολογούμενοι τηρούν έστω και έναν λογαριασμό σε πιστωτικά ιδρύματα προς διευκόλυνση των συναλλαγών τους. Ως εκ τούτου, αν αυτοί οι λογαριασμοί κρίνονταν «νέα στοιχεία», τότε δεν θα είχε κανένα νόημα η έννοια της πενταετούς παραγραφής και η δεκαετία θα έμενε ως η μοναδική περίπτωση παραγραφής. Επιπροσθέτως, ο διπλασιασμός αυτός του χρόνου παραγραφής αποδεικνύει αφερεγγυότητα των φορολογικών αρχών, όπως δέχεται η απόφαση, παρεμποδίζει την άμυνα και ως εκ τούτου και την οικονομική ανάπτυξη κι εξέλιξη των φορολογουμένων, ενώ υπερβαίνει και τα μέτρα του αναγκαίου και εύλογου για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Άλλωστε, τα στοιχεία των λογαριασμών αυτών η διοίκηση θα μπορούσε να τα έχει στη διάθεσή της εδώ και πολλά χρόνια, μέσω της χρήσης βασικών και τακτικών τεχνολογικών μέσων.

Κατά συνέπεια των ανωτέρω, τίθεται και ζήτημα πρόσκρουσης με τις προϋποθέσεις του αρ. 78 παρ. 2 του Συντάγματος για τη μεταβολή της διάρκειας της παραγραφής με πρόβλεψη επιμηκύνσεως, διότι διατάξεις που παρατείνουν το χρόνο παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων που ανάγονται σε έτος προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου είναι ανίσχυρες, καθώς αντιβαίνουν στις αρχές του κράτους δικαίου και της ασφάλειας δικαίου. Ζήτημα συνταγματικής περιωπής θέτει η εξέταση της συμφωνίας αυτής της πρακτικής με την αρχή της αναλογικότητας (αρ. 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος): περισσότερο μάλλον ενθαρρύνεται η απραξία της φορολογικής διοίκησης με την παράταση της παραγραφής παρά εξυπηρετείται η διευκόλυνση της διαδικασίας ελέγχου, λόγω και της ύπαρξης των σύγχρονων ηλεκτρονικών και άλλων μεθόδων ελέγχου.

Το Δημόσιο συμφέρον, κατά το ΣτΕ, απαιτεί την ταχύτερη κατά το δυνατόν εκκαθάριση των υποχρεώσεων των φορολογουμένων, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να προγραμματίζουν την οικονομική τους δραστηριότητα, το οποίο προϋποθέτει να γνωρίζουν τις οφειλές τους εγκαίρως. Αντίθετα, επιζήμια για το Δημόσιο συμφέρον αποδεικνύεται η συσσώρευση οφειλών πολλών ετών και η έκδοση σχετικών καταλογιστικών πράξεων διά μιας. Προς τούτο, η διοίκηση θα πρέπει να τηρεί το ισχύον καθεστώς και να μην επικεντρώνεται σε υποθέσεις του παρελθόντος, καθώς έτσι διατρέχει τον κίνδυνο να μην είναι σε θέση να ασκήσει εγκαίρως τον απαιτούμενο έλεγχο για τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις των πολιτών, το οποίο απαιτεί να εκδίδονται πράξεις σε χρόνο που θα επιτρέπουν στους τελευταίους τη συμμόρφωση και θα τους αποτρέπουν από την επανάληψη ομοίων πράξεων.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894 και 6932 455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , ,

Απάτη-υπεξαίρεση

Ενδιαφέρον θέμα Ποινικού Δικαίου θίγει η υπ’ αριθμ. 3861/2016 απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (ΣυμβΠλημΑθ), αναφορικά με ζήτημα συρροής του εγκλήματος της απάτης (αρ. 386 Π.Κ.) και της υπεξαίρεσης (αρ. 375 Π.Κ.), και ιδίως με το είδος της συρροής αυτής.

Ουσιαστικά, το θέμα που εγείρεται αφορά το πραγματικό όπου ο δράστης, καθώς τελεί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης («Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων…»), έχοντας ήδη την πρόθεση προς τούτο, προβαίνει στην παράνομη ιδιοποίηση του περιουσιακού αντικειμένου. Δεδομένου ότι τελούνται ουσιαστικά δύο εγκλήματα, τίθεται ζήτημα συρροής μεταξύ τους. Κατά την κρίση του ΣυμβΠλημΑθ, καθώς και κατά την κρατούσα (νομολογιακή και θεωρητική) γνώμη, η συρροή που δημιουργείται είναι φαινομενική πραγματική, διότι η απαξία της ιδιοποίησης έχει ήδη συνυπολογισθεί στην ποινή της απάτης και η ιδιοποίηση συνιστά την πραγμάτωση του εγκληματικού σκοπού. Αυτό σημαίνει ότι η ποινή της απάτης θα απορροφήσει αυτήν της υπεξαίρεσης, αφού η τελευταία θα θεωρηθεί ύστερη συντιμωρητή πράξη.

Τι γίνεται όμως στο ενδεχόμενο που το Συμβούλιο κρίνει ότι οι συνθήκες της απάτης τελικά δεν συντρέχουν; Είναι δυνατόν να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος για υπεξαίρεση ή θα συνιστά αυτό μεταβολή της κατηγορίας, το οποίο, κατά το άρθρο 171 παράγραφος 1 του Κ.Π.Δ. οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα τη διαδικασία; Κατά τη γνώμη που διατυπώνεται στην παρούσα απόφαση, για να αναβιώσει η υπεξαίρεση που απορροφήθηκε και να αποτελέσει ποινική βάση της δίωξης, πρέπει στο κατηγορητήριο να εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά της υπεξαίρεσης, έστω κι αν δεν είχε ασκηθεί ρητώς ποινική δίωξη για αυτήν. Έπειτα ελέγχεται ο χρόνος της φερόμενης πράξης της υπεξαίρεσης, διότι για να είναι η αναβίωση δυνατή, δεν πρέπει να έχει επέλθει κάποια περίσταση που αποκλείει τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης, όπως εν προκειμένω η παραγραφή. Στην περίπτωση που εξέτασε το Συμβούλιο είχε επέλθει για ορισμένους από τους κατηγορούμενους, με συνέπεια να παύσει η ποινική τους δίωξη, η παραγραφή για την απάτη, ενώ για άλλους, οι οποίοι τέλεσαν το αδίκημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, έγινε δεκτή η παραπομπή τους.

Επομένως, όταν συντρέχει περίπτωση απάτης και υπεξαίρεσης, μεταξύ των δύο εγκλημάτων δημιουργείται σχέση συρροής, φαινομενικής πραγματικής, οπότε η ποινή της υπεξαίρεσης απορροφάται από αυτήν της απάτης, αφού η υπεξαίρεση κρίνεται ύστερη συντιμωρητή πράξη της απάτης.

Εάν, όμως, για οποιονδήποτε λόγο κριθεί ότι το αξιόποινο της απάτης έχει εξαλειφθεί (π.χ. λόγω παραγραφής), μπορεί να αναβιώσει το έγκλημα της υπεξαίρεσης. Εφ’ όσον δε στο κατηγορητήριο γίνεται αναφορά στα αναγκαία κατά το νόμο περιστατικά που θεμελιώνουν το έγκλημα της υπεξαίρεσης, έστω κι αν δεν έγινε το πρώτον ρητή παραπομπή για αυτό (του κατηγορούμενου), δεν μπορεί να τεθεί και ζήτημα μεταβολής της κατηγορίας κι ο κατηγορούμενος μπορεί κανονικά να παραπεμφθεί.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 10/11/2017 in Ποινικο

 

Ετικέτες: , , , , ,

Μοναδική απόφαση Υπερχρεωμένα: Αναγνώριση μη ύπαρξης δόλου, διαγραφή 98% της οφειλής

Απόφαση Υπερχρεωμένων του Γραφείου μας:

Απόφαση του Ειρηνοδικείου Φλώρινας για τα Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά κάνει δεκτή την αίτηση δανειολήπτη αναγνωρίζοντας ότι αν και έκανε ανακύκλωση πληρωμών δεν είχε δόλο, και, χωρίς να ορίζει επανασυζήτηση, διατάσσει μηδενικές μηνιαίες καταβολές επί τρία έτη, δηλαδή τριετή ! περίοδο χάριτος ενώ διασώζει την ακίνητη περιουσία του, επιβάλλοντάς του μηνιαίες δόσεις επί εικοσαετία μόλις 15 !! ευρώ, καλώντας τον να καταβάλει λιγότερο από το 2% της οφειλής του, δηλαδή διαγραφή του 98%!!!.

 

Με την υπ’ αριθμ. 46/2017 απόφαση  Ειρηνοδικείου Φλώρινας διατάσσεται η οριστική υπαγωγή του αιτούντος, 34 ετών κι άγαμου, στα προστατευτικά πλαίσια του νόμου Κατσέλη για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Το δεύτερο από τα τρία τέκνα της οικογενείας του, ο αιτών βρέθηκε προ εικοσαετίας ορφανός από πατέρα, λόγω τροχαίου ατυχήματος. Για να συνεχιστεί η επιχείρηση του πατέρα του, η μητέρα του κατάρτισε δανειακή σύμβαση, στην οποία εξαναγκάστηκαν από την τράπεζα να συμπράξουν και τα τρία, ανήλικα ακόμη, τέκνα της. Σοβαρά προβλήματα υγείας του μικρότερου των αδελφών εξώθησαν την οικογένεια αργότερα εκ νέου σε δανεισμό.

Ο αιτών υπηρετούσε ως μόνιμος υπαξιωματικός στο στρατό, με εισόδημα 1000 ευρώ, με τα οποία κάλυπτε τις δόσεις των δανείων. Το 2007, όμως, αποχώρησε από το στράτευμα, για να συμπαρασταθεί στην οικογένειά του, οπότε κι εργαζόταν, μέχρι το 2012, ως πωλητής, ενώ επί του παρόντος εργάζεται σε αρτοποιείο, με μισθό περί τα 300 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η συνολική οφειλή του αιτούντος ανέρχεται σε ποσό ύψους 168.000 ευρώ, τις δε δόσεις του έπαψε να τις εξυπηρετεί από το 2014. Μοναδική του ακίνητη περιουσία είναι ποσοστό 25% επί διαμερίσματος, το οποίο έχει παραχωρήσει κατά χρήση στη μητέρα και μικρότερο αδελφό του.

Με αυτά τα δεδομένα, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες, την εργασιακή του κατάσταση και τη γενικότερη δυσμενή εικόνα της αγοράς εργασίας, έκρινε ότι ο αιτών δεν είναι σε θέση να διαθέσει κανένα ποσό στις πιστώτριές του (δεχόμενο πως το εισόδημα των 300 ευρώ δεν επαρκεί ούτε για τη δική του διαβίωση, καθώς, κατά την κρίση του, επαρκές θα θεωρούνταν το ποσό των 700 ευρώ), χωρίς όμως να προσδιορίζει επανασυζήτηση στα επόμενα χρόνια, κρίνοντας την επανεξέταση των εισοδημάτων άσκοπη και θεωρώντας τη γενική υποχρέωση ενημέρωσης της γραμματείας του Δικαστηρίου από τον αιτούντα για τυχόν μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης επαρκές μέτρο. Ως εκ τούτου, όρισε μηδενικές μηνιαίες δόσεις, που πρόκειται ουσιαστικά για περίοδο χάριτος, επί τριετία. Για τον δε υπολογισμό της αξίας του ακινήτου του, το δικαστήριο προέβη σε δική του εκτίμηση, η οποία δέχεται ότι είναι ύψους 3.600 ευρώ, όπερ είναι και το μόνο ποσό το οποίο θα κληθεί να αποπληρώσει ο δανειολήπτης βάσει της ρυθμίσεως. Το ως άνω ποσό, μάλιστα, θα αποπληρώνεται σε μηνιαίες δόσεις επί εικοσαετία, ήτοι οι δόσεις του αιτούντος διαμορφώνονται σε 15 ευρώ το μήνα, οι οποίες θα ξεκινήσουν μετά την παρέλευση της τριετίας.

Επίσης να σημειωθεί ότι, δεδομένης της κρίσης του δικαστηρίου για μη παρουσίαση αύξησης εισοδημάτων στο μέλλον, δεν ορίζει τιμαριθμική αναπροσαρμογή των δόσεων ανά πενταετία.

Τέλος, και σπουδαιότερο όλων: ενώ το δικαστήριο δέχεται πως ο αιτών είχε προβεί, εξ ανάγκης, σε ανακύκλωση δανεισμού, εν τέλει κρίνει ότι μόνο η ανακύκλωση αυτή δεν ισοδυναμεί με ενδεχόμενο δόλο, τον οποίο και δεν αναγνωρίζει στον αιτούντα.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο για διάσωση κατοικίας – περιουσίας κι αποφυγή πλειστηριασμού στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Εξωδικαστικός συμβιβασμός ΚΥΑ

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. τεύχος Β΄ Αρ. Φύλλου 3909) η πολύ – αναμενόμενη Κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α.) του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Υπουργείου Οικονομικών, της οποίας σκοπός είναι να καθοδηγήσει τους ενδιαφερόμενους οφειλέτες στη διαδικασία, τους όρους και τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο Νόμος για τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό (ν. 4469/2017) για την επιτυχή υπαγωγή των οφειλετών στα προστατευτικά του πλαίσια, ξεκινώντας από την αίτηση που υποβάλλεται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα.

Ως προς την υποβολή της αίτησης, η οποία υποβάλλεται ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. (www.keyd.gov.gr) ο ενδιαφερόμενος, αφού εισαγάγει τα στοιχεία TAXISnet, επιλέγει το ρόλο του, ως φυσικού ή νομικού προσώπου. Θα γίνει αυτόματος έλεγχος για τυχόν προηγούμενη υποβολή αίτησης -καθώς, ως γνωστόν, ο ν. 4469/2017 δεν παρέχει δυνατότητα υποβολής δεύτερης αίτησης ως δεύτερης ευκαιρίας, ακόμη και σε περίπτωση τυπικής απόρριψης- κι εφ’ όσον επιβεβαιωθεί ότι κάτι τέτοιο δεν συντρέχει, το σύστημα ελέγχει αν η διαδικασία έχει εκκινήσει από τον οφειλέτη ή κάποιον πιστωτή του. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί κώλυμα για τον πρώτο μόνον στο ενδεχόμενο που την αίτηση υπαγωγής στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό την έθεσε σε κίνηση πιστωτής, οπότε πρέπει να ελεγχθεί αν ο οφειλέτης ανταποκρίθηκε εντός του προβλεπόμενου σχετικά διαστήματος των δύο μηνών. Για τη διενέργεια του ελέγχου, το σύστημα βασίζεται σε στοιχεία που αποστέλλουν σε μηνιαία βάση το Ελληνικό Δημόσιο, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και οι χρηματοδοτικοί φορείς στις βάσεις δεδομένων της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.

Η αίτηση, όσο βρίσκεται σε κατάσταση προσωρινής αποθήκευσης, μπορεί να τύχει περαιτέρω επεξεργασίας (αν λείπουν ακόμη δικαιολογητικά και στοιχεία προς συμπλήρωση), όταν όμως βρίσκεται σε κατάσταση οριστικής προβολής, μπορεί μόνον να επισκοπηθεί από τον οφειλέτη. Για να οριστικοποιηθεί η υποβολή, ο οφειλέτης πρέπει να επιβεβαιώσει πως έλαβε γνώση ως προς την επικείμενη αναζήτηση των δεδομένων του από βάσεις δεδομένων της φορολογικής διοίκησης, των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και των τραπεζών κι ότι αυτό συνεπάγεται άρση του απορρήτου του.

Με την εισαγωγή των στοιχείων έναρξης της αίτησης, ο πρώτος έλεγχος που θα λάβει χώρα αφορά το εάν πληρούνται τα κριτήρια της επιλεξιμότητας. Θα ελεγχθούν αφ’ ενός τα βασικά στοιχεία της επιχείρησης (Α.Φ.Μ., επωνυμία, ημερομηνία έναρξης εργασιών, τύπος οφειλέτη, αν είναι δηλαδή φυσικό ή νομικό πρόσωπο), αφ’ ετέρου δε στοιχεία που αφορούν τις οφειλές του, την συνέχιση της παρουσίας του στον επιχειρηματικό χώρο (ότι δεν έχει διακόψει τις εργασίες του), αν τηρεί απλογραφικό ή διπλογραφικό σύστημα βιβλίων και τα αντίστοιχα αποτελέσματα των τελευταίων τριών χρήσεων. Ελέγχονται δε και οι οφειλές του αιτούντος προς τη Φορολογική Διοίκηση και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης κατά την 31.12.2016. Στοιχεία ανακτώνται κυρίως από την Α.Α.Δ.Ε., την Κ.Ε.Α.Ο. αλλά και από τον ΤΕΙΡΕΣΙΑ. Αν κάποια στοιχεία δεν είναι δυνατό να ανακτηθούν, θα δηλώνονται από τον ίδιο τον οφειλέτη.

Σύμφωνα με τις δηλώσεις του ειδικού γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Φώτη Κουρμούση, περί τις 240 επιχειρήσεις έχουν μέχρι στιγμής ολοκληρώσει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης, ακόμη 700 βρίσκονται στο προτελευταίο στάδιο πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ενώ 7.700 συνολικά επιχειρήσεις που έχουν επισκεφθεί την πλατφόρμα ώστε να συμπληρώσουν την αρχική φόρμα. Όσον αφορά τις μικρές επιχειρήσεις, ο ίδιος αναφέρει ότι εντός του επόμενου μήνα, αναμένεται να λειτουργήσει μία αυτοματοποιημένη διαδικασία βασισμένη σε χρηματοοικονομικούς «δείκτες» που υπόσχεται ταχύτερα αποτελέσματα, ενώ, ως προς τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, επεσήμανε ότι δεν θα είναι εφικτό για εκείνους να προσφύγουν και προστατευθούν από τα πλαίσια του νόμου.

Για περισσότερες πληροφορίες και προσωπικό ραντεβού με εξειδικευμένο δικηγόρο με σκοπό τη ρύθμιση οφειλών και την αποφυγή πλειστηριασμών και πτωχεύσεων επικοινωνήστε στα τηλ 210 8811903, 6932455478.

 

 

 

Εισπρακτικές εταιρίες

Προσωπικά δεδομένα

Με αφορμή την εξέταση σειράς καταγγελιών από πολίτες εις βάρος πιστωτικού ιδρύματος, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Α.Π.Δ.Π.Χ.) εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 98/2017 απόφασή της, σύμφωνα με την οποία, η διάθεση των δεδομένων των οφειλετών από τις τράπεζες στις Εταιρείες Ενημέρωσης Οφειλετών (ενν. Εισπρακτικές), πρέπει να γίνεται αφού έχει προηγηθεί ειδική ατομική ενημέρωση των οφειλετών αυτών.

Όπως διαπιστώθηκε από δειγματολογική έρευνα που διενήργησε η Α.Π.Δ.Π.Χ., η ενημέρωση που κατά κανόνα λαμβάνει χώρα από τα πιστωτικά ιδρύματα είναι γενική κι αφηρημένη, τυποποιημένη και τίθεται εντός των αρχικών συμβάσεων ή εντός των τροποποιήσεων αυτών, πολύ συχνά ως Γενικός Όρος Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.). Το περιεχόμενο δε αυτής αφορά κυρίως το δικαίωμα του δανειστή να μεταφέρει (γενικώς και απροσδιορίστως) τα στοιχεία του οφειλέτη σε τρίτους, δηλαδή σε εισπρακτικές εταιρείες, στην περίπτωση που οι οφειλές του καταστούν ληξιπρόθεσμες, ώστε να διενεργήσει εκείνη τη διαπραγμάτευση αντί της δανείστριας τράπεζας. Μάλιστα, οι Γ.Ο.Σ. αναφέρονται απλώς στο «ενδεχόμενο» άσκησης του δικαιώματος αυτού.

Το γεγονός είναι, όμως, ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού χωρίς προηγούμενη –και συγκεκριμένη- ενημέρωση του οφειλέτη συνεπάγεται δυσμενείς συνέπειες για τον ίδιο, κάτι το οποίο και νομολογιακά έχει γίνει παραδεκτό (πχ με την Α.Π. 1740/2013). Άλλωστε, από τη συνήθη πρακτική των πιστωτικών ιδρυμάτων να αναθέτουν την «ενημέρωση» των οφειλετών σε περισσότερες, διαδοχικά, Εταιρείες Ενημέρωσης, μπορεί να δυσχεράνει έτι περισσότερο την προστασία του οφειλέτη, καθώς τον αποστερεί πλήρως από τη δυνατότητα να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, ιδίως της πρόσβασης και αντίρρησης (άρθρα 12 και 13 του ν. 2472/1997). Είναι εμφανές ότι η μη έγκαιρη και επαρκής ενημέρωση του οφειλέτη αναφορικά με τη μεταβίβαση των στοιχείων του σε τρίτο μέρος αποκλείει την άσκηση κάθε δυνατής νόμιμης ενέργειάς του κατά της μεταβίβασης αυτής.

Ως εκ τούτου, με την παρούσα και υπ’ αριθμ. 98/2017, η Α.Π.Δ.Π.Χ. εξειδικεύει τους απαιτούμενους όρους για την επάρκεια της ενημέρωσης, όσον αφορά τόσο το περιεχόμενό της, όσο και το χρόνο και τρόπο πραγματοποίησής της. Συγκεκριμένα, η διάθεση των δεδομένων των οφειλετών από τις τράπεζες προς τις Εισπρακτικές θα πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη ατομικώς και ειδικώς από την ίδια την τράπεζα σε εύλογο χρονικό διάστημα πριν τη διενέργεια της διάθεσης, ώστε να αφήνεται στον οφειλέτη το αντίστοιχο, εύλογο επίσης, περιθώριο να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του. Για το σκοπό αυτό, η ενημέρωση πρέπει να γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο και είναι αυτονόητο πως πρέπει να λαμβάνει χώρα σε κάθε ξεχωριστή μεταβίβαση δεδομένων από την τράπεζα σε Εισπρακτική Εταιρεία.

Εάν οι τράπεζες δεν τηρούν τα παραπάνω αλλά και στην περίπτωση που νόμιμα διαθέτουν τα απόρρητα στοιχεία,  όμως οι εισπρακτικές παίρνουν πάνω από 2 τηλέφωνα την εβδομάδα ή απειλούν ή και μιλούν προσβλητικά και ενοχλούν και άλλους στην  ίδια στέγη ή στην εργασία δικαιούστε να ασκήσετε αγωγή για αποζημίωση που ανέρχεται περί τις 6.000 ευρώ.

Για περισσότερες πληροφορίες και ραντεβού καλέστε στο δικηγορικό γραφείο και μιλήστε με εξειδικευμένο δικηγόρο στα τηλ: 210 8811903, 210 8251894, 6932455478.

 

 

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,